22/4/17

Έθιμα, θέαμα και βαρβαρότητα

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Απρ. 2017)


Έτος 1978, σαράντα χρόνια πίσω δηλαδή, ξεκινάμε με τον Μανόλη για Πάσχα στη Νάουσα της Πάρου. Στον πηγαιμό, γερή τρικυμία, αλλά εμείς απτόητοι, σε μια γωνιά ψηλά στο κατάστρωμα, όπου πάλι μας πιτσίλαγε το κύμα, παίζουμε κάποιο παιχνίδι που είχαμε μάθει πρόσφατα. Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, ώς και το βράδυ της Ανάστασης, καταπτοημένοι τώρα οι απτόητοι, κάπως τα καταφέραμε πάντως και κινηθήκαμε σε απόσταση ασφαλείας από τα βαρελότα. Όμως την Κυριακή του Πάσχα, μέρα μεσημέρι, τα βρήκαμε σκούρα, εκεί που όλο το χωριό-πεδίο βολής περιμένει να φτάσει η λιτανεία στην κεντρική πλατεία, όπου σταματούν οι παπάδες και περιμένουν υπομονετικά να κάνουν ένα διάλειμμα οι συντεταγμένοι μπουρλοτιέρηδες που έχουν μετατρέψει την πλατεία σε κόλαση σωστή· έπειτα η πομπή συνεχίζει, το ίδιο κι οι ευλαβικοί τηρητές του εθίμου, ενώ εμείς πια πηδάμε φράχτες και τρέχουμε μέσα απ’ τα χωράφια, με τα σκυλιά να ουρλιάζουν διπλά τώρα και κάτι ντόπιους να μας βάζουν τις φωνές απ’ τα μπαλκόνια.

Βαρελότα, δυναμίτες, κροτίδες, παρόμοια σχεδόν παντού, το έθιμο πολλούς ευφραίνει, άλλους όμως, και όχι μόνο ηλικιωμένους, τους κρατάει κλεισμένους μέσα στην εκκλησία, ή και στα σπίτια τους ακόμα. Παράδοση ιερή και απαραβίαστη, όπως καθετί που το βαφτίζουμε παράδοση, ακόμα κι όταν έχει ζωή κάποιων δεκαετιών μονάχα, νά, όπως παράδοση έγινε το άγιο φως, ο ερχομός του με αερόπλανο και κουστωδία επισήμων, και η υποδοχή του με τιμές αρχηγού κράτους, γελοιότητα, αντιθρησκευτική ουσιαστικά, που πρώτη η εκκλησία θα ’πρεπε να την πολεμήσει, παράδοση και ο φιλοχρυσαυγίτης Πέτρος Γαϊτάνος στα κανάλια ή στα δώρα των εφημερίδων του Χατζηνικολάου.

Περάσαμε στον χώρο του γελοίου, σύμφωνοι· του αυταπόδεικτα γελοίου. Που όμως είναι προτιμότερο εντέλει από το βάρβαρο και επικίνδυνο. Που δεν νοείται να περνά στο απυρόβλητο, καθαγιασμένο τάχα απ’ την παράδοση, θρησκευτική ή άλλη. Στο κάτω κάτω, αν όχι πρώτα και κύρια, για να συνεννοούμαστε και προπαντός να απεμπλακούμε από τη σχετική φενακιστική φιλολογία, παράδοση, που μάλιστα η καταγωγή της χάνεται στους προχριστιανικούς αιώνες, είναι η κλειτοριδεκτομή, ο σωματικός και ψυχικός ακρωτηριασμός εκατομμυρίων γυναικών σε Αφρική και Ασία. Παράδοση αιώνων είναι στον ευγενή δυτικό κόσμο, δίπλα μας, στην Ισπανία, οι ταυρομαχίες (που απαγορεύτηκαν πάντως στην Καταλονία το 2012), «καλλιτεχνικό» τάχα θέαμα, με τις ευλογίες της τέχνης (Πικάσο, Χεμινγουέι, Λόρκα κ.ά.), ή οι ταύροι που τους αμολάνε στην Παμπλόνα και κυνηγιούνται μαζί στους δρόμους, ώσπου να τους οδηγήσουν έπειτα από 800 τόσα μέτρα στην αρένα, στο επίσημο ατιμωτικό σφαγείο.

Στα δικά μας όμως, όπου πέρσι απαγορεύτηκε ο ρουκετοπόλεμος στον Βροντάδο της Χίου και φέτος μέχρι πορεία διαμαρτυρίας έγινε, με μπροστάρηδες δήμαρχο και βουλευτές, και του ΣΥΡΙΖΑ αλίμονο, και διάβαζες τα σχετικά πολεμικά ρεπορτάζ και αγανακτούσες με την αναφορά ότι το παμπάλαιο αυτό έθιμο «μόνο στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής δεν πραγματοποιήθηκε». Επιτράπηκε έτσι, με τα πολλά, ένας μέτριος, λέει, ρουκετοπόλεμος, που από σύμπτωση δεν στάθηκε μοιραίος για ένα κοριτσάκι που μια ρουκέτα το βρήκε ανάμεσα στα μάτια.

Εντυπωσιακός σίγουρα ο ρουκετοπόλεμος, φαντασμαγορικός. Όπως και η φωτιά, εξάλλου, γι’ αυτό και έκαψε ο Νέρωνας τη Ρώμη, και παρακολουθούσε γράφοντας στίχους και παίζοντας τη λύρα του. Όπως και η λάβα που ξεχύνεται απ’ το ηφαίστειο. Ή η χιονοστιβάδα. Και το τσουνάμι. Όλα υπερθέαμα, τα πιο πολλά όμως απ’ αυτά –ενοχλητική λεπτομέρεια– με αμέτρητα θύματα.

Φυσικές καταστροφές, θα πείτε· άλλο τα έθιμα. Που υπάρχουν όμως και λειτουργούν σαν φυσικές καταστροφές, ας είναι και σε μικρογραφία –αν τάχα μικρογραφία είναι για τους δικούς του ο θάνατος έστω και ενός μόνο ανθρώπου–, εκφράζοντας τον πιο βάρβαρο εαυτό μας. Απολύτως ενδεικτικά:

Στον Μανταμάδο της Λέσβου, στο προαύλιο της εκκλησίας των Ταξιαρχών και για τον Ταξιάρχη Μιχαήλ, παρακαλώ, θυσίαζαν (!) έναν ταύρο, μαζί και άλλα ζώα· μόλις πρόπερσι απαγορεύτηκε η δημόσια σφαγή –και συνεχίζονται οι διαμαρτυρίες για τη «σφαγή ενός ιστορικού εθίμου»!

Στην Κάτω Αχαΐα έδεναν επί μέρες έξω απ’ τα σπίτια τους αρνιά, που έπειτα τα έσφαζαν σε δρόμους και σε πλατείες, και τα κρεμούσαν ανάποδα, πολλά απ’ αυτά ζωντανά ακόμα, απ’ τα μπαλκόνια των σπιτιών –ιστορικό έθιμο κι αυτό, που μόλις φέτος απαγορεύτηκε (όπως έγραψε εδώ και η Νόρα Ράλλη).

