19/3/17

Η Γαλλίδα Emily Brontë και το test-άκι

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Μαρτ. 2017)


Πίτερ Μπρέχελ (Μπρύγκελ, Μπρέγκελ κ.ά.!) ο πρεσβύτερος, "Ο πύργος της Βαβέλ"



«Θα μιλήσουμε για την Έμιλυ Μπροντέ· δεν ξέρω γαλλικά, αλλά θα κάνω πως ξέρω: Έμιλυ Μπγοντέ…» έκανε χαριτωμένα ο παρουσιαστής, μ’ ένα κλειστό, γαλλικοφανές έψιλον στο επίθετο· «Αγγλίδα είναι» τον έκοψε ο παρουσιαζόμενος.

Η σκηνή, που μου την επισήμανε με μέιλ του φίλος αναγνώστης, διαδραματίστηκε στην εκπομπή «Στάση ΕΡΤ», η οποία μας απασχόλησε πρόσφατα, όταν παρουσίασε το πόνημα μιας μαθήτριας της «σχολής» Άδωνη, έκδοση οίκου που μας χαρίζει Κωνσταντίνο Πλεύρη και διάφορους άλλους «γνήσιους Έλληνες». Τώρα (2/3) παρουσιαζόταν ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, που διασκεύασε τα Ανεμοδαρμένα ύψη της Έμιλυ Μπροντέ. Να μην το ήξερε το κλασικό αυτό έργο ο παρουσιαστής (Ανδρέας Ροδίτης); Δεν νομίζω· θα το ήξερε, θα το είχε ακουστά, κι αυτό και τη συγγραφέα του· απλώς μπορεί να μην ήξερε πως είναι Αγγλίδα: αλλά τότε δεν είχε φροντίσει να μάθει τα πλέον στοιχειώδη για την εκπομπή που ετοίμαζε; Ή δεν την ετοίμαζε; Κι είχε μπροστά του ένα χαρτί με ονόματα και τίτλους, που τα διάβαζε πρίμα βίστα, εκείνη την ώρα; Και τότε, αναρωτιέμαι, και περνάω στο θέμα μου, μήπως ήταν λατινικά γραμμένο το όνομα π.χ. της Μπροντέ: Emily Brontë, μ’ αυτά τα περίεργα διαλυτικά στο τέλος, που του φάνηκαν κάτι σαν τη γαλλική οξεία;

Τα λατινόγραπτα ονόματα με έχουν απασχολήσει πολλές φορές, αυτή η τάση που οφείλεται συχνά σε επιστημονική σχολαστικότητα, άλλοτε σε απλή ξενομανία, ίσως σε μια αθώα παρανόηση ότι τα ξένα μένουν, άρα και γράφονται, πάντα ξένα. Υπάρχει πάντα κάποια λογική πίσω απ’ όλα αυτά, το θέμα είναι ότι άλλοτε διαιωνίζουν ή προκαλούν εσφαλμένη προφορά: «Κίρκεγκαρντ» γράφουν συχνά τον Κίρκεγκωρ (Kierkegaard), «Ντεσκάρτ» τον έχει σ’ ένα βιβλίο, κι όχι μόνο μία φορά, τον Ντεκάρτ (Descartes) κάποιος βραβευμένος μάλιστα μεταφραστής, «Φουρτβάνγκλερ» άκουσα εμβρόντητος να λέει πρόσφατα στο Τρίτο επαγγελματίας μουσικός τον Φουρτβαίνγκλερ (Furtwängler)· το βασικότερο: δεν μεταδίδουν τη στοιχειώδη πληροφορία, για κάποιον που πρωτοσυναντά ένα όνομα –και θέλει να ξέρει τι διαβάζει, πώς θα μιλήσει έπειτα γι’ αυτόν που διάβασε, πώς θα αναζητήσει ένα βιβλίο, δίσκο του κτλ.

Στα όρια του κωμικού, η άγνωστη προφορά του ονόματος ενός θεατρικού συγγραφέα, που έργο του είδαμε πριν από πέντε χρόνια (Fucking games), άγνωστη ακόμα και στους συντελεστές της παράστασης, όπως ξανάγραφα: Grae Cleugh βλέπαμε παντού, από τη μαρκίζα του θεάτρου ώς τις εφημερίδες: «Κλυ», με κλειστό -υ, έλυσε την απορία ο ίδιος ο συγγραφέας όταν ήρθε στη χώρα μας.

Και πώς να προφέρεται ο Ryszard Nieoczym, «σκηνοθέτης της ενδιαφέρουσας, φαίνεται, παράστασης The sky up above», αναρωτιόταν και η ίδια η κριτικός που τον ανέφερε. Πώς να ξέρει κανείς ότι προφέρεται Γιέλμσλεβ ο Δανός γλωσσολόγος Hjelmslev και Ντόνοχιου ο Ιρλανδός κριτικός Denis Donoghue;

Αντί λοιπόν για τη στοιχειώδη υποχρέωσή μας για τη μετάδοση της στοιχειώδους πληροφορίας, αρχικά· αντί για τη δεξίωση στη γλώσσα μας και τη μονιμοποίηση έπειτα αυτών που μας προσφέρουν τη μουσική τους, την ποίησή τους, την επιστήμη τους κ.ο.κ., τους κρατούμε πάντοτε απέξω –συχνά και σε αλφάβητο άλλο από της γλώσσας τους: Tchekhov, Prokoviev, Mayakovsky κτλ.

Νεότερη τάση, που συμπίπτει και προφανώς συνδέεται με γενικότερες λογιόστροφες καθαριστικές τάσεις, είναι να γράφονται με λατινικά στοιχεία λέξεις που έχουν ενσωματωθεί προ πολλού  στη γλώσσα μας: «ένα πραγματικό bijoux», «ο δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι embargo δεν υπήρχε», «μοιράζει prospectus με οδηγίες χρήσης», σε τίτλο: «Πολιτική assortie με σεξουαλικά σκάνδαλα», και πάλι σε τίτλο: «Τα ωραία πλάνα και το sabotage», ή το stress, το album και το test.

Το test λοιπόν, αλλά και το test-άκι! Άλλη κατηγορία αυτό, άλλο σκαλί: μια λέξη τώρα που επίσης έχει αποκτήσει υπηκοότητα ελληνική, δίνει μάλιστα και παράγωγα, υποκοριστικό εν προκειμένω, στιγματίζεται ξαφνικά σαν ξένη, και μπάσταρδο το παιδί της.

Ακόμα πιο γόνιμη στάθηκε στα εδάφη μας η λέξη ροκ: ροκάς-ροκάδες, ροκιά, ροκάρω, κι όμως διαβάζω τίτλο: «Όταν η Θύρα 13 rockάρει»! Ενώ «Hollywoodιανός αστέρας απολαμβάνει τον ήλιο της Ελλάδας»!

Σχετικά πρόσφατο δάνειο είναι ο κόουτς (coach), με πολλά ατού (atouts: ναι, κι αυτό το είδα κάπου) υπέρ του: είναι δισύλλαβο, έναντι του 4σύλλαβου προπονητή και της 5σύλλαβης προπονήτριας, κυρίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε προσφώνηση: καλημέρα, κόουτς κτλ., ενώ κανένας δεν μπορούσε να πει και δεν έλεγε ποτέ: «καλημέρα, προπονητή» κτλ. Έτσι, ενσωματώθηκε γρήγορα, δίνοντας και παράγωγα: κοουτσάρω, κοουτσάρισμα· όμως διαβάζω πως «μητέρα coachάρει την κόρη της».

Ίδια είναι και τα internet-ικός, googleάρω κ.ά., παράγωγα κι αυτά νεότερων δανείων, με ευρύτερη χρήση.

Μοιάζει τραγελαφικό και οξύμωρο, να είναι ευρύχωρη και δημιουργική η γλώσσα, και οι ίδιοι οι φορείς και χρήστες της εντέλει φοβικοί.

buzz it!

12/3/17

Η αυτοχειρία ενός συγγραφέα

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Μαρτ. 2017)


«Ανήκω σε έναν λαό τον οποίο βδελύσσομαι. Το βδέλυγμα είναι αυτός ο λαός. Ο ελληνικός λαός. Ο ελληνικός λαός είναι ένα βδέλυγμα. Ο λαός αυτός είναι πλέον ικανός και πανέτοιμος για το χειρότερο. Για το χείριστο. Δεν είναι ικανός και πανέτοιμος παρά μόνο γι’ αυτό. Επειδή ο ίδιος ανήκει στο χειρότερο. Στο χείριστο. Ο ελληνικός λαός ανήκει οριστικά στο μη περαιτέρω του χείριστου.

»Βρίσκεται σε πλήρη διαθεσιμότητα για να γεννάει μόνο τέρατα. Η γονιμότητά του, η μοναδική την οποία διαθέτει, είναι πλέον προγραμματισμένη γενετικώς και καθηλωμένη αποκλειστικώς στην τερατογένεση. Ο ελληνικός λαός είναι ένα τέρας προορισμένο να γεννάει μόνο τέρατα...»

Έτσι άρχιζε ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης ένα κείμενό του, με τίτλο «Το βδέλυγμα» (LiFO 30.9.15), ένα παραληρηματικό κείμενο με αφοριστικό ύφος και μια ναρκισσευόμενη, κούφια εσχατολογία, χωρίς ίχνος κριτικής σκέψης και επιχειρήματος. Όπως ήταν φυσικό, το κείμενο σχολιάστηκε ευρέως για την προκλητικότητα και τη βαθύτερη ιδεολογική ουσία του –για την «ανερυθρίαστη αισθητικοποίηση της πολιτικής» σε συνδυασμό με την «επιδεικτική απουσία κοινωνικών όρων», που συνιστούν εντέλει ένα κείμενο «φασιστικό στην κυριολεξία του», όπως έγραψε π.χ. εδώ ο Θωμάς Τσαλαπάτης («Πεθαίνω σαν βδέλυγμα», 3.10.15).

Υπάρχει όμως κάτι περισσότερο κι από αυτό, όπως επισήμανε ο Παντελής Μπουκάλας (Καθημερινή 11.10.15):

«Μόνο οι λέξεις είναι κάπως νέες στο κείμενο του Δημητριάδη. Ο τόνος των λεγομένων του είναι ίδιος χρόνια τώρα, ιδίως αφότου στερεώθηκε μέσα του η πίστη (που δηλώνεται άλλωστε ρητά και κατηγορηματικά) πως είναι αδικημένος στην Ελλάδα. Φλεβάρη του 2008, παρουσιάζοντας στην Καθημερινή ένα καινούργιο βιβλίο του συγγραφέα, τους Καταλόγους 13-14 [...], που συνόψιζαν το πιστεύω του πως όλα οδεύουν στο σκοτάδι και στο ΜΗΔΕΝ, έλεγα και τα εξής: “Ο Δημητριάδης έχει μιλήσει με φωνή έκδηλα επιθετική και οργισμένη ή εσωτερικευμένη και μυστική (και η έκδηλη ή και προκλητική επιθετικότητα άλλωστε ακούγεται κάποιες φορές σαν το άλλο όνομα μιας αποφασισμένης ενδοστρέφειας, ενδεχομένως και αυταρέσκειας), αποφατική, ιερατική ή χλευαστική, με φωνή που καταφάσκει την τέχνη κι άλλοτε πάλι διατυπώνει αυστηρές επιφυλάξεις, οι οποίες παίρνουν πια μια μηδενιστική οξύτητα όταν αναφέρονται στον κόσμο εν γένει, ο οποίος εξεικονίζεται ολονέν εφιαλτικότερος”».

Ενάμιση χρόνο μετά το «Βδέλυγμα», ο Δημητριάδης ένιωσε την ανάγκη να επανέλθει (Athens Review of Books, Μάρτ. ’17), στην ίδια πάντα γραμμή, αλλά σε νηφαλιότερο σχετικά τόνο και με μια απόπειρα τάχα εμβάθυνσης. Έτσι, εξετάζεται «αυτό που θα αποκαλούσαμε “ψυχισμό του ελληνικού λαού”, προπάντων σήμερα, με συσσωρευμένη μέσα του όλη την πολύπλοκη συγκομιδή των δύο τουλάχιστον προηγούμενων αιώνων μέχρι σήμερα», «μία περιοχή που ο ίδιος ο λαός, παρότι, ή λόγω τού ότι, την φέρει μέσα του, τρομάζει όχι μόνο να την κοιτάξει, αλλά τρομάζει και να διανοηθεί ακόμη ότι είναι ο φορέας της», και τελικά «αποδίδει τα δεινά του στον “ψυχισμό άλλων” των οποίων παραμένει, όπως πιστεύει, αιώνιο θύμα».

«Ο δικός του [ψυχισμός] συνίσταται από μία συγκρουσιακή συνύπαρξη αντιμαχόμενων ακροτήτων, οι οποίες λειτουργούν πλέον μέσα του ανεξάρτητα από την σκέψη και την θέλησή του, είναι δέσμιός τους, σε σημείο τέτοιο ώστε να διακατέχεται από πάσης φύσεως φαντάσματα τα οποία δεν του επιτρέπουν, μέχρι στιγμής, να ωριμάσει [...].

»Ο ελληνικός λαός, ως αυτή η ζοφερή εσωτερική περιπλοκότητα, συνιστά μία εκτρωματική καταγωγή όλων εκείνων των πεπραγμένων που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ό,τι προέρχεται από την καταγωγή που είναι αυτός ο λαός, είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι, εκτρωματικό…»

Η συνέχεια, ίδια με τα παλιά. Μοιάζει εντέλει εφιαλτικό: «Αυτός αν ζούσε στη Γερμανία του ’30, θα ήταν σήμερα ολόκληρο κεφάλαιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ιστορίας» σχολίασε ο γείτονας εδώ Δημήτρης Αγγελίδης.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμα πιο εφιαλτικό, από μιαν άποψη: η αυτοκαταστροφική μανία του συγγραφέα, όπως μπορούμε να τη δούμε έπειτα από μακρά πλέον πορεία (με βάση και την επισήμανση του Μπουκάλα), του συγγραφέα που ξαναγράφει διαρκώς το εμβληματικό, όπως λέγεται, έργο του, το Πεθαίνω σα χώρα (1978), το πρώτο και το μόνο πάντως που γνώρισε την ομόθυμη αποδοχή κριτικής και αναγνωστικού κοινού. Και ξαναγράφοντάς το, με βάση τα όσα είδαμε, το καταστρέφει, καθώς το απογυμνώνει από τις λογοτεχνικές προθέσεις του, αυτές που μπορούν συχνά και αντισταθμίζουν ακόμα και την πιο αποκρουστική ιδεολογία, που μπορούν συχνά και δημιουργούν τέχνη.

Τώρα, χωρίς την προστατευτική σκευή της τέχνης, μένει γυμνή η ιδεολογία, το κείμενο γίνεται απλοϊκό μανιφέστο, και ο συγγραφέας μένει εκτεθειμένος στον κίνδυνο να χαρακτηριστεί, χειρότερα εντέλει κι από αντιδραστικός: γραφικός.

Κρίμα.

buzz it!

4/3/17

Ο απατεώνας και ο άγιος

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Μαρτ. 2017)


Γραφικοί, καλτ, θεατρίνοι κτλ., με τέτοιους χαρακτηρισμούς, που σίγουρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πάλι λίγα λένε, αρνιόμαστε να πάρουμε στα σοβαρά διάφορους που χτίζουν καριέρα αυτογελοιοποιούμενοι, προσφέροντας θέαμα και εξασφαλίζοντας μια θέση στις σατιρικές εκπομπές, έπειτα στα παρακάναλα κι από κει στα «σοβαρά» κανάλια, σε λαϊφστάιλ κι έπειτα πάλι «σοβαρές» εκπομπές και πάνελ. Κι από κει στη Βουλή των Ελλήνων! Να διαφεντεύουν με δική μας εντολή τη ζωή μας –αυτοί ακριβώς που τους είχαμε διασκεδαστές και γελωτοποιούς, οι άρχοντες εμείς! Πρόεδρος κοινοβουλευτικού πλέον κόμματος ο ένας, αντιπρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο άλλος, και άλλοι, φευ ουκ ολίγοι. Είναι όμως κι άλλοι, που ακολούθησαν αντίστροφη πορεία: από τη Βουλή των Ελλήνων, καραγκιοζεύουν τώρα στα ΜΜΕ.

Για τον Πάγκαλο ο λόγος, που υπουργός επί δεκαετίες υπέγραψε τη χρεοκοπία της χώρας –μαζί με «τον τυροπιτά που δεν έκοβε απόδειξη»· τώρα στη σύνταξη αλλά όχι σε αποστρατεία, με καθημερινό σχεδόν βήμα σε ραδιόφωνα και εφημερίδες, φροντίζει να συντηρεί την εικόνα του με πιασάρικες ατάκες και ποζάτες αερολογίες.

Γράφει λοιπόν ο καθ’ ομολογίαν του απατεώνας Πάγκαλος, ακριβέστερα: μέλος «κυβέρνησης απατεώνων», για την οργουελιανή «νέα γλώσσα» (New speak), που εμφανίστηκε, λέει, και πήρε διαστάσεις με τους «Τσιπρανέλ», οι οποίοι είπαν την τρόικα «θεσμούς» κτλ. (Βήμα 26/2). Ώς εδώ συγκρατήθηκε ο Πάγκαλος, γιατί σε άλλα μεγάλα ήθελε να καταλήξει:

«Η προσπάθεια όμως δημιουργίας New speak συνεχίζεται. Προ ενός μηνός [!] περίπου εισήχθη [!] ένας νέος όρος, η λέξη “έμφυλος”. Ομολογώ ότι δεν τον εγνώριζα. Διαπίστωσα ρωτώντας γύρω μου και ανατρέχοντας σε λεξικά ότι πολλοί άλλοι μου διεκδικούσαν τη δάφνη της αγνοίας. Τελικά φαίνεται [!] ότι “έμφυλος” είναι κάποιος ή κάποια που ανήκει στις δύο βασικές ομοφυλοφιλικές ομάδες [!], είτε αποτελούνται από άνδρες είτε από γυναίκες, καθώς και όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ τους» ολοκληρώνει την αυτάρεσκη επίδειξη ανακρίβειας και ασυναρτησίας ο Πάγκαλος.

Γιατί, διαφορετικά, χρειάζεται απλώς μια στάλα παραπανίσιο μυαλό, κυρίως ήθος, για να καταλάβει πας μη Πάγκαλος, και χωρίς λεξικά, το επίθετο «έμφυλος»: πως η έμφυλη βία λ.χ. δεν είναι να πλακωθούν δυο άντρες στο ξύλο, αλλά να πλακώσει ο άντρας τη γυναίκα του στο ξύλο, η βία δηλαδή που έχει άξονα τις ανισότητες κατά φύλο –από τη χειροδικία ώς την κλειτοριδεκτομή.

Όμως ο Πάγκαλος, Πάγκαλος: «Επίσης θα πρέπει να προσθέσουμε στους εμφύλους, υποθέτω, τους παιδεραστές, τους κτηνοβάτες, τους νεκρόφιλους κ.ο.κ. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου…» συνεχίζει, λες κι έμεινε τάχα να πει τίποτα παραπάνω. Εδώ εξάλλου ανταμώνει τις απόψεις του αγίου Πειραιώς, εξού και η συνειρμική επίκληση στα θεία, υποθέτω.

Εννοώ την ουσιαστικά εξίσωση ομοφυλόφιλων και κτηνοβατών την οποία διακονεί ο άγιος Πειραιώς, όταν επιμένει πως η αναγνώριση δικαιωμάτων στους ομοφυλόφιλους (π.χ. με το σύμφωνο συμβίωσης) είναι το πρώτο βήμα για την αναγνώριση της παιδεραστίας και της κτηνοβασίας, όπως υποτίθεται πως έχει γίνει στην Ολλανδία και τη Γερμανία.

Εδώ και χρόνια ο άγιος Πειραιώς επαναλαμβάνει κόπι-πέιστ (θεμιτό βεβαίως αυτό) τη σκοτεινή προφητεία του για το «ασύγγνωστο και τερατώδες κακούργημα εις βάρος του αιωνίου Θεού και του ανθρωπίνου προσώπου» που συντελείται «με την θεσμική αναγνώριση των αισχίστων παθών της ομοφυλοφιλίας σήμερα, της παιδοφιλίας αύριο (βλ. Ολλανδία) και της κτηνοβασίας μεθαύριο (βλ. Γερμανία)…»: αυτό όμως δεν είναι απλώς αθέμιτο, είναι «ασύγγνωστο και τερατώδες κακούργημα» απέναντι στο ποίμνιό του και στον Θεό του, αφού είναι ασύγγνωστο και τερατώδες ψεύδος!

Καταρχήν ο άγιος αλλά και νομικός ξέρει πως η πρώτη του επιστήμη δεν αναγνωρίζει άγνοια, αν αίφνης θέλει να μας πείσει ότι δεν ξέρει, κυρίως ότι δεν διάβασε τις επανειλημμένες δημοσιεύσεις και διαψεύσεις –όχι από εθνομηδενιστάς και κομμουνιστοσυμμορίτας, άγιε δέσποτα, αλλά π.χ. από το Χαμόγελο του Παιδιού. Που συνέβαλε και αυτό στο να μην αναγνωριστεί (π.χ. από τη Χάγη) κόμμα παιδεραστών στην Ολλανδία. Δεν υπήρξε δηλαδή ποτέ «θεσμική αναγνώριση» της παιδεραστίας στην Ολλανδία, όπως διατείνεται ο άγιος-και-νομικός: ένα κόμμα που ιδρύθηκε από τρία άτομα το 2006 δεν συγκέντρωσε ούτε καν τις 30 υπογραφές που χρειάζονταν για καθεμιά από τις 19 εκλογικές περιφέρειες, ώστε να μπορέσει να κατέβει στις εκλογές, και αυτοδιαλύθηκε το 2010. Εφτά χρόνια μετά, ο σεβασμιότατος επιμένει να διακινεί έναν άδηλης καταγωγής αλλά προφανούς σκοπιμότητας μύθο, με καρύκευμα τα περί κτηνοβασίας, που ούτε αυτή είναι «θεσμικά αναγνωρισμένη» στη Γερμανία ή αλλού (ίσα ίσα υπάρχει και σχετικός νόμος).

Γυρίζουμε όμως στον Πάγκαλό μας, που καταλήγει:

«Ας μας βοηθήσει ο Θεός. Φαίνεται ότι η κολασμένη φαντασία του ολοκληρωτισμού πρόκειται να μας προωθήσει και άλλες τέτοιες προτάσεις».

Όντως, ας μας βοηθήσει ο Θεός, ας μας φυλάει από την κολασμένη φαντασία Παγκάλων και άλλων.

buzz it!

25/2/17

Το βοτσαλάκι, η Μαγδαληνή κ.ά. καρναβαλικά

(Εφημερίδα των συντακτών 24 Φεβρ. 2017)


Οι μέρες το απαιτούν, το Καρναβάλι, όχι πως δεν το ’χουμε ολοχρονίς εμείς, εν πάση περιπτώσει από βδομάδα αρχίζει η μεγάλη Σαρακοστή, νηστεία και προσευχή. Ας το γλεντήσουμε τώρα, όσο γίνεται, με κάποια αμιγώς φαιδρά, ή έστω και με τη φαιδρή όψη κάποιων κατά τα άλλα τραγικών.

Η αρχαιοελληνίστρια: «Είμαι από επιλογή αρχαιοελληνίστρια» δήλωσε προ καιρού η Βάνα Μπάρμπα. «Αγαπώ πάρα πολύ την αρχαία Ελλάδα…» Η αλήθεια είναι πως δεν είναι σκέτα κωμική η δήλωση αυτή, καθώς απηχεί όλα τα ιδεολογήματα για το αρχαίο μας κλέος –εκτός ίσως από τη συνέχεια: «Και σίγουρα θα ήμουν εταίρα… τι άλλο; Τότε οι διανοούμενες ήταν οι εταίρες. Η σύζυγος ήταν, ας πούμε, το δουλικό. Η γυναίκα του Περικλή, η Ασπασία, ήταν εταίρα, χάλι μαύρο, αλλά δεν παύει να ήταν εξουσία».

Πάμε αλλού, και όχι εκεί που μας τρομάζει αρχικά μια

Συνομιλία με αγγέλους: Γιατί κάτι δεν πάει καλά, όταν ακούει κανείς φωνές, εκτός κι αν είναι ο Καραμανλής ο εθνάρχης που άκουγε να του μιλάει η Ιστορία, ή ο Σταύρος Θεοδωράκης, που μέσαθέ του μια φωνή του έλεγε: «Κάνε κάτι!», και τα ’κανε αυτός Ποτάμι, θάλασσα κοινώς. Κάτι, λέω, δεν πάει καλά, όταν ακούμε φωνές, ακόμα χειρότερα εάν βρεθούμε να μιλάμε με αγγέλους. Αλλά μην τρομάζουμε, όπως είπα, τουλάχιστον κατέχουμε τη γλώσσα:

«Αν τυχόν κάπου συναντήσω αγγέλους θα τους μιλήσω ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική.[1] Η Ελληνική Γλώσσα ως όχημα διάδοσης της χριστιανικής διδασκαλίας και ο κίνδυνος αποξένωσης απ’ αυτή με τη χρήση των greeklish»: ιδού το θέμα του 10ου Παγκύπριου Μαθητικού Διαγωνισμού της Αρχιεπισκοπής –σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.

Πάλι μας βάλαν τα γυαλιά από τη θυγατέρα Κύπρο· φάε τη σκόνη τους Κώστα Ζουράρι, ή αλλιώς

Αθώο βοτσαλάκι: Ντιπ ανόρεχτη η τελευταία συνέντευξη του υφυπουργού Παιδείας σε λαϊφστάιλ τηλεοπτική εκπομπή, χωρίς ιδιαίτερα πυροτεχνήματα, ίσως επειδή του ήταν γνωστή η δημοσιογράφος, ή επειδή ήταν μόνο μία κάμερα μπροστά του, πάντως παραπονεμένους δεν μας άφησε: Μάθαμε π.χ. ότι παλιά έλεγε «τρομερό φλιτζάνι», συμπαθές αυτό, ότι τον Θουκυδίδη «δεν τον πολυδιαβάζ[ει], γιατί τον ξέρ[ει] περίπου απέξω», έπαιξε και λίγο πιάνο, και θυμηθήκαμε το άλλο του εξαιρετικό: «Εγώ, όταν θέλω να απολαύσω Μπετόβεν, δεν πάω σαν χαζός νεόπλουτος στο Μέγαρο, εγώ, όταν θέλω να απολαύσω Μπετόβεν, παίζω Μπετόβεν στο πιάνο»!

Ώσπου ήρθε η ερώτηση αν θα έκανε τρίτο γάμο, και κάτι αυθεντικά ζουράρειο αμόλησε, ότι θα παντρευόταν τον φίλο του τον τάδε, ο οποίος όμως τον βαριέται, αλλιώς:

«είναι διάφορες κουκλάρες, αλλά γι’ αυτές είμαι πολύ γέρος… Με συνοδεύει μια φήμη, καθ’ υπερβολήν βεβαίως, αλλά εν πάση περιπτώσει…  –Τι φήμη; του γυναικά; – Όχι, παιδί μου, δεν είμαι γυναικάς· ότι οι κυρίες έχουν μια τάση να θέλουν να με εγκλωβίσουν. –Αλλά εσείς δεν εγκλωβίζεσθε… –Εγώ είμαι ως βοτσαλάκι αθώο, το οποίο ορισμένες κυρίες και δεσποινίδες το πατάν· το πατάν και μετά φεύγουν».

Και μάθαμε έτσι την [αυτο]εικόνα που ’χει στοιχειώσει το μυαλό του Ζουράρι, αφού και σε παλαιότερη συνέντευξή του, έτος 2005, δήλωνε πάλι:

«Δεν είμαι εγώ γυναικάς! Να κατηγορείς τις κυρίες που είναι οι πιο ζουραρικές των νεορθοδόξων, των ορθοδόξων ή των μη ορθοδόξων. Εγώ είμαι σα βοτσαλάκι φρόνιμο κι έρχονται αυτές και ποδοπατούν το βοτσαλάκι. Τι φταίει το φρόνιμο το βοτσαλάκι γι’ αυτό;»

Συγκινητικός, δεν λέω. Γιατί άλλοτε ή τώρα αλλού αγριευόμαστε:

Η μετανοούσα Μαγδαληνή: Φαιδρό κι αυτό; Από μιαν άποψη, ναι, ή σίγουρα γελοίο. Να διαβάζεις πως για τη χρεοκοπία του περιβόητου Συγκροτήματος φταίει όχι απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ (το διαβάσαμε κατά κόρον αυτό) αλλά η Αριστερά εν γένει, από παλιά, και ο συνδικαλισμός! Από την εποχή δηλαδή που ο νυν Μαγδαληνής (κατά κόσμον Ηλίας Κανέλλης) εξυμνούσε το γιαούρτωμα σαν επαναστατική πράξη («Υπέρ γιαουρτιού», Η εποχή 2.4.95) –βάζοντας δηλαδή κι ο ίδιος το χεράκι του στη χρεοκοπία του νυν εργοδότη του. «Είναι μια στάσις αυτοκριτική κι αυτή. Νιώθεται» –ας με συχωρέσει για την παράφραση ο Καβάφης.

Για αυλαία, κι άλλος ένας, τρόφιμος αυτός της στήλης:

Άκου «πώς τον είπαμε»! «Πώς τον λένε τον υπουργό της Παιδείας; Γαβρόγλου, αν θυμάμαι καλά»: έτσι αρχίζει πρόσφατη επιφυλλίδα του ο κυρ Τάκης, όπως γράφει ο ίδιος για άλλους, της Καθημερινής (17/2), χιούμορ και ειρωνεία της δεκάρας, ότι δεν ξέρει ούτε τ’ όνομα, πόσο μάλλον το έργο του Γαβρόγλου (όχι πως είναι και τελείως απίθανο, έτσι ημιμαθής που αποδεικνύεται συχνά), και επιμένει: «ο κ. “πώς τον είπαμε”».

Όντως, μας κόπηκε το γέλιο από ώρα. Καλή αποκριά ωστόσο.



[1] Νικηφόρο Βρεττάκο αντιγράφει η Ιερά Αρχιεπισκοπή, χωρίς σχετική μνεία, όσο μπόρεσα να δω: Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα / στους γαλάζιους διαδρόμους / συναντήσω αγγέλους, θα τους / μιλήσω ελληνικά, επειδή /  δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε / μεταξύ τους με μουσική («Η ελληνική γλώσσα»).

buzz it!

18/2/17

Παντελής Μπουκάλας: έργο και ήθος

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Φεβρ. 2017)


«Η ίδια η παρουσία του Παντελή, το έργο του και η ηθική του στάση έχουν τη δύναμη να μεταμορφώνουν τους άλλους, έστω στιγμιαία, σε κάτι καλό, βγάζουν από τους άλλους ό,τι καλύτερο έχουν μέσα τους, την καλή τους πλευρά…»

Ξεκινώ μ’ αυτήν τη σοφή κουβέντα ακριβής φίλης για ακριβό φίλο, έτσι καθώς σχολιάζαμε την αίσθησή μας από το ετερόκλητο κοινό και την όλη ατμόσφαιρα στην παρουσίαση της Αγαπώς του Παντελή Μπουκάλα: αυτός είναι ο ακριβός φίλος· η Κοραλία Σωτηριάδου είναι η ακριβή, το λιγότερο που έχω να πω τώρα, φίλη· η Αγαπώ είναι ένα καινούριο, θηριώδες βιβλίο του Μπουκάλα, κοντά 600 σελίδες, πρώτος τόμος μιας 16τομης (!), όπως αναγγέλλεται, σειράς δοκιμίων για το δημοτικό τραγούδι. Ο πλήρης τίτλος: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών (Άγρα, 2016).

Για τον φίλο θα μιλήσω λοιπόν, όχι για το βιβλίο του, ούτε γενικότερα για το έργο του: δεν έχω γράψει ποτέ για φίλους εν ζωή, δεν γράφουμε συνήθως για φίλους παρά μόνο όταν πεθάνουν, με κάτι τότε να μας πνίγει, που δεν τους είπαμε το ευχαριστώ μας όσο ζούσαν. Ε, τον φίλο θα ευχαριστήσω τώρα, με την άδεια έτσι κι αλλιώς του είδους, της επιφυλλίδας, καθώς, από την άλλη, δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ στην πρότασή του να μιλήσω στην παρουσίαση, ενώ εκείνος το είχε θεωρήσει αυτονόητο να παρουσιάσει παλαιότερα τα γλωσσικά τα δικά μου. Όχι πως τα μετράει έτσι ο Παντελής· ο Παντελής δεν ξέρει διόλου από λογιστική, από μαθηματικές πράξεις και υπολογισμούς· ο Παντελής είναι ένας βαθύπλουτος σοφός, που σκορπάει απλόχερα, χωρίς ποτέ του να τον νοιάζει πόσα ή πού.

Ο Παντελής είναι ο μαθητής που θα ήθελα, που θα μπορούσα να έχω, αλλά δεν είχα. Λέω «θα μπορούσα», γιατί ο Παντελής με διαδέχτηκε χρονικά σαν διορθωτής στον Πολίτη, ένδοξες εποχές Άγγελου Ελεφάντη, χωρίς όμως να υπάρξει αυτό που λέμε «παράδοση»: εγώ ήμουν ήδη ουσιαστικά φευγάτος, και η λειψή έτσι κι αλλιώς κοινωνικότητά μου δεν θα μπορούσε να συναντηθεί με τη σχεδόν αντικοινωνικότητα, θα αποτολμήσω: την αγριμιότητα του 20χρονου παιδιού, που τότε κοντά είχε έρθει από την επαρχία στην Αθήνα, με τα μάτια μονίμως κάτω και το στόμα κλειστό. Δεν υπήρξε λοιπόν μαθητής μου, οπότε και θα έλεγα τώρα το τετριμμένο μα συχνό και θαυμαστό ότι ο μαθητής ξεπέρασε τον δάσκαλό του.

Γιατί από χρόνια τώρα δάσκαλός μου είναι ο Παντελής: όχι σε επιμέλειες και σε βιβλία αλλά στα μεγάλα και ουσιώδη της ζωής μας, τις ιδέες που μας οδηγούν, στα ιδεολογικά λοιπόν, τα ηθικά που μας μετράνε –και τα αθλητικά, όπου απελπισμένος προσπαθεί να με ξεστραβώσει ο και εδώ πολύς διδάκτορας Μπουκάλας.

Ναι, πολυδιδάκτορα τον λέω, τον πτυχιούχο της οδοντιατρικής, μα αμέσως έπειτα ακάματο συλλογέα «διδακτορικών», από την κλασική φιλολογία ώς τη θεολογία, όπως τον πειράζω. Μ’ αυτή, την κερδισμένη μέρα με τη μέρα εντυπωσιακή εποπτεία σε όλους τους τομείς, εποπτεία που δημιούργησε έναν από τους πιο λαμπερούς επιφυλλιδογράφους, πορεύεται και μας χαρίζει δώρα πολύτιμα ο Μπουκάλας, με την ποιητική του τέχνη, την οξυδερκή και ακριβοδίκαιη κριτική ματιά του στα της λογοτεχνίας, τη βαθυστόχαστη δοκιμιογραφία, κι έπειτα τις μεταφράσεις αρχαίας γραμματείας, που ελάχιστες από αυτές, του αρχαίου δράματος, έχουν παιχτεί και ακόμα λιγότερες εκδοθεί, ενώ γεμίζουν με τα χρόνια τα συρτάρια του.

Και εδώ ακριβώς ήθελα λίγο να σταθώ, αφού το άλλο έργο του είναι ευρέως γνωστό, λέω λοιπόν για τις μεταφράσεις του, υπόδειγμα μεταφραστικού ήθους πρώτα πρώτα, π.χ. στο ακανθώδες θέμα της απόδοσης του Αριστοφάνη, κι έπειτα μέτρο σύγκρισης και ελέγχου όχι απλώς των κάθε λογής συμπιλημάτων αλλά πολλών από αυτές με τις τρανές, καμαρωτές υπογραφές. Ορέστεια, Όρνιθες, Βάτραχοι, Αχαρνείς, Τρωάδες, Βατραχομυομαχία, βιβλία της Παλατινής, Βίοι παράλληλοι του Πλούταρχου, Κύκλωψ του Ευριπίδη, και ούτε που ξέρω πόσες άλλες, γεμίζουν, ξαναλέω, τα συρτάρια του, ενώ ο Παντελής, πώς να το κάνουμε, εξηνταρίζει οσονούπω, πού είναι οι χορηγοί, τα ιδρύματα και οι ακαδημίες, να βρει τη θέση της στα γράμματα και την παιδεία μας αυτή η τόσο σημαντική πλευρά του έργου του!

Όμως, το πιο πολύ είναι η ηθική στάση του, που είπε η Κοραλία, ο ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος μαχητής κι ωστόσο πράος (νά τι δεν κατάφερε να μου μεταδώσει, μάλλον τι δεν κατάφερα να μάθω εγώ)· ο δοσμένος στις ιδέες του κι άγρυπνος στα κοινά, πάντοτε ενεργός πολίτης, καίτοι πολυβασανισμένος, σε σώμα και ψυχή. Που ακριβώς με την ηθική του στάση διδάσκει· και δείχνει τον δρόμο: σταθερός οδοδείκτης, κι ας μη μ’ αρέσει η λέξη.

Φίλε Παντελή Μπουκάλα, σ’ ευχαριστώ κι από εδώ.

buzz it!

12/2/17

Η ανευθυνότητα του Τάκη, σταυρός του «Κωστάκη»

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Φεβρ. 2017)


Τι κάνεις αλήθεια όταν διαβάζεις τίτλο άρθρου «Η επινόηση της ισλαμοφοβίας»; Πάντως δεν μπαίνεις σε σοβαρή συζήτηση, είτε στον Στόχο τον διαβάζεις ή τη Χρυσή Αυγή, είτε ακόμα ακόμα, αν είναι ποτέ δυνατόν, στην Καθημερινή. Κι όμως είναι, όπως το καταλάβατε, είναι εννοώ δυνατόν, στην Καθημερινή υπήρξε τέτοιο άρθρο (5/2), του Τάκη Θεοδωρόπουλου (ΤΘ), επίσης θα το καταλάβατε. Έστω λοιπόν η αναφορά αυτή το μόνο σχόλιο, τίποτ’ άλλο. Πάει καιρός εξάλλου που ο εν λόγω ανεβάζει όλο και πιο ψηλά τον πήχη της μισαλλοδοξίας· γράφει, βλέπεις, και κάθε μέρα, τις μονές για ανώτερες φυλές, θρησκείες και πολιτισμούς, τις ζυγές για την επικατάρατη «πολιτική ορθότητα» και τους «λυρικούς ανθρωπιστές», τις Κυριακές κλίνει: «η καθαρεύουσα, γενική της καθαρευούσης» –η σειρά μπορεί να αλλάξει, η θεματολογία όχι.

Δεν σχολιάζεις λοιπόν την ουσία, ο όρος και μόνο «επινόηση» για την ισλαμοφοβία, και μάλιστα επί αυτοκρατορίας πλέον Τραμπ, ορίζει αυστηρά την ιδεολογία, πάμε να φύγουμε. Άσχετα λοιπόν από την ιδεολογία του, κι αφού πια τη δηλώνει θαρρετά (προχτές ειρωνευόταν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, χτες έγραφε τον εμφύλιο συμμοριτοπόλεμο), ένα με σταμάτησε στην επιφυλλίδα αυτή, ενδεικτικό του τρόπου πια.

Μας λέει λοιπόν ότι του πήγε η σύζυγός του το κύριο άρθρο που είχε γράψει αυτός στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Το Τέταρτο, το 1985, όπου εξηγούσε γιατί είχαν επιλέξει τον «ιστορικό τονισμό»: «Μα δεν βαρέθηκες να υποστηρίζεις τα ίδια και τα ίδια;» τον ρώτησε. «Όχι» της απάντησε· «κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις που προκαλώ, μάλλον θα συνεχίσω όσο μπορώ ακόμη να γράφω».

Και τι έγραφε τότε; Ότι επέλεξαν τον «ιστορικό τονισμό», το πολυτονικό, που έχει και ιστορία 2.000 χρόνων (όπως μόνο ο ΤΘ μετράει!), για να μην οδηγηθεί η γραφή μας στη «λατινικοποίηση» (!), αλλά και σαν κάτι απολύτως φυσικό: «όπως είναι φυσικό να διαβάσουμε τον Ερωτόκριτο, τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη έτσι όπως γράφτηκαν, με τις περισπωμένες τους, τις ψιλές τους και τις δασείες τους».

Και με ποιες περισπωμένες, ψιλές και δασείες έγραφε π.χ. ο Μακρυγιάννης; ηςτινδοξα υςτινδοξα ηςτινδοξα τοθεο τιςαυατριαδος τις θεοτοκος τοαγιανι τοβαφτιστι (δηλαδή: Εις την δόξα εις την δόξα εις την δόξα του Θεού, της αϊα-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή…), έτσι αρχίζουν τα Οράματα και θάματά του, το δεύτερο «στορικόν» του, μετά τα Απομνημονεύματα, έτσι δηλαδή έγραφε ο Μακρυγιάννης, και προφανώς δεν νοείται να τον διαβάζουμε έτσι, αλλά όπως τυπώνεται, αν αυτό ήθελε να πει ο ΤΘ αλλά τα μπέρδεψε, όπως τυπώνεται λοιπόν κατά τις συμβάσεις της εποχής ή και τα γούστα, απλώς, του εκάστοτε εκδότη: πολυτονικό, πολυτονικό με βαρείες, χωρίς βαρείες, μονοτονικό, ή και ατονικό. Παραδρομή, όμως, ας δεχτούμε, μολονότι είναι συχνό το «επιχείρημα», που θέλει να αντλεί κύρος ακριβώς από το πώς έγραφαν, πώς ήθελαν και έγραφαν, οι ίδιοι οι δημιουργοί. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Μακρυγιάννη, και πάμε στον Ελύτη, που αυτός ήθελε όντως πολυτονικό, με βαρείες όμως ή χωρίς, του ήταν παντελώς αδιάφορο, και έμενε στην κρίση του εκάστοτε επιμελητή του: έχουμε λοιπόν άλλα έργα του με βαρείες, άλλα χωρίς, μερικά και έτσι και αλλιώς, σε διαφορετικές εκδόσεις. Αρκεί.

Τη σταθερότητα απλώς ήθελα να επισημάνω του ΤΘ, τη συνέπεια στην προχειρογραφία, την ανευθυνογραφία, συχνά, κυρίως, στην ανακριβολογία, πάντως στην ελλιπή ή και ανύπαρκτη ενημέρωση, όπως έχω δείξει πολλές φορές.

Με ένα εκρηκτικό μείγμα αυτών των ιδιοτήτων θα κλείσω εδώ, όπως παρουσιάζεται σε πρόσφατο άρθρο του, με τίτλο «Αναζητώντας το φύλο της Αντιγόνης» (25/1). Στόχος του η (υποτιθέμενη) αφαίρεση της Αντιγόνης από το διδακτικό πρόγραμμα και η προσθήκη της περίφημης θεματικής εβδομάδας, που το ένα από τα τρία σκέλη της έχει να κάνει με το βιολογικό και κοινωνικό φύλο, με τα στερεότυπα που οδηγούν στην έμφυλη βία, την ενδοοικογενειακή βία, τη βία κατά των γυναικών, την ομοφοβία κτλ.

«Τα παιδιά δεν έχουν χρόνο να χάσουν μελετώντας τον Επιτάφιο και την Αντιγόνη» ξαμολιέται ο ΤΘ, «έχουν όμως χρόνο να αφιερώσουν στην τελευταία ψυχοκοινωνιολογική μεταμοντέρνα μπούρδα για την “έμφυλη ταυτότητα”. Θα μου πείτε, έχει μεγαλύτερη σημασία η στριμμένη πριγκίπισσα της Θήβας από το σωματάκι του Κωστάκη;»

Ότι η «μπούρδα» έμφυλη ταυτότητα, το κοινωνικό φύλο, αποτελεί εδώ και δεκαετίες γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεται στα δυτικά πανεπιστήμια έστω ότι δεν τον απασχολεί τον ΤΘ, ή πάντως διαφωνεί απολύτως.

Όμως, την ίδια ώρα που ανευθυνολογεί ειρωνευόμενος ο Τάκης, ένας τουλάχιστον Κωστάκης σε κάθε σχολείο, αν όχι σε κάθε τάξη, σταυρώνεται καθημερινά από τους συμμαθητές του, τη γειτονιά, τ’ αδέρφια ή και τους γονείς στο σπίτι.

Ψιλά γράμματα για Τάκη.

buzz it!

9/2/17

Αμάν, ο Γκρίνγκλις!



Στο Πρώτο Θέμα, την εφημερίδα που τάχτηκε να φυλάττει Θερμοπύλες, πάσης φύσεως, και γλωσσικές εννοείται, διαβάζουμε (30/1) για ένα καινούριο παιδικό βιβλίο, με τίτλο Έχω τις λέξεις σου, όπου

«Δύο μικρά παιδιά, ο Δίφθογγος και η Λέξη, μεγαλώνουν στη χώρα Αβουγουδουέ... Σε κάθε πάρκο της υπάρχει κι ένα τετράγωνο πηγάδι. Εκεί ζει ο Ημιμάθειας που τα ξεγελά και κλέβει τα παιχνίδια τους, για να χαθούν οι λέξεις τους και να βασιλέψει ο γιος του Γκρίνγκλις.

»Ένα απόγευμα ο κεντρικός ήρωας χάνει τις λέξεις του. Η αγάπη για την φίλη του τον οδηγεί στην αναζήτησή του να τις βρει. Στην περιπέτειά του συναντά την γιαγιά-Γραμματική, τις ξεχασμένες Προσωδίες, τον κύκλωπα Λάθος.

»Μοναχικό το ταξίδι του και δύσκολο, μα καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνο οι δικές του οι λέξεις που πρέπει να ελευθερώσει αλλά όλων των παιδιών. Θα τα καταφέρει;»

Κλεμμένα παιχνίδια, λέξεις που χάνονται, προσωδίες που είχαν χαθεί, ταξίδι αναζήτησης και κυρίως αποστολή απελευθέρωσης των λέξεων, ο μόνος αρμόδιος για την παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου είναι προφανώς ένας αστυνομικός συντάκτης! Οπότε, Πάνος Σόμπολος, πρύτανης των αστυνομικών συντακτών και πρώην πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ. Και μαζί και ένα μέλος του Πειθαρχικού της ΕΣΗΕΑ.

Σεξιστικός, φοβάμαι, ο αποκλεισμός της Νικολούλη, ή και της Πάμε Πακέτο.

buzz it!