3/12/16

Η «γενιά του Πολυτεχνείου» και η εθιμική μίρλα

(Εφημερίδα των συντακτών 3 Δεκ. 2016)


κηδεία Γεωργίου Παπανδρέου, 3 Νοεμ. 1968 (αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ)



Άλλη μία επέτειος του Πολυτεχνείου και διέπρεψαν οι επίσης επετειακοί αποδομητές, από τους πληγωμένους αισθητές, που τους χαλάει η τσίκνα απ’ τα σουβλάκια και τα γκράφιτι, ώς τους επιστήμονες «πραγματιστές», που εξανίστανται, γιατί να καταλήγει η πορεία στην αμερικανική πρεσβεία, ασεβώντας «στο κτίριο του Γκρόπιους», και γιατί «το κεφάλι του Σβορώνου», και προπαντός τι σχέση έχει το Πολυτεχνείο με την πτώση της χούντας, αφού ίσα ίσα ακολούθησε η σκληρότερη χούντα του Ιωαννίδη και η προδοσία της Κύπρου: αντί δηλαδή να σκύβουμε όλο καταισχύνη το κεφάλι, που με το Πολυτεχνείο μας βάφτηκε στο αίμα η Κύπρος, γιορτάζουμε κι αποπάνω.

Εντάξει, δεν μας τα λένε έτσι χοντρά, τουλάχιστον όχι ακόμα, όμως το υψωμένο δάχτυλο κοντεύει να μας βγάλει μάτι: «Γιατί γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο;» έρχεται και ξανάρχεται το ερώτημα, με μόνιμη μουσική υπόκρουση, πρώτα χαμηλότονη, τώρα πια εκκωφαντική, τον ηθικό στιγματισμό της «γενιάς του Πολυτεχνείου», που εξαγόρασε τη δράση της με υπουργικούς θώκους και αξιώματα, ενώ απ’ την άλλη έφτιαξε μια πλασματική εικόνα πως η αντίσταση στη χούντα ήταν μαζική, και όλοι τάχα στο Πολυτεχνείο ήταν –«μόνο εγώ έλειπα», καταλήγει ο σκανδαλισμένος σαρκασμός.

Αν είναι να ξεμπλέξουμε αυτό το κουβάρι, πρέπει να ξεκινήσουμε με την παραδοχή πως προφανώς και δεν ήταν μαζική η αντίσταση στη χούντα, χωρίς ωστόσο να καταλαβαίνω γιατί αυτό αποτελεί αντικείμενο χλεύης, επειδή κάποιοι διεκδίκησαν δάφνες που δεν τους ανήκουν. Τι νόημα έχει η θαρρείς χαιρέκακη εμμονή στη μη μαζικότητα της αντίστασης, που παραγνωρίζει αντικειμενικά δεδομένα, από τον αιφνιδιασμό της χούντας που μάντρωσε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και πρόλαβε κάθε άμεση αντίδραση, με τις αθρόες συλλήψεις κομματικών στελεχών και συνδικαλιστών, ώς τη διάσπαση του έτσι κι αλλιώς παράνομου ΚΚΕ κτλ.

Μαζική αντίσταση δεν υπήρξε· υπήρξε όμως μια διαθεσιμότητα που δεν μπόρεσε να βρει παραπέρα έκφραση και να μετατραπεί σε ριζοσπαστική δράση. Δεν γίνεται έτσι να μη σταθεί κανείς στην πάνδημη κηδεία-διαδήλωση του Γεωργίου Παπανδρέου κι αργότερα του Σεφέρη, στις 1.000 υπογραφές για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, πρωτοχρονιά του ’70, αν δεν γελιέμαι (και όχι, δεν ήταν διόλου απλό και δίχως συνέπειες το να υπογράψει κανείς τότε), ή τις υπογραφές, ξανά, κατά της επιστράτευσης των φοιτητών μετά την κατάληψη της Νομικής, έως, φυσικά, το Πολυτεχνείο, όπου συγκεντρώθηκαν πλήθη πρωτόγνωρα, δεκάδες χιλιάδες.