Έθιμο ήταν επίσης παλιά, σε πολλές περιοχές της χώρας, να κρεμάνε από ξύλινους στύλους σκυλιά την Καθαρή Δευτέρα, όχι με σκοπό να τα θανατώσουν (αν και πολλά υπέκυπταν), απλώς (!) γιατί με τα ουρλιαχτά τους έδιωχναν τους δαίμονες.

Άγνωστο σήμερα παντού αυτό το σίγουρα ιστορικό, στην εποχή του, έθιμο, ζει μόνο μέσα στις σελίδες λαογραφικών μελετών. Μακάρι και τα υπόλοιπα.

Έτσι κι αλλιώς, οι όντως δαίμονες εδώ θα είμαστε πάντα.


buzz it!

16/4/17

Πάσα ομοιότης… διόλου συμπτωματική

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Απρ. 2017, εδώ με ελάχιστες μικροπροσθήκες)


Το καλοκαίρι που μας πέρασε, άνοιξε κοντά μου ένα περίπτερο, από αυτά τα καινούρια, τα φωτεινά και καλοσχεδιασμένα, με δυο ευγενικές, έμοιαζαν, κοπέλες μέσα –είχα ν’ αγοράζω τώρα τις εφημερίδες μου. Ημέρα Δευτέρα λοιπόν, αγοράζω την εφημερίδα μου, για την ακρίβεια την παίρνω από το πλάι μόνος μου (όπως σου ζητάνε πια σε όλα σχεδόν τα περίπτερα), πληρώνω, και συνεχίζω για την κοντινή παραλία. Κάποια στιγμή, ανοίγω, διαβάζω: σαν γνωστά μου φαίνονταν. Επόμενη σελίδα, το ίδιο. Δεν άργησα να καταλάβω: κρατούσα το σαββατιάτικο φύλλο! Το δίπλωσα προσεχτικά και στον γυρισμό, έπειτα από δύο ώρες, πέρασα να το αλλάξω. «Α, δεν ξέρω τίποτα!» εξανέστη η κοπέλα. «Μα πώς δεν τη μάζεψε το πρακτορείο; Και γιατί την είχατε εκεί που είναι οι καινούριες εφημερίδες;» επέμεινα. «Δεν ξέρω τίποτα, και έπειτα από τόσες ώρες!» επέμεινε και η κοπέλα. Άκρη δεν βγήκε, έφυγα με την άχρηστη εφημερίδα, κι έμεινα μετά λύπης μου χωρίς περίπτερο. Δεν πέρασε καιρός, το ολοκαίνουριο περίπτερο, έπειτα από τρεις-τέσσερις μήνες λειτουργία, έκλεισε, προφανώς όχι επειδή δεν ξαναπάτησα εγώ, πάντως έκλεισε –και διόλου δεν λυπήθηκα, ομολογώ.

Το παραπάνω καλοκαίρι είχε ανοίξει στην πλατεία στο Πασαλιμάνι, μέσα στα δέντρα, ένα καλόγουστο ψαροεστιατόριο, με εξαιρετικό φαγητό, ο ορισμός, αλήθεια, της δημιουργικής κουζίνας, και λογικές τιμές. Το τίμησα δεόντως, χωρίς πάντως να αποκτήσω τίποτα οικειότητες, για τον απλούστατο, και εντέλει περίεργο, λόγο ότι σχεδόν κάθε φορά είχε και διαφορετικά γκαρσόνια, πάντα συμπαθή και ευγενέστατα (κι όμως τα άλλαζαν, αυτό θέλω να επισημάνω με τον χαρακτηρισμό «περίεργος», ή έφευγαν μόνα τους!). Κάποια στιγμή άλλαξε και το μενού: όλα τα ευφάνταστα ορεκτικά εξαφανίστηκαν και έδωσαν τη θέση τους π.χ. σε συνηθισμένες τυροκροκέτες, βαφτισμένες λουκουμάδες, λέει, με τυρί, ενώ κάποια κλασικότερα και δοκιμασμένα πιάτα τώρα περίπου δεν τρώγονταν. Λεπτομέρεια, αλλά ενδεικτική της επιχειρηματικής τακτικής, ήταν τα διαφόρων ειδών ψωμάκια που έρχονταν με τα κουβέρ και ξαφνικά αντικαταστάθηκαν μ’ ένα κοινό ψωμί φρυγανισμένο, που σημαίνει τρως μια ζεστή μπουκιά στην αρχή κι έπειτα ροκανίζεις ξύλο –ούτε καν η στοιχειώδης φροντίδα για ένα κοινό, εντάξει, αλλά φρέσκο ψωμί, έστω με τη μέθοδο της κατάψυξης. Μία, δύο, τρεις, όταν ήταν ολοφάνερο πως είχε αλλάξει ο σεφ, και όπως με τα πολλά παραδέχτηκε και το συμπαθέστατο γκαρσόνι, δεν ξαναπήγα. Με το ζόρι έβγαλε έναν χρόνο το μαγαζί, και έκλεισε –και πάλι δεν λυπήθηκα, ομολογώ, όσο κι αν σκεφτόμουν το άνεργο πια συμπαθέστατο γκαρσόνι.

Έκλεισε λοιπόν, για να συναριθμηθεί προφανώς με τις επιχειρήσεις που κλείνουν εφτά χρόνια τώρα, με την κρίση –ή ιδίως με τον ΣΥΡΙΖΑ, έκανα την πικρόχολη σκέψη. Όπως και το περίπτερο, ή όπως το ιστορικό βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη, για το οποίο είχα γράψει σχετικά πρόσφατα εδώ

Κι αυτό μου θύμισε μιαν άλλη, παλιά ιστορία,  με άλλο ιστορικό βιβλιοπωλείο, πάνε ακριβώς δέκα χρόνια, ούτε ΣΥΡΙΖΑ τότε, ούτε καν κρίση επισήμως. Αρχές του 2007, λοιπόν, στο μικροσκοπικό στολίδι από ξύλο, τον Κάουφμαν, αναζητώ κάποιο βιβλίο του Κούντερα, μάταια: δυο-τρία είχε όλα κι όλα, κι αυτά στην κατηγορία Littérature de lEst, δηλαδή Ανατολική Λογοτεχνία, δηλαδή όχι γεωγραφική, αλλά πολιτική, και μάλιστα ψυχροπολεμική, ορολογία! Το έλεγα στην υπάλληλο, και ξαφνικά πετάχτηκε ενοχλημένος ένας «αρμόδιος». Του είπα πως, δεν μπορεί, θα ’χει διαβάσει τα όσα έχει γράψει ο Κούντερα για να βγάλει την ανιστόρητη αυτή ταμπέλα από τη χώρα του. Κι ότι στο κάτω κάτω ο Κούντερα ζει πάνω από 30 χρόνια πια στη Γαλλία, γράφει πάνω από 10 χρόνια πια στα γαλλικά, έχει διαμορφώσει ένα γαλλικό κόρπους του έργου του με αξία πρωτοτύπου, έχει πάρει και γαλλική υπηκοότητα κτλ. «Δεν είναι δικό μου πρόβλημα αν είναι κομπλεξικός ο Κούντερα!» με διέκοπτε συνέχεια γρυλλίζοντας ο «αρμόδιος». Δεν ξαναπάτησα στο βιβλιοπωλείο. Κι όταν αργότερα έκλεισε, δεν μπορώ να πω πως δεν λυπήθηκα, εν ονόματι μιας παλιάς συναισθηματικής σχέσης, όμως συνέχεια πεταγόταν μέσα μου, άτιμο διαολάκι, η σκηνή που περιέγραψα εδώ.

Και ξανά στον Πειραιά. Όπου στα δέκα χρόνια που ζω εδώ, βλέπω να κλείνουν και να ξανανοίγουν πλήθος μαγαζιά, σε ιδεώδεις πιάτσες, όπως το Τουρκολίμανο, να αλλάζουν διεύθυνση και πιο συχνά όνομα απλώς, μπορεί και δύο ή και τρεις φορές στον χρόνο. Ούτε κρίση ούτε ξεκρίση, σκέφτομαι: ξέπλυμα χρήματος ή άδειασμα των χρεών, ή και τα δυο. Στο μεταξύ η τριπλή επιχείρηση μέσα σ’ έναν μόλις χρόνο θα προσφέρει τις δύο στον κατάλογο με τις επιχειρήσεις που έκλεισαν με την κρίση.

Και σκέφτομαι, κυριότατα, νονούς, μαφιόζους, γκάγκστερ επιχειρηματίες, σε διάφορους χώρους πια, λόγου χάρη στον τύπο, που φαλιρίζουν κάποια στιγμή την επιχείρηση, ποτέ όμως την τσέπη τους, εννοείται, και τότε εγώ θα πρέπει να παρακαλάω να μην κλείσουν, γιατί θα πρέπει να σκεφτώ τους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους, τους εργαζόμενους εν γένει, σαν μεταφυσική έννοια, η οποία σκέπει ακόμα και αυτούς που είναι πλήρως ταυτισμένοι ή ίδιοι με τ’ αφεντικά τους, συμμέτοχοι μπορεί όχι στα κέρδη, όμως στην απάτη. Και τότε να απαιτήσω από την πολιτεία κτλ., όχι μόνο να μην την κλείσει την επιχείρηση, αλλά να την ενισχύσει κιόλας.

Δεν είναι, φυσικά, τόσο μονοσήμαντα τα πράγματα, τόσο υπεραπλουστευμένα. Όμως, από πολλές απόψεις, είναι ανατριχιαστικά χειρότερα.

buzz it!

8/4/17

Τέχνη και τεχνάσματα της νομικής

(Εφημερίδα των συντακτών 8 Απρ. 2017)

Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό
ήρθ’ ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ
(παραδοσιακό)

«Εδώ και χρόνια ο άγιος Πειραιώς επαναλαμβάνει κόπι-πέιστ [...] τη σκοτεινή προφητεία του για το “ασύγγνωστο και τερατώδες κακούργημα εις βάρος του αιωνίου Θεού και του ανθρωπίνου προσώπου” που συντελείται “με την θεσμική αναγνώριση των αισχίστων παθών της ομοφυλοφιλίας σήμερα, της παιδοφιλίας αύριο (βλ. Ολλανδία) και της κτηνοβασίας μεθαύριο (βλ. Γερμανία)…”»: έτσι μετέφερα αυτούσια τις προάλλες (4/3) τα λόγια του αγίου, αλλά και νομικού, όπως επισήμαινα, διόλου τυχαία.

Εννοούσα προφανώς πως έχουν ειδικό βάρος τα λόγια του, αφού θα διαθέτουν την απαραίτητη τεκμηρίωση, μολονότι άλλες πηγές, ανάμεσα στις οποίες «Το Χαμόγελο του Παιδιού», άλλα έλεγαν και λένε, πως ούτε η παιδεραστία είναι «θεσμικά αναγνωρισμένη» στην Ολλανδία (ένα κόμμα παιδεραστών που ιδρύθηκε το 2006 ούτε στις εκλογές μπόρεσε να κατέβει ούτε οπαδούς να μαζέψει, και διαλύθηκε το 2010) ούτε η κτηνοβασία είναι «θεσμικά αναγνωρισμένη» στη Γερμανία (υπάρχει ίσα ίσα νόμος που την απαγορεύει).

Φαίνεται πως τον συγκίνησε τον άγιο η αναφορά στην πρώτη του επιστήμη, δείγματα της οποίας αποφάσισε να δώσει τώρα, σε γράμμα που μου έστειλε ταχυδρομικά. Το παραθέτω ολόκληρο και αυτούσιο, με την ορθογραφία του (πλην του πολυτονικού) και με τη στίξη του (και υπογραμμίζω):

«Ελλογιμώτατε κ. Χάρη, Σας διαπέμπω φιλαδέλφως στοιχεία εκ του διαδικτύου που αποδεικνύουν δυστυχώς την τραγική ηθική πραγματικότητα εις τις χώρες που έχω αναφέρει και επισημειώ ότι ασχέτως εάν το αίσχιστο κόμμα PNVD από το 2010 έχει παύσει την λειτουργία του δυστυχώς είχε λάβει επίσημη δικαστική αναγνώριση από την Ολλανδική δικαιοσύνη, όπως σήμερα ομοία δικαστική αναγνώριση (Εφετείο Περιφερείας Άρνχεμ Λεεουβάρντεν) έχει λάβει η εγκληματική παιδοφιλική οργάνωση Martijn η δε εγκληματική οργάνωση ZETA καλά κρατεί στην “φιλοσοφούσα” Γερμανία γι’ αυτό και η οργάνωση OIPA αγωνίζεται για να τεθή εκτός νόμου.

»Συνεπώς δεν προβάλλω “ασύγγνωστα και τερατώδη ψεύδη” και δεν διακινώ έναν “άδηλης καταγωγής και προφανούς σκοπιμότητας μύθο με καρύκευμα τα περί κτηνοβασίας”!!!

»Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι εσείς πώς θα ανακαλέσετε τα δικά Σας ψεύδη για το δημοσίευμα της 4/3/2017; Αλλά αυτό είναι το ήθος της “μεταχριστιανικής” εποχής της δήθεν προοδευτικής και εκσυγχρονιστικής. Γι’ αυτό κι αν ακόμη δεν υπήρχε μέλλουσα κρίσις θα έπρεπε επειγόντως να την ανακαλύψουμε».

Και τι μου «διαπέμπει» ο άγιος, τι επέλεξε να μου «διαπέμψει» από τα πλήθος σχετικά δημοσιεύματα που βρίσκει κανείς ευκολότατα στο διαδίκτυο; Δημοσιεύματα που σταματούν στο χρονικό σημείο που εξυπηρετεί τον άγιο, αφού μεταγενέστερες εξελίξεις δεν ανταποκρίνονται στο «σήμερα», όπως τουλάχιστον παραπλανητικά σημειώνει· όπου εμπεριέχεται η διάψευση των ισχυρισμών του (!)· ουσιαστικά ένα άρθρο από το κίτρινο και μαζί μαύρο Πρώτο Θέμα του Θέμου Αναστασιάδη, παλιό κι αυτό, απ’ όπου προφανώς αντλεί τα στοιχεία του ο άγιος!

Πιο συγκεκριμένα:

(1) την αρχική απλώς σελίδα από τον ιστότοπο της οργάνωσης ΖΕΤΑ, που προάγει την κτηνοβασία, και

(2) σύντομο άρθρο από τον ιστότοπο της «αντίπαλης» ΟΙΡΑ, Διεθνούς Οργάνωσης για την Προστασία των Ζώων, με ημερομηνία 20.3.2013, όπου ακριβώς σημειώνεται ότι «στο τέλος του προηγούμενου έτους» (=2012) είχε ψηφιστεί στη Γερμανία νόμος που «ποινικοποιεί τη χρήση ζώων για προσωπικές σεξουαλικές δραστηριότητες», επιβάλλοντας πρόστιμο από 25.000 ευρώ, και

(3) άρθρο του Πρώτου Θέματος, με τίτλο «Πώς η Ολλανδία νομιμοποιεί την παιδεραστία» και ημερομηνία 8.4.2013 –όταν ολλανδικό δικαστήριο αίρει την από το 2011 απαγόρευση της παιδεραστικής οργάνωσης Martijn (= νομιμοποιεί την παιδεραστία), ενώ έπειτα από έναν χρόνο (18.4.2014) το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέπει την προηγούμενη απόφαση (= απαγορεύει την παιδεραστία), ανατροπή την οποία επικυρώνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στις 3.2.2015, απορρίπτοντας έφεση της Martijn.

Ώστε σήμερα, όπως σαφέστατα υποβάλλει η προφητεία του αγίου για το ζοφερό μας μέλλον, και πάντα σύμφωνα με τα δικά του «αποδεικτικά» στοιχεία, δεν είναι θεσμικά αναγνωρισμένη η κτηνοβασία στη Γερμανία, ούτε η παιδεραστία στην Ολλανδία.

Χρειάζονται σχόλια; Δεν νομίζω. Το μόνο πως ο άγιος, ιδίως με τα «ασχέτως εάν», συγχέει νομική και νομικά επιχειρήματα με τα κοινώς λεγόμενα δικολαβίστικα, ενώ ιδιαίτατα με τα «σήμερα»-που-είναι-χτες και τη σκανδαλωδώς επιλεκτική χρήση των πηγών απλώς παραπλανά.

Έτσι, φιλαδέλφως, όσο ακριβώς και ο άγιος, τον παραπέμπω πρόχειρα στη Wikipedia, όπου θα βρει συγκεντρωμένα στοιχεία και τεκμηρίωση για την παιδεραστική οργάνωση Martijn (https://en.wikipedia.org/wiki/Vereniging_Martijn) και για τη νομοθεσία διεθνώς γύρω από την κτηνοβασία (https://en.wikipedia.org/wiki/Zoophilia_and_the_law).

Και φυσικά προσυπογράφω πως, «κι αν ακόμη δεν υπήρχε μέλλουσα κρίσις, θα έπρεπε επειγόντως να την ανακαλύψουμε».

Αφού η παρούσα, επίγεια κρίσις, και τυφλή και κουφή είναι –επιλεκτικά, εννοείται.

buzz it!

1/4/17

Ελληνοφρένεια που δίδασκες

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Απρ. 2017)


Στον γιορτασμό του Πολυτεχνείου επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο ένα σπουδαίο ταχυδακτυλουργικό: Μιλώ για την εμφάνιση της σημαίας του Πολυτεχνείου, που την κατακρατά η κάποτε πλειοψηφούσα ΠΑΣΠ, και την ταχυδακτυλουργική εξαφάνισή της, όταν η κεφαλή της πορείας φτάνει στην αμερικανική πρεσβεία, κι εκεί, μέσα σ’ ένα σκηνικό βαβούρας, εξαφανίζεται η σημαία κάτω από κάποιο μπουφάν, μέσα σε κάποιο σακίδιο, ποιος ξέρει, για να μείνει καλά κρυμμένη ώς την επόμενη χρονιά.

Αυτό το θεατρικό μού θύμισε η επίσημη παρουσίαση του όπλου του Μπελογιάννη από τον Γραμματέα του ΚΚΕ στα εγκαίνια του Μουσείου Μπελογιάννη, η τρίωρη έκθεσή του και έπειτα η εξαφάνισή του –όταν «για λόγους ασφάλειας» το ξαναπήρε μαζί του ο Γραμματέας. Είχε δηλωθεί, λέει, από πριν πως δεν θα μείνει μόνιμα σαν έκθεμα, γιατί δεν πά’ να κλαπούν τα άλλα κειμήλια, το κειμήλιο που το κρατά ιδιοκτησία του το Κόμμα μη χαθεί –το Κόμμα που εν προκειμένω κρατά ιδιοκτησία του τον Μπελογιάννη.

Κι αφού το Κόμμα κρατά ιδιοκτησία του τον Μπελογιάννη, βούιζαν μέρες πριν τα μεγάφωνά του πως είναι σκύλευση, βεβήλωση, ατιμία, καπηλεία κι ό,τι άλλο θέλετε να κάνει τα εγκαίνια ο προδότης και κωλοτούμπας Τσίπρας, ο οποίος όμως, κι αν προδότης και κωλοτούμπας και πάλι ό,τι άλλο θέλετε, τυχαίνει να είναι πρωθυπουργός της χώρας, άρα η επίσημη πολιτεία τιμά τον Μπελογιάννη, τελεία και παύλα.

Ποιος όμως καπηλεύεται τον Μπελογιάννη μάς το είπε ο γιος του, στο μήνυμα που έστειλε στα εγκαίνια: «Όσο για την εκστρατεία [...] για την οικειοποίηση του Μουσείου από έναν συγκεκριμένο πολιτικό φορέα, αυτή ανάγεται στην εκμετάλλευση αγίων, μαρτύρων και ηρώων από την κάθε λογής εκκλησία».

Και απερίφραστα, έπειτα από την απόσυρση του όπλου:

«Γι’ αυτό δεν πήγα στα εγκαίνια, διότι ξέρω καλά ότι η καπηλεία είναι αυτοσκοπός για αυτούς. Εγώ το αντιμετωπίζω το ΚΚΕ σαν εκκλησία, που έχει θεό το Στάλιν, έχει ποίμνιο και προπαντός έχει αγίους, οι οποίοι ανήκουν στην Εκκλησία. Τους μεταχειρίζεται όπως η ορθόδοξη ή η καθολική Εκκλησία ή το Ισλάμ τους μάρτυρές του. Αυτοί συνεχίζουν αυτό που άρχισε ο Ζαχαριάδης. Τον πατέρα μου φυσικά τον έφαγε, διότι ένα κόμμα σαν και αυτό μισεί τους διανοούμενους…»

Αντικομμουνισμός, θα πουν τα μεγάφωνα, και θα ξεμπερδέψουν. Όσο για τα θέματα που θίγει ο γιος του Μπελογιάννη, «απαιτείται χρόνος, διευρυμένα πάνελ, διάλογος με τη συμμετοχή πολλών», όπως είπε ο Θύμιος Καλαμούκης της «Ελληνοφρένειας» (28/3), όταν ακριβώς κάποιος ακροατής τον κάλεσε να πάρει θέση, και ενώ αμέσως πριν (όπως και σε όλη τη διαδρομή της εκπομπής γενικότερα) τα ίδια αυτά θέματα τα είχε λύσει μονοκοντυλιά ο ίδιος, προφανώς με μονόλογο, ή σε διάλογο με τον έτερο της εκπομπής, τον Αποστόλη Μπαρμπαγιάννη.

Στέκομαι στην Ελληνοφρενεια, γιατί σαν σατιρική εκπομπή, πέντε μέρες τη βδομάδα απ’ το ραδιόφωνο και δύο απ’ την τηλεόραση, εκλαϊκεύει, όπως είναι φυσικό, τη γραμμή, πάντως τις ιδέες του Κόμματος, πολύ αποτελεσματικότερα απ’ ό,τι όλα τα κομματικά όργανα μαζί. Και ημέρα Πέμπτη, 23/3, εν όψει των εγκαινίων, αρχίζει το ανάθεμα στον Τσίπρα, με όλα τα ουσιαστικά που παρέθεσα πιο πριν (καπηλεία κτλ.), τον Τσίπρα που κανονικά «δεν θα ’πρεπε να περάσει ούτε έξω απ’ την Πάτρα, σε απόσταση ασφαλείας απ’ την Αμαλιάδα» (όπου το Μουσείο), λέει ο Καλαμούκης. «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει να φτάσει» τον καθησυχάζει ο Μπαρμπαγιάννης, που έχει πληροφορίες πως κάτι ετοιμάζεται επιτούτου. Ο Καλαμούκης ηδονίζεται στην ιδέα και επιμένει: «δεν πρέπει να πατήσει το πόδι του, με κάθε κόστος».

Το ίδιο μεσημέρι, στον ιστότοπο Left.gr καταγγέλλεται η προτροπή σε βία. Την επομένη δίνει και παίρνει στην εκπομπή η ειρωνεία αλλά και η οργή για «τα έμμισθα Συριζοτρόλ του Νίκου Παππά» που τα ’βαλαν μαζί τους, και επιχειρείται η ανασκευή της καταγγελίας, σ’ ένα κωμικό εντέλει γαϊτανάκι, όπου τη μια αποκηρύσσεται γενικά η βία, έπειτα διατυπώνονται επιφυλάξεις, πως δεν είναι ίδια η βία, όταν π.χ. ένα Παλαιστινιάκι πετάει πέτρες σε Ισραηλινούς στρατιώτες, και «εμείς δεν καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», «είναι περιπτώσεις όπου επιβάλλεται η βία στη βία», και «το θράσος του Τσίπρα να πάει να εγκαινιάσει το Μουσείο Μπελογιάννη είναι ύψιστη βία», «όμως εμείς δεν είπαμε για βία» κ.ο.κ.

Πώς να μην την τρολάρεις όντως τώρα την Ελληνοφρένεια, με ερωτήματα όπως: πότε (και γιατί) μια σατιρική εκπομπή γίνεται αμιγώς πολιτική, και μάλιστα κομματική, κι αν τότε οι υπεύθυνοι εκμεταλλεύονται την εξουσία του μέσου, κοινώς έγιναν τζάνκι της εξουσίας, όπως καταλογίζουν π.χ. στον Τσίπρα· και άλλα, δυσκολότερα: αν συμφωνούμε, όσοι συμφωνούμε, ποιος ουσιαστικά καπηλεύεται τον Μπελογιάννη, ποιος γενικότερα παραχαράζει τον μαρξισμό και την ιστορία εν γένει, των κινημάτων ειδικότερα, τι κάνουμε τότε, με βάση τις διδαχές της Ελληνοφρένειας;

Δύσκολη τελικά η δουλειά των τρολ. Δώστε κάτι παραπάνω, κύριε Παππά.

buzz it!

24/3/17

Το στάιλινγκ σαν πολιτική κριτική - Ο Ρουβίκωνας στον Ρουβίκωνα - Άλλος για τον ποταμό;

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Μαρτ. 2017)


Το στάιλινγκ σαν πολιτική κριτική

«Παπούτσια δετά τύπου brogues (ενδεχομένως Church’s, αν και δεν είμαι σίγουρος), παντελόνι σιγκαρέτ (δηλαδή, κολάν για άνδρες και LBGT), δερμάτινο στενό σακάκι, γυαλί ηλίου καθρεφτιζέ πορτοκαλί…»

Κάποια οικοδέσποινα ή γλάστρα πρωινομεσημεριανάδικου, που γεμίζουν την ώρα τους με το τι φόρεσε ο άλφα και η βήτα στην τάδε κοσμική εμφάνισή τους; 

Και ποιον να αφορά η περιγραφή; Τον Λάκη Γαβαλά; τον Τρύφωνα Σαμαρά; ή άλλο, βήτα κατηγορίας όνομα, γκέι μάλλον, όπως υποβάλλει η αναφορά σε LGBT (εντάξει: τυπογραφική αβλεψία το LBGT); 

Όχι· κάποιον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, που (δίνω ολόκληρο τώρα το απόσπασμα)

«Το όνομά του δεν έχει σημασία, αλλά την όψη του πρέπει να την περιγράψω, διότι ήταν η ενσάρκωση της “ανάπτυξης”: Παπούτσια δετά τύπου brogues (ενδεχομένως Church’s, αν και δεν είμαι σίγουρος), παντελόνι σιγκαρέτ (δηλαδή, κολάν για άνδρες και LBGT), δερμάτινο στενό σακάκι, γυαλί ηλίου καθρεφτιζέ πορτοκαλί. Με άλλα λόγια, ένας συνήθης κακοχυμένος πενηντάρης μεταμφιεσμένος σε κακοχυμένο τριαντάρη. Για λύπηση ο μουσακάς...»

Και τελικά ποιος περιγράφει; Στην έγκριτη Καθημερινή η πρώην Πανδώρα του Βήματος και τώρα Φαληρεύς, ο Στέφανος Κασιμάτης: Όντως, για λύπηση ο μουσακάς!

Που διαπρέπει σε ενδυματολογικές και γενικότερες ανθρωπολογικές παρατηρήσεις: όταν γράφει για το σακίδιο του Τσακαλώτου, ο οποίος το χρειάζεται κυρίως «για να ενισχύει την όψη του λέτσου, που οφείλει να προβάλει ο καλός αριστερός για τον εαυτό του...»· ή για την «ιδιότυπη σχέση που διατηρεί ο Ζίζεκ με το σαμπουάν και τα άλλα είδη ατομικής καθαριότητας...» κ.ά.

Ξανά: για λύπηση –κι ούτε καν μουσακάς.


Ο Ρουβίκωνας στον Ρουβίκωνα

«Το δηλώνουμε εταστικά»: δηλαδή; Αν λάβουμε υπόψη μας ότι το λόγιο και σπάνιο (κατά Μπαμπινιώτη!) επίθετο εταστικός σημαίνει διερευνητικός, παρατηρητικός κτλ., τίποτα! 

Απλώς ζουραρισμός, επί το λαϊκότερον ζουραριδιά, από το όνομα του επιφανέστερου εκπροσώπου της σχολής: μια λόγια ή λογιόμορφη λέξη που δεν σημαίνει τίποτα, ιδίως στη συγκεκριμένη θέση. Κοινώς, άλλη μια από τις αυτοκτονικές απόπειρες όσων πιστεύουν ότι η μία και ενιαία γλώσσα δεν έχει διακριτές, διαφορετικές φάσεις, άρα και σύνταξη και λεξιλόγιο, άρα όρια, κι έτσι θεωρούν ότι μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στα αχανή εδάφη της γλώσσας. Κι έτσι όπως απομακρύνονται από το φυσικό γλωσσικό τους περιβάλλον, πέφτουν μοιραία σε ναρκοπέδια (κανόνας που επαληθεύεται με μαθηματική ακρίβεια στον λόγο όλων, σχεδόν ανεξαιρέτως, των λογιόπληκτων), ή αναλόγως πνίγονται: καλή ώρα στον ποταμό Ρουβίκωνα· και για την ακρίβεια: ο Ρουβίκωνας στον Ρουβίκωνα.

Γιατί το αλίευμα είναι από την τελευταία προκήρυξη του Ρουβίκωνα, έπειτα από την επίθεση στα γραφεία της αλυσίδας Mikel. Δεν είχα ξαναδιαβάσει, ομολογώ, κείμενο της οργάνωσης αυτής, κι έτσι ξαφνιάστηκα, καθώς είχα μείνει πολύ πίσω, στον περίφημο «ξύλινο» λόγο των αριστερίστικων κ.ά. ομάδων, της μεταπολίτευσης λόγου χάρη.

Τώρα, ανθούν τα στερεοτυπικά πλέον της λογιόπληκτης εποχής: εισήλθε στο νοσοκομείο, αντί: μπήκε· τα κέρδη ανήλθαν στα τόσα εκατομμύρια, αντί: έφτασαν…· μαζί όμως με άλλα, περιδιαγραμμάτου ή και περίπου ελληνικά:  

μετέρχεται σε καθημερινή βάση του κινδύνου τροχαίου, αντί: κινδυνεύει κάθε μέρα… (αφήνω την κοινότατη, όμως καθαρά λογιόστροφη λάθος σύνταξη τού ρ. μετέρχομαι με γενική)· ο κίνδυνος επαυξάνεται λόγω της αγχογόνου συνθήκης που επιβάλλει η παράδοση των πλείστων παραγγελιών στην ώρα τους· στο συγκεκριμένο παιχνίδι των πεσσών μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων οι κανόνες a priori έχουν απολεσθεί…· η εν λόγω αλυσίδα καταστημάτων βρίθει καταγγελιών και μαρτυριών εργαζομένων· συντηρούν την εικόνα των οιονεί απίστων για τον εαυτό τους, κ.ά., όλα του Ρουβίκωνα, εννοείται.

Οιονεί ελληνικά.


Άλλος για τον ποταμό;

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, απροπό. Που πνίγηκε κι αυτός στα νερά του Ρουβίκωνα, όταν σε ραδιοφωνική εκπομπή, με αφορμή κάποια άλλη επιχείρηση της ομώνυμης οργάνωσης, είπε εμβριθώς –χωρίς κανένας να τον διορθώσει, έτσι πειστικός που ακούγεται πάντα ο στόμφος, είτε στα εγκυκλοπαιδικά, όπως εδώ, είτε στα ζουράρικα ελληνικά, όπως τα παραπάνω. Είπε λοιπόν ο Πάγκαλος:

«Τώρα τον Ρουβίκωνα διήλθε, όπως ξέρετε, ο Καίσαρ και είπε το περίφημο βέντι, βίντι, βίνσι». Μόνο που ο Καίσαρας, όταν διάβηκε τον Ρουβίκωνα, είπε το άλλο περίφημο, ότι ο κύβος ερρίφθη! Σε άλλη περίπτωση, αναγγέλλοντας στη Σύγκλητο κάποια νίκη του, είπε το veni, vidi, vici (ήλθον, είδον, ενίκησα), και όχι: «vedi, vidi, vinci», όπως τα είπε ο κάποτε συνδαιτυμόνας μας στο φαγοπότι.

Παρωνυχίδα όμως, μπροστά στους τόμους τους οποίους γεμίζουνε τα μύρια όσα του Παγκάλου.

buzz it!

19/3/17

Η Γαλλίδα Emily Brontë και το test-άκι

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Μαρτ. 2017)


Πίτερ Μπρέχελ (Μπρύγκελ, Μπρέγκελ κ.ά.!) ο πρεσβύτερος, "Ο πύργος της Βαβέλ"



«Θα μιλήσουμε για την Έμιλυ Μπροντέ· δεν ξέρω γαλλικά, αλλά θα κάνω πως ξέρω: Έμιλυ Μπγοντέ…» έκανε χαριτωμένα ο παρουσιαστής, μ’ ένα κλειστό, γαλλικοφανές έψιλον στο επίθετο· «Αγγλίδα είναι» τον έκοψε ο παρουσιαζόμενος.

Η σκηνή, που μου την επισήμανε με μέιλ του φίλος αναγνώστης, διαδραματίστηκε στην εκπομπή «Στάση ΕΡΤ», η οποία μας απασχόλησε πρόσφατα, όταν παρουσίασε το πόνημα μιας μαθήτριας της «σχολής» Άδωνη, έκδοση οίκου που μας χαρίζει Κωνσταντίνο Πλεύρη και διάφορους άλλους «γνήσιους Έλληνες». Τώρα (2/3) παρουσιαζόταν ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, που διασκεύασε τα Ανεμοδαρμένα ύψη της Έμιλυ Μπροντέ. Να μην το ήξερε το κλασικό αυτό έργο ο παρουσιαστής (Ανδρέας Ροδίτης); Δεν νομίζω· θα το ήξερε, θα το είχε ακουστά, κι αυτό και τη συγγραφέα του· απλώς μπορεί να μην ήξερε πως είναι Αγγλίδα: αλλά τότε δεν είχε φροντίσει να μάθει τα πλέον στοιχειώδη για την εκπομπή που ετοίμαζε; Ή δεν την ετοίμαζε; Κι είχε μπροστά του ένα χαρτί με ονόματα και τίτλους, που τα διάβαζε πρίμα βίστα, εκείνη την ώρα; Και τότε, αναρωτιέμαι, και περνάω στο θέμα μου, μήπως ήταν λατινικά γραμμένο το όνομα π.χ. της Μπροντέ: Emily Brontë, μ’ αυτά τα περίεργα διαλυτικά στο τέλος, που του φάνηκαν κάτι σαν τη γαλλική οξεία;

Τα λατινόγραπτα ονόματα με έχουν απασχολήσει πολλές φορές, αυτή η τάση που οφείλεται συχνά σε επιστημονική σχολαστικότητα, άλλοτε σε απλή ξενομανία, ίσως σε μια αθώα παρανόηση ότι τα ξένα μένουν, άρα και γράφονται, πάντα ξένα. Υπάρχει πάντα κάποια λογική πίσω απ’ όλα αυτά, το θέμα είναι ότι άλλοτε διαιωνίζουν ή προκαλούν εσφαλμένη προφορά: «Κίρκεγκαρντ» γράφουν συχνά τον Κίρκεγκωρ (Kierkegaard), «Ντεσκάρτ» τον έχει σ’ ένα βιβλίο, κι όχι μόνο μία φορά, τον Ντεκάρτ (Descartes) κάποιος βραβευμένος μάλιστα μεταφραστής, «Φουρτβάνγκλερ» άκουσα εμβρόντητος να λέει πρόσφατα στο Τρίτο επαγγελματίας μουσικός τον Φουρτβαίνγκλερ (Furtwängler)· το βασικότερο: δεν μεταδίδουν τη στοιχειώδη πληροφορία, για κάποιον που πρωτοσυναντά ένα όνομα –και θέλει να ξέρει τι διαβάζει, πώς θα μιλήσει έπειτα γι’ αυτόν που διάβασε, πώς θα αναζητήσει ένα βιβλίο, δίσκο του κτλ.

Στα όρια του κωμικού, η άγνωστη προφορά του ονόματος ενός θεατρικού συγγραφέα, που έργο του είδαμε πριν από πέντε χρόνια (Fucking games), άγνωστη ακόμα και στους συντελεστές της παράστασης, όπως ξανάγραφα: Grae Cleugh βλέπαμε παντού, από τη μαρκίζα του θεάτρου ώς τις εφημερίδες: «Κλυ», με κλειστό -υ, έλυσε την απορία ο ίδιος ο συγγραφέας όταν ήρθε στη χώρα μας.

Και πώς να προφέρεται ο Ryszard Nieoczym, «σκηνοθέτης της ενδιαφέρουσας, φαίνεται, παράστασης The sky up above», αναρωτιόταν και η ίδια η κριτικός που τον ανέφερε. Πώς να ξέρει κανείς ότι προφέρεται Γιέλμσλεβ ο Δανός γλωσσολόγος Hjelmslev και Ντόνοχιου ο Ιρλανδός κριτικός Denis Donoghue;

Αντί λοιπόν για τη στοιχειώδη υποχρέωσή μας για τη μετάδοση της στοιχειώδους πληροφορίας, αρχικά· αντί για τη δεξίωση στη γλώσσα μας και τη μονιμοποίηση έπειτα αυτών που μας προσφέρουν τη μουσική τους, την ποίησή τους, την επιστήμη τους κ.ο.κ., τους κρατούμε πάντοτε απέξω –συχνά και σε αλφάβητο άλλο από της γλώσσας τους: Tchekhov, Prokoviev, Mayakovsky κτλ.

Νεότερη τάση, που συμπίπτει και προφανώς συνδέεται με γενικότερες λογιόστροφες καθαριστικές τάσεις, είναι να γράφονται με λατινικά στοιχεία λέξεις που έχουν ενσωματωθεί προ πολλού  στη γλώσσα μας: «ένα πραγματικό bijoux», «ο δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι embargo δεν υπήρχε», «μοιράζει prospectus με οδηγίες χρήσης», σε τίτλο: «Πολιτική assortie με σεξουαλικά σκάνδαλα», και πάλι σε τίτλο: «Τα ωραία πλάνα και το sabotage», ή το stress, το album και το test.

Το test λοιπόν, αλλά και το test-άκι! Άλλη κατηγορία αυτό, άλλο σκαλί: μια λέξη τώρα που επίσης έχει αποκτήσει υπηκοότητα ελληνική, δίνει μάλιστα και παράγωγα, υποκοριστικό εν προκειμένω, στιγματίζεται ξαφνικά σαν ξένη, και μπάσταρδο το παιδί της.

Ακόμα πιο γόνιμη στάθηκε στα εδάφη μας η λέξη ροκ: ροκάς-ροκάδες, ροκιά, ροκάρω, κι όμως διαβάζω τίτλο: «Όταν η Θύρα 13 rockάρει»! Ενώ «Hollywoodιανός αστέρας απολαμβάνει τον ήλιο της Ελλάδας»!

Σχετικά πρόσφατο δάνειο είναι ο κόουτς (coach), με πολλά ατού (atouts: ναι, κι αυτό το είδα κάπου) υπέρ του: είναι δισύλλαβο, έναντι του 4σύλλαβου προπονητή και της 5σύλλαβης προπονήτριας, κυρίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε προσφώνηση: καλημέρα, κόουτς κτλ., ενώ κανένας δεν μπορούσε να πει και δεν έλεγε ποτέ: «καλημέρα, προπονητή» κτλ. Έτσι, ενσωματώθηκε γρήγορα, δίνοντας και παράγωγα: κοουτσάρω, κοουτσάρισμα· όμως διαβάζω πως «μητέρα coachάρει την κόρη της».

Ίδια είναι και τα internet-ικός, googleάρω κ.ά., παράγωγα κι αυτά νεότερων δανείων, με ευρύτερη χρήση.

Μοιάζει τραγελαφικό και οξύμωρο, να είναι ευρύχωρη και δημιουργική η γλώσσα, και οι ίδιοι οι φορείς και χρήστες της εντέλει φοβικοί.

buzz it!

12/3/17

Η αυτοχειρία ενός συγγραφέα

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Μαρτ. 2017)


«Ανήκω σε έναν λαό τον οποίο βδελύσσομαι. Το βδέλυγμα είναι αυτός ο λαός. Ο ελληνικός λαός. Ο ελληνικός λαός είναι ένα βδέλυγμα. Ο λαός αυτός είναι πλέον ικανός και πανέτοιμος για το χειρότερο. Για το χείριστο. Δεν είναι ικανός και πανέτοιμος παρά μόνο γι’ αυτό. Επειδή ο ίδιος ανήκει στο χειρότερο. Στο χείριστο. Ο ελληνικός λαός ανήκει οριστικά στο μη περαιτέρω του χείριστου.

»Βρίσκεται σε πλήρη διαθεσιμότητα για να γεννάει μόνο τέρατα. Η γονιμότητά του, η μοναδική την οποία διαθέτει, είναι πλέον προγραμματισμένη γενετικώς και καθηλωμένη αποκλειστικώς στην τερατογένεση. Ο ελληνικός λαός είναι ένα τέρας προορισμένο να γεννάει μόνο τέρατα...»

Έτσι άρχιζε ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης ένα κείμενό του, με τίτλο «Το βδέλυγμα» (LiFO 30.9.15), ένα παραληρηματικό κείμενο με αφοριστικό ύφος και μια ναρκισσευόμενη, κούφια εσχατολογία, χωρίς ίχνος κριτικής σκέψης και επιχειρήματος. Όπως ήταν φυσικό, το κείμενο σχολιάστηκε ευρέως για την προκλητικότητα και τη βαθύτερη ιδεολογική ουσία του –για την «ανερυθρίαστη αισθητικοποίηση της πολιτικής» σε συνδυασμό με την «επιδεικτική απουσία κοινωνικών όρων», που συνιστούν εντέλει ένα κείμενο «φασιστικό στην κυριολεξία του», όπως έγραψε π.χ. εδώ ο Θωμάς Τσαλαπάτης («Πεθαίνω σαν βδέλυγμα», 3.10.15).

Υπάρχει όμως κάτι περισσότερο κι από αυτό, όπως επισήμανε ο Παντελής Μπουκάλας (Καθημερινή 11.10.15):

«Μόνο οι λέξεις είναι κάπως νέες στο κείμενο του Δημητριάδη. Ο τόνος των λεγομένων του είναι ίδιος χρόνια τώρα, ιδίως αφότου στερεώθηκε μέσα του η πίστη (που δηλώνεται άλλωστε ρητά και κατηγορηματικά) πως είναι αδικημένος στην Ελλάδα. Φλεβάρη του 2008, παρουσιάζοντας στην Καθημερινή ένα καινούργιο βιβλίο του συγγραφέα, τους Καταλόγους 13-14 [...], που συνόψιζαν το πιστεύω του πως όλα οδεύουν στο σκοτάδι και στο ΜΗΔΕΝ, έλεγα και τα εξής: “Ο Δημητριάδης έχει μιλήσει με φωνή έκδηλα επιθετική και οργισμένη ή εσωτερικευμένη και μυστική (και η έκδηλη ή και προκλητική επιθετικότητα άλλωστε ακούγεται κάποιες φορές σαν το άλλο όνομα μιας αποφασισμένης ενδοστρέφειας, ενδεχομένως και αυταρέσκειας), αποφατική, ιερατική ή χλευαστική, με φωνή που καταφάσκει την τέχνη κι άλλοτε πάλι διατυπώνει αυστηρές επιφυλάξεις, οι οποίες παίρνουν πια μια μηδενιστική οξύτητα όταν αναφέρονται στον κόσμο εν γένει, ο οποίος εξεικονίζεται ολονέν εφιαλτικότερος”».

Ενάμιση χρόνο μετά το «Βδέλυγμα», ο Δημητριάδης ένιωσε την ανάγκη να επανέλθει («Ο γάντζος», Athens Review of Books, Μάρτ. ’17), στην ίδια πάντα γραμμή, αλλά σε νηφαλιότερο σχετικά τόνο και με μια απόπειρα τάχα εμβάθυνσης. Έτσι, εξετάζεται «αυτό που θα αποκαλούσαμε “ψυχισμό του ελληνικού λαού”, προπάντων σήμερα, με συσσωρευμένη μέσα του όλη την πολύπλοκη συγκομιδή των δύο τουλάχιστον προηγούμενων αιώνων μέχρι σήμερα», «μία περιοχή που ο ίδιος ο λαός, παρότι, ή λόγω τού ότι, την φέρει μέσα του, τρομάζει όχι μόνο να την κοιτάξει, αλλά τρομάζει και να διανοηθεί ακόμη ότι είναι ο φορέας της», και τελικά «αποδίδει τα δεινά του στον “ψυχισμό άλλων” των οποίων παραμένει, όπως πιστεύει, αιώνιο θύμα».

«Ο δικός του [ψυχισμός] συνίσταται από μία συγκρουσιακή συνύπαρξη αντιμαχόμενων ακροτήτων, οι οποίες λειτουργούν πλέον μέσα του ανεξάρτητα από την σκέψη και την θέλησή του, είναι δέσμιός τους, σε σημείο τέτοιο ώστε να διακατέχεται από πάσης φύσεως φαντάσματα τα οποία δεν του επιτρέπουν, μέχρι στιγμής, να ωριμάσει [...].

»Ο ελληνικός λαός, ως αυτή η ζοφερή εσωτερική περιπλοκότητα, συνιστά μία εκτρωματική καταγωγή όλων εκείνων των πεπραγμένων που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ό,τι προέρχεται από την καταγωγή που είναι αυτός ο λαός, είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι, εκτρωματικό…»

Η συνέχεια, ίδια με τα παλιά. Μοιάζει εντέλει εφιαλτικό: «Αυτός αν ζούσε στη Γερμανία του ’30, θα ήταν σήμερα ολόκληρο κεφάλαιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ιστορίας» σχολίασε ο γείτονας εδώ Δημήτρης Αγγελίδης.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμα πιο εφιαλτικό, από μιαν άποψη: η αυτοκαταστροφική μανία του συγγραφέα, όπως μπορούμε να τη δούμε έπειτα από μακρά πλέον πορεία (με βάση και την επισήμανση του Μπουκάλα), του συγγραφέα που ξαναγράφει διαρκώς το εμβληματικό, όπως λέγεται, εσχατολογικό έργο του, το Πεθαίνω σα χώρα (1978), το πρώτο και το μόνο πάντως που γνώρισε την ομόθυμη αποδοχή κριτικής και αναγνωστικού κοινού. Και ξαναγράφοντάς το, με βάση τα όσα είδαμε, το καταστρέφει, καθώς το απογυμνώνει από τις λογοτεχνικές προθέσεις του, αυτές που μπορούν συχνά και αντισταθμίζουν ακόμα και την πιο αποκρουστική ιδεολογία, που μπορούν συχνά και δημιουργούν τέχνη.

Τώρα, χωρίς την προστατευτική σκευή της τέχνης, μένει γυμνή η ιδεολογία, το κείμενο γίνεται απλοϊκό μανιφέστο, και ο συγγραφέας μένει εκτεθειμένος στον κίνδυνο να χαρακτηριστεί, χειρότερα εντέλει κι από αντιδραστικός: γραφικός.

Κρίμα.

buzz it!