Τώρα πόσοι ισχυρίζονται πως ήταν εκεί δίχως να είναι, και προπαντός πόσοι απ’ τη γενιά του Πολυτεχνείου εξαγόρασαν κτλ., είναι μια αριθμητική αβάσταχτης γελοιότητας και, όσον αφορά ειδικότερα τους «βολεμένους», απλώς, απλούστατα, αβάσιμη. Και μόνο τα ονόματα της Συντονιστικής να βρει κανείς στο διαδίκτυο και μαζί των επικεφαλής φοιτητικών και άλλων συλλόγων, θα εκπλαγεί με τα τόσα άγνωστά του τώρα πρόσωπα. Γιατί, ωραία (και λες και ήταν παράδοξο να ακολουθήσουν πολιτική καριέρα όσοι από τότε συνδικαλίζονταν), είδαμε στα ψηλά Λαλιώτη, Ανδρουλάκη, Τζουμάκα, Δαμανάκη, τη «φωνή του Πολυτεχνείου», αλλά πού τον είδε κανείς τον άλλο εκφωνητή, τον Δημήτρη Παπαχρήστο, ή κι έναν τρίτο, που κι εγώ μόλις τώρα διάβασα το όνομά του, τον Μίλτο Χαραλαμπίδη; Και σε τι υπουργεία είδαν τον Ψαρρά, τον Μαυρογένη, τον Νίκο Σιδέρη, την Κωστή, την Καρυστιάνη και πόσους ακόμα; για να περιοριστώ σε ελάχιστους γνώριμους από τον μη πολιτικό επαγγελματικό τους χώρο, και πάντα από τους ήδη «επώνυμους» που ήταν μέσα, ελάχιστους κι αυτούς σε σχέση με τους εκατοντάδες άλλους «έγκλειστους» και ελαχιστότατους σε σχέση με τους χιλιάδες έξω.

Κι όμως, πρωτοστατούν οι επαγγελματίες αντιλαϊκιστές στο πιο λαϊκίστικο ανάθεμα στη γενιά του Πολυτεχνείου, που καταδυνάστευσε, λέει, την πολιτική ζωή του τόπου, που μας κατάστρεψε και μας οδήγησε στην κρίση, όπως ολοσούμπιτη η Μεταπολίτευση, άλλη ανιστόρητη μεταφυσική έννοια, που επίσης συγκεντρώνει τα πυρά όλων των νεοφιλελεύθερων δημοσιολογούντων –με πρώτο τον πλανόδιο φιλόσοφο Στέλιο Ράμφο, που απεφθέγξατο πως η δικτατορία είναι υπεύθυνη για πολλά πράγματα, με σπουδαιότερο τη μεταπολίτευση!

Μένουν για άλλη φορά τα μείζονα κι όμως ψιλά γράμματα για τους αναθεωρητές της ίδιας τους της ιστορίας, ότι τη χούντα δεν την έριξε το Πολυτεχνείο κτλ., ενώ το Πολυτεχνείο ανέδειξε πρώτον τις εσωτερικές αντιφάσεις του καθεστώτος, που με τη σκλήρυνσή του οδηγήθηκε γρηγορότερα στην αποσύνθεση, και δεύτερον και κυριότατον, κάτι που δεν αναφέρεται πάντα, τορπίλισε τη λεγόμενη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, που με τη λύση Μαρκεζίνη θα εδραίωνε τη θέση του, παγιδεύοντας και φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις.

Όμως ποτέ δεν είναι αθώα και άμοιρη ιδεολογίας η κάθε μίρλα.


ΥΓ. Από το φέισμπουκ, σχόλιο του άγνωστού μου Χρήστου Τριανταφύλλου (17/11): «Έχει σταματήσει να είναι αστείο πια ρε παιδιά. Αν δεν τον μαζέψουν οι δικοί του άνθρωποι σε ένα μήνα θα κάθεται στο Σύνταγμα δίπλα από τον Χριστοπιστία και θα φωνάζει “O SVORONOS DEN EIXE SXESI ME TO POLYTEXNEIO! DEITE TO PRIN TO KATEVASOUN!”» Και ακολουθεί παραπομπή στο (φετινό) άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Γιατί γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο;»

buzz it!

20/11/16

Ο Κούντερα, το είναι, η ύπαρξη, η ζωή

(Εφημερίδα των συντακτών 19 Νοεμ. 2016)


Ρενέ Μαγκρίτ, Γκολκόντα, 1953

«Εάν δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ευγενές και στο ποταπό» γράφει σ’ ένα σημείο της Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι ο Κούντερα, «η ανθρώπινη ύπαρξη (existence) χάνει τις διαστάσεις της και αποκτά μιαν αβάσταχτη ελαφρότητα»: Και έτσι μας δίνει, μέσα στο ίδιο το βιβλίο, μιαν άλλη, προφανώς ισότιμη, εκδοχή του τίτλου: Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης. Έτσι κι αλλιώς, ένα προσεχτικό διάβασμα αναδεικνύει την εναλλαγή των όρων είναι (l’être) και ύπαρξη (l’existence), αλλά και ζωή (la vie), πάντα εκεί όπου ο συγγραφέας πραγματεύεται την ιδέα του για την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι / της ύπαρξης / της ζωής.

Ισότιμη χρήση λοιπόν τριών όρων, που και στα λεξικά εμφανίζονται καταρχήν συνώνυμοι, για να διαφοροποιηθούν έπειτα υφολογικά, ιδίως το εκ φύσεως αφηρημένο απαρέμφατο είναι σε σχέση πρώτα με την ύπαρξη, έπειτα με τη ζωή, αλλά και ως προς το φιλοσοφικό φορτίο τους, όπου πάλι το απαρέμφατο έχει τον πρώτο λόγο.

Αν όμως ο συγγραφέας εναλλάσσει τους τρεις όρους κατά την ανάπτυξη πάντοτε της ίδιας ιδέας, βρισκόμαστε θεωρητικά πριν από οποιαδήποτε διαφοροποίηση. Και τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί για τι πράγμα ακριβώς μιλάει ο συγγραφέας, για κάτι αφηρημένο, όπως υποβάλλει (στα ελληνικά!) το απαρέμφατο, ή για κάτι πιο συγκεκριμένο;

Το κλειδί, διόλου κρυμμένο, βρίσκεται εκεί όπου ο Κούντερα παραφράζει τη Γένεση και γράφει πως ο Θεός είδε ότι το είναι (l’être) είναι καλό πράγμα (ότι καλόν), και άρα είναι καλό και να τεκνοποιούμε: έχουμε δηλαδή ξεκάθαρη αναφορά στη δημιουργία της ζωής: όταν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τη ζωή, είδε πως η ζωή είναι καλό πράγμα…, η ζωή και όχι αφηρημένα το είναι ή η ιδιότητα του υπάρχειν, αν μείνουμε σε μια αυστηρά φιλοσοφική ανάγνωση τού είναι.

Έτσι κι αλλιώς, όταν φτάσει κανείς μεταφράζοντας να πει ότι «το είναι είναι καλό», μάλλον πρέπει να αναθεωρήσει, να αναζητήσει άλλη λύση. Και η λύση φυσικά πρέπει να βασίζεται στην ερμηνεία την οποία υποβάλλει, ή και επιβάλλει, το ίδιο το κείμενο –ή αλλού ο ίδιος ο συγγραφέας. Που σε μια συνέντευξή του στη Λόις Οππενχάιμ (Review of Contemporary Fiction, 1989), αναφερόμενος ειδικά στην Αβάσταχτη ελαφρότητα, μιλάει για τη βασική «αισθητική παρανόηση» κατά την οποία συγχέεται ο «μυθιστορηματικός στοχασμός» με το «φιλοσοφικό μυθιστόρημα»: «αυτά που λέω για τον Νίτσε και την αιώνια επιστροφή [σ.σ. και που συνδέονται στο βιβλίο με τον Παρμενίδη και τα ζεύγη αντιθέτων φως-σκοτάδι, θερμό-ψυχρό, είναι-μη είναι… κ.ά.] δεν έχουν καμία σχέση με φιλοσοφικό λόγο· είναι μάλλον διάφορες παραδοξολογίες εξίσου μυθιστορηματικές (που ανταποκρίνονται δηλαδή εξίσου στην ουσία του μυθιστορήματος) με την περιγραφή της δράσης ή μ’ έναν διάλογο».

Οφείλουμε να απομακρυνθούμε δηλαδή από ό,τι μπορεί να προσδίδει αφηρημένο φιλοσοφικό χαρακτήρα στον λόγο του Κούντερα –τουλάχιστον στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Άρα, όχι απαρέμφατο, που μάλιστα θεωρείται πως γέννησε την αφηρημένη σκέψη, ενώ στα γαλλικά π.χ. το απαρέμφατο (être) ή στα αγγλικά το γερούνδιο (being) είναι ό,τι κοινότερο γραμματικά στη γλώσσα και στον κοινό λόγο.

Αν χρειάζεται να σταθούμε λίγο εδώ (κυρίως επειδή το είναι εμφανίζεται ελαφρώς παραπλανητικό, καθώς απαντά και σε καθημερινές εκφράσεις: «αναστατώθηκε όλο μου το είναι»), ας δούμε την αμεσότητα που χάνεται με το απαρέμφατο:

Η δύναμη του σιωπάν – Η δύναμη της σιωπής· Το δώρο του ομιλείν – Το δώρο της ομιλίας· Η αναγκαιότητα του τρώγειν – Η αναγκαιότητα του φαγητού· Η δυσκολία του βαδίζειν – του βαδίσματος· Η αναγκαιότητα του πενθείν – του πένθους· O πειρασμός του υπάρχειν (όπως έχει μεταφραστεί π.χ. ο Σιοράν) ­– Ο πειρασμός της ύπαρξης κτλ.

Αν δεν μοιάζει άκυρη η χρήση του απαρεμφάτου στη νέα ελληνική, μοιάζει μάλλον εξεζητημένη, ό,τι πιο αντικουντερικό δηλαδή, και οπωσδήποτε με αφηρημένο φιλοσοφικό χαρακτήρα, ό,τι πιο αντικουντερικό και πάλι, όπως είδαμε πιο πάνω.

Μένει η ύπαρξη, ή η ζωή, σύμφωνα με το κλειδί που επίσης είδαμε, στο απόσπασμα με τη Γένεση. Όμως η ζωή συνιστά ακόμα μεγαλύτερη ανατροπή ως προς τον από δεκαετίες καθιερωμένο τίτλο. Επιλέχτηκε έτσι η ύπαρξη, έπειτα από συζήτηση, εννοείται, με τον συγγραφέα (ενώ ειδικά στην αναφορά στη Γένεση δόθηκαν σε παράθεση και οι δύο όροι: «ο Θεός είδε ότι η ύπαρξη, η ζωή, είναι καλό πράγμα…»).

Ώστε η αλλαγή, η μικρότερη δυνατή, υπαγορεύεται από το ίδιο το έργο, και είναι η μικρότερη δυνατή καθώς αφήνει απέξω το κυρίως στερεότυπο, την «αβάσταχτη ελαφρότητα», που έχει διαποτίσει και γονιμοποιήσει τον λόγο μας: μια πρόχειρη περιήγηση στο διαδίκτυο μας δίνει πλήθος χρήσεις: η αβάσταχτη ελαφρότητα της επανάληψης· της πίστης· της μετανάστευσης· του ίντερνετ· του καιροσκοπισμού· των πόκεμον· του ΣΥΡΙΖΑ· τού να μη νοιάζεσαι· των ντιμπέιτ κτλ.

Δύσκολα πάντα συνηθίζεται, αν συνηθίζεται καν, η αλλαγή ενός καθιερωμένου τίτλου. Όμως ένα κλασικό έργο έχει σίγουρα ζωή πολύ μετά από τη δική μας –και μάλιστα με την αβάσταχτη ελαφρότητά της.

buzz it!

17/11/16

O «αντιλογοτεχνικός» Κούντερα

περ. ο αναγνώστης (http://www.oanagnostis.gr)

Γιάννης Η. Χάρης: ο «αντιλογοτεχνικός» Κούντερα

(συνέντευξη στον Β. Χατζηβασιλείου)
    
Ο Γιάννης Η. Χάρης συζητάει με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για την καινούρια μετάφραση της "Αβάσταχτης ελαφρότητας" αλλά και για την πολύχρονη μεταφραστική του εμπειρία με τον Μίλαν Κούντερα.

Επιμελητής εκδόσεων και παρεμβατικός αρθρογράφος (πρώτα στα Νέα και σήμερα στην Εφημερίδα των Συντακτών) για γλωσσικά και ευρύτερα πολιτιστικά ζητήματα, ο Γιάννης Η. Χάρης μεταφράζει από το 1994 τον Μίλαν Κούντερα, ξαναμεταφράζοντας και τα παλαιότερα μυθιστορήματά του, ύστερα από επιθυμία του ίδιου, με βάση  τις αναθεωρημένες γαλλικές μεταφράσεις, που επέχουν θέση πρωτοτύπου. Ο Γ. Η. Χάρης μιλάει στον Αναγνώστη για την καινούρια  μετάφραση της Αβάσταχτης ελαφρότητας: για το τι ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να τροποποιήσει τον τίτλο, για το τι απήχηση μπορεί να έχει στο κοινό το βιβλίο ύστερα από την καινούρια  του μετάφραση, για το τι σημαίνει να μεταφράζεις τον Κούντερα επί δεκαετίες (αν μη τι άλλο το να έρθεις σε επαφή με έναν συγγραφέα που απολαμβάνει τις απορίες τού μεταφραστή του), αλλά και για το πώς ένα μυθιστόρημα μπορεί να υπερβεί τον τόπο του και την εποχή του.
                       
ΕΡ: Η συζήτησή μας για την καινούργια μετάφραση του διασημότερου ίσως μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από μια διά γυμνού οφθαλμού ορατή αλλαγή – την αλλαγή του τίτλου, με τον οποίο είμαστε επί πολλά χρόνια εξοικειωμένοι: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι έγινε Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης. Θα μας εξηγήσετε τους λόγους που σας οδήγησαν σε αυτή την επιλογή;

ΑΠ: Πιστέψτε με, είμαι αφάνταστα συντηρητικός σε αλλαγή τίτλου, πολύ περισσότερο σε έργα με μακρά πορεία πίσω τους. Θέλω όμως να πιστεύω ότι το συγκεκριμένο έργο, που θεωρείται κλασικό πια, θα έχει εξίσου μακρά πορεία και έπειτα από εμάς, με όποιον τίτλο κι αν το θυμάται ο καθένας.

Αλλά τότε; Αλλά τότε ο Κούντερα, το συγκεκριμένο έργο του, μιλάει για τη ζωή, για την ύπαρξη. Απλώς, η λ. ζωή στον τίτλο, Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ζωής, μού φάνηκε πολύ πιο τολμηρή –αλλά και, από μιαν άποψη, ίσως και πεζολογική. Όταν όμως ο Κούντερα παραφράζει τη Γένεση και γράφει πως ο Θεός είδε πως l’être, το είναι, είναι καλό πράγμα, και γι’ αυτό είναι καλό και να τεκνοποιούμε, έχουμε ξεκάθαρη αναφορά στη δημιουργία της ζωής· όταν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τη ζωή, είδε πως η ζωή είναι καλό πράγμα…, η ζωή και όχι «η ιδιότητα του υπάρχειν», αν μείνουμε σε μια αυστηρά φιλοσοφική μετάφραση τού είναι.

Έτσι κι αλλιώς, όταν φτάσει κανείς μεταφράζοντας να πει πως ο Θεός «είδε ότι το είναι είναι καλό», μάλλον πρέπει να αναθεωρήσει, να αναζητήσει άλλη λύση.

Επίσης, σε άλλο σημείο, διαβάζουμε: «εάν δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ευγενές και στο ποταπό, […] η ανθρώπινη ύπαρξη (existence) χάνει τις διαστάσεις της και αποκτά μιαν αβάσταχτη ελαφρότητα»: Ιδού, δηλαδή: ο καινούριος τίτλος υπάρχει εξαρχής μέσα στο βιβλίο, δίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο οποίος εναλλάσσει σε όλο το βιβλίο τους όρους ύπαρξη (l’existence) και είναι (l’être), ενώ δεν λείπει και η ίδια η ζωή (la vie), σε σημείο ακριβώς όπου πραγματεύεται την ιδέα του για την αβάσταχτη ελαφρότητά της.

Και εννοείται πως η αλλαγή έγινε σε συνεννόηση με τον συγγραφέα.

ΕΡ: Ποιες ανάγκες έπρεπε να αντιμετωπίσετε και ποια προβλήματα χρειάστηκε να λύσετε ως μεταφραστής, πλησιάζοντας το έργο σε μιαν εποχή αρκετά διαφορετική από εκείνην κατά την οποία πρωτομεταφράστηκε;

ΑΠ: Όχι κάποια ιδιαίτερα προβλήματα· ίσως μάλιστα λιγότερα απ’ ό,τι αν ήταν ένα βιβλίο που διαδραματίζεται π.χ. στις αρχές του περασμένου αιώνα, ή και ακόμα πιο παλιά. Εννοώ πως το βιβλίο είναι περίπου σύγχρονό μου· εντάξει, ήμουν αρκετά νέος, για την ακρίβεια στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, όταν ήρθε το βίαιο τέλος της Άνοιξης της Πράγας, η εποχή δηλαδή του βιβλίου, των όσων διαδραματίζονται στο βιβλίο, αλλά τριαντάριζα πια την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε και σχεδόν αμέσως μεταφράστηκε το βιβλίο. Μεγάλωσα δηλαδή μαζί με την εποχή εκείνη, και παράλληλα με τα βιβλία του Κούντερα.

ΕΡ: Ποια απήχηση πιστεύετε ότι θα έχει στο ελληνικό κοινό η καινούργια μετάφραση της Αβάσταχτης ελαφρότητας της ύπαρξης, που, όπως κι αν τη λογαριάσουμε, σημαίνει μια καινούργια υποδοχή (πρόσληψη αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε πιο σύγχρονο λεξιλόγιο) του βιβλίου;

ΑΠ: Αυτό δεν το ξέρω, δεν μπορώ να το ξέρω –να το ευχηθώ μόνο μπορώ. Να ευχηθώ η όποια δημοσιότητα γύρω από την καινούρια μετάφραση να σταθεί αφορμή για περαιτέρω διάδοση αυτού του σπουδαίου έργου· ή καλύτερα, ναι, για μια καινούρια υποδοχή, όπως είπατε, στον βαθμό που μια καινούρια μετάφραση μπορεί εξ αντικειμένου να λειτουργήσει όπως η συντήρηση των έργων τέχνης, που καθαρίζει τους ρύπους που με τα χρόνια επικάθονται πάνω σ’ ένα έργο και θαμπώνουν την όψη του, ξεθωριάζουν, αλλοιώνουν τα χρώματά του, τη συνολική εικόνα του ίσως.

ΕΡ: Αυτό πώς ακριβώς το εννοείτε, στη συγκεκριμένη ιδίως περίπτωση.

ΑΠ: Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι καταρχήν οι ρύποι του μπεστ σέλερ, η μοίρα όλων γενικά των μπεστ σέλερ, τα κακά που συνοδεύουν τα αναμφισβήτητα καλά της μεγάλης διασημότητας –και κυκλοφορίας, όταν μιλάμε για βιβλία. Δημιουργείται ένας μύθος, ένα νεφέλωμα καλύτερα, με όρους εφημεριδογραφίας, διαφήμισης και μάρκετιγκ, που περιβάλλει το έργο, μια θολούρα που συσκοτίζει το έργο στις πραγματικές του διαστάσεις και ευνοεί μια αποσπασματική και επιφανειακή προσέγγιση, νά, σαν το «Ένα το χελιδόνι», στη μοναδική, στην εξαιρετική συνάντηση Ελύτη-Θεοδωράκη, σπουδαίο, σπουδαιότατο τραγούδι από μόνο του, που ωστόσο επισκιάζει το συνολικό έργο, το Άξιον εστί, και του ποιητή και του συνθέτη.

Ειδικότερα όμως στην περίπτωσή μας, στην Αβάσταχτη ελαφρότητα, υπάρχει κάτι περισσότερο από σκιά, που πέφτει βαρύ πάνω στο έργο: αναφέρομαι στην ταινία του Φίλιπ Κάουφμαν που βγήκε λίγα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, με σπουδαίους ηθοποιούς, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, τη Ζυλιέτ Μπινός και την Λένα Όλιν. Όμως η ταινία αυτή, ή μάλλον: μια κινηματογραφική ταινία, κάθε κινηματογραφική ταινία, εστιάζει, αναπόφευκτα ίσως, σε ένα από τα επίπεδα του έργου, σε μία ανάγνωση· και έτσι, εδώ, ένα ιδιαίτερα πολυεπίπεδο έργο συρρικνώνεται σε μια τετριμμένη ιστορία ενός ερωτικού τρίο: ο ερωτύλος σύζυγος, η ζηλιάρα σύζυγος και η ανέμελη ερωμένη του συζύγου. Αυτή η μονοσήμαντη προσέγγιση, χάρη στην τεράστια δύναμη του μέσου, του κινηματογράφου εννοώ, επικάθισε στο μυθιστόρημα σαν γλίτσα, επιτρέψτε μου τη λέξη, σχηματίζοντας κάτι σαν κρούστα, ή πάντως ένα πυκνοϋφασμένο πέπλο που μας κρύβει εντέλει την ουσία του έργου.

ΕΡ: Μιλήστε μας γενικότερα για τα ζητήματα που θέτει στον μεταφραστή του το μυθιστορηματικό και δοκιμιακό έργο του Κούντερα.

ΑΠ: Είχα την τύχη να καταπιαστώ με μετάφραση έργου του Κούντερα, το γραμμένο κατευθείαν στα γαλλικά δοκίμιο Προδομένες διαθήκες, έργο του 1993, όταν είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των εφτά πρώτων μυθιστορημάτων του, της «τσέχικης» τρόπον τινά περιόδου του, από το Αστείο και τους Κωμικούς έρωτες ώς την Αθανασία, και είχε επίσης γράψει, πρώτη φορά στα γαλλικά, το άλλο δοκίμιο, την Τέχνη του μυθιστορήματος. Είχα έτσι όλα τα κλειδιά, αν θέλετε, στο χέρι –χωρίς αυτό να είναι όσο απλό ακούγεται, είναι όμως κάτι πολύ σημαντικό, καθώς μάλιστα ήμουν φανατικός αναγνώστης και λάτρης του Κούντερα.

Επίσης είχα την τύχη, την ευλογία ουσιαστικά, να μεταφράζω συγγραφέα που απολαμβάνει, κατά κάποιον τρόπο, τις μεταφραστικές απορίες, που είναι πολύ πρόθυμος να συζητάει, ώρες ολόκληρες καμιά φορά, μια λεπτομέρεια δευτερεύουσας σημασίας.

Με ακούω, και σαν να εξωραΐζω, να εξιδανικεύω, τη δύσκολη, την πανδύσκολη συνθήκη του μεταφραστή, αλλά, αλήθεια, το ’χω ξαναπεί, μεταφραστής έγινα ουσιαστικά για τον Κούντερα, και δεν θα ’θελα, δεν έχω την παραμικρή φιλοδοξία να μεταφράσω κάποιον άλλον συγγραφέα, ελπίζω μάλιστα να μη χρειαστεί, για καθαρά βιοποριστικούς σήμερα λόγους, να μεταφράσω άλλον συγγραφέα.

Αλλιώς, δεν είναι εύκολος ο Κούντερα, με τα δοκιμιακά μυθιστορήματά του και τα μυθιστορηματικά δοκίμιά του, ή με το τεράστιο πλήθος αναφορών σε συγκεκριμένους συγγραφείς και έργα, λογοτεχνικά έως φιλοσοφικά (όχι πως δεν υπάρχουν άλλοι, δυσκολότεροι ίσως ως προς αυτό)· έπειτα είναι η μουσική, η δεύτερη μεγάλη δεξαμενή απ’ όπου αντλεί, καθώς εξάλλου από τη μουσική ξεκίνησε ο ίδιος, όπου κι εδώ πάντως με βοήθησε μια εξοικείωση που έτυχε να έχω με το αντικείμενο.

Ίσως όμως το δυσκολότερο στον Κούντερα είναι ο προγραμματικός αντιλυρισμός και το «αντιλογοτεχνικό» ύφος του, γενικότερα αυτή η άκρα απλότητά του, που ωστόσο ακολουθεί μιαν αυστηρά μελετημένη αρχιτεκτονική, κατά κανόνα μια μουσική φόρμα, σονάτα ή φούγκα.


ΕΡ: Οι εποχές αλλάζουν, αλλά τα έργα τέχνης, τουλάχιστον εκείνα που έχουν την ικανότητα να υπερβαίνουν τα τείχη του χρόνου, παραμένουν και δίνουν καινούργιες μάχες. Πώς βλέπετε την Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της δημοσίευση – ποιες μάχες καλείται να δώσει σήμερα;

ΑΠ: Να αποδείξει ακριβώς ότι έχει υπερβεί τα τείχη του χρόνου, όπως είπατε. Να αποδείξει ότι ο καταρχήν απολύτως συγκεκριμένος τόπος και ο απολύτως συγκεκριμένος χρόνος της είναι ουσιαστικά προσχηματικός, ένα συμβατικό πλαίσιο μέσα από το οποίο, ή και με τη βοήθεια –γιατί όχι– του οποίου, ο συγγραφέας μιλάει για κάτι διαφορετικά ουσιώδες, την ανθρώπινη ύπαρξη εν προκειμένω, που υπερβαίνει τόπο και χρόνο, για αιώνια δηλαδή αλλά διόλου μεταφυσικά προβλήματα που καθορίζουν τον βηματισμό του ανθρώπου –και των καιρών.



buzz it!

13/11/16

Ο δικός μας Άδωνης

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Νοεμ. 2016)


Δικός μας από πού κι ώς πού, ντροπή και να το λέει κανείς. Όμως έτσι είναι, για την ακρίβεια: ντροπή πάνω στην ντροπή, που θαρρείς και έτσι ανάγεται στη νιοστή, μέσα από κάποια περίπλοκα μαθηματικά, ιδεολογικά μαζί και, τι να γίνει, συναισθηματικά. Δικός μας, και δεν πά’ να βάλετε όσα θέλετε εισαγωγικά, την ευθύνη του καθενός μας, ουσιαστικά, μαζί με την ντροπή, ξανά, δεν την ακυρώνουν, ούτε καν τη μετριάζουν, δικός μας λοιπόν ήδη σαν μέλος της συγκυβέρνησης, της συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ, που πάει, το καταλάβαμε  (όσοι, εννοείται) και το δεχτήκαμε, με όλη πάντως την ντροπή, το ξαναματαλέω, και τώρα πια, το αποκορύφωμα, μέλος της ίδιας της κυβέρνησης, σημαίνον μάλιστα, υφυπουργός, ω ναι, παιδείας. Έτσι λοιπόν δικός, ολοδικός μας, να δοκιμάζει, και δι’ αυτού ο ίδιος φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ, να δοκιμάζουνε λοιπόν τις αντοχές μας, με τον σαδιστικότερο μάλιστα τρόπο.

Και γιατί Άδωνης; Όχι, όχι για την ιδεολογία τους και ας μην είναι λίγα ή μικρά κι ασήμαντα όσα τους ενώνουν, ο εθνικισμός προπάντων και η πατριδολαγνεία, μα για τον τρόπο τους, το ύφος. Και πάλι όχι για το τσαμπουκαλίκι, δεν λείψαν δα τα συγγενή λουλούδια, από Πάγκαλο και Κανέλλη έως Ψαριανό, μα για τον τρόπο, ξαναλέω, τον καθαρά και επιθετικά θεατρινίστικο, το καραγκιοζιλίκι πιο απλά, την αυτοκαραγκιοζοποίηση, καθώς καλά το ξέρουν, και η πραγματικότητα δεν παύει να τους επιβεβαιώνει, πως όσο πιο θεατρινίστικα γελοίοι τόσο πιο αποτελεσματικά χτίζουν τη δημόσια εικόνα τους, και βέβαια την καριέρα τους: αντιπρόεδρος συντηρητικής μεν αλλά φιλελεύθερης, διάολε, παράταξης ο ένας, και αφού πρώτα διατέλεσε υπουργός κυβέρνησης με σοσιαλιστική καταγωγή, και ο άλλος υφυπουργός μιας όσο αριστερής, πάντως αυτοπροσδιοριζόμενης αριστερής κυβέρνησης, με συντριπτική πάντως πλειοψηφία των αριστερογενών δυνάμεων απέναντι στους ακροδεξιάς κοπής ΑΝΕΛ.

Απ’ τη στιγμή που γράφεται το κομμάτι αυτό ώσπου να δημοσιευτεί, είναι σίγουρο πως άλλα τόσα ή και πιο πολλά θα έχουν γραφτεί. Όμως, ματαιότητα ξεματαιότητα, είναι πράγματα που πρέπει να λέγονται και να ξαναλέγονται, είναι κυρίως περιστάσεις όπου όσοι έχουμε το οσοδήποτε μικρό δημόσιο βήμα οφείλουμε να παίρνουμε τον λόγο, κάπως σαν να ψηφίζουμε εντέλει, δημόσια πάλι, ώστε να εκτιθέμεθα κιόλας.

Έτσι ανέβαλα και τη συνέχεια περί Κούντερα, για την αλλαγή του εμβληματικού τίτλου του μυθιστορήματός του Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, έπειτα από συζήτηση, όπως έγραφα, με τον ίδιο. Φτάσαμε όμως στην αβάσταχτη ελαφρότητα του γελοίου, στην αβάσταχτη γελοιότητα του γελοίου. Που πρέπει ωστόσο να τη δούμε στο πολιτικό της πλαίσιο, στην πολιτική πραγματικότητα:

Έναν ανασχηματισμό όπου δεσπόζει η αποπομπή Φίλη από το Παιδείας, έπειτα από τον στυγνό εκβιασμό του “προβληματικού” αρχιεπισκόπου, που άλλα έλεγε χτες και άλλα, πολύ άλλα, σήμερα, έπειτα από τον θρίαμβο της εκκλησίας στη σκοταδιστικότερη εκδοχή της, για να μην πω της σκοταδιστικής κάθε που πρέπει ή που θέλει εκκλησίας. Έπειτα από τον θρίαμβο λοιπόν της εκκλησίας, που σημαίνει ήττα της πολιτείας, ειδικότερα της κυβέρνησης, ειδικότατα του ΣΥΡΙΖΑ.

Βέβαια, είναι γνωστό και το ’χω ξαναγράψει, και με ήττες κάποτε προχωράει κανείς, χωρίς αυτό να μας εφησυχάζει ή κυρίως να προάγει τον πολιτικό αμοραλισμό. Μπορεί λοιπόν να προχωράει κανείς και με ήττες, μόνο που κάποιες είναι ήττες επονείδιστες. Όπως αυτή.

Κι αν έπρεπε να υποκύψει τώρα η κυβέρνηση, αν μ’ άλλα λόγια δεν υπήρχε περιθώριο για σύγκρουση με την εκκλησία, και έπρεπε να θυσιαστεί ο Φίλης, από τους λίγους υπουργούς με ιδέες και ήδη έργο, προς τι Ζουράρις; Κι αν πάντως έχουμε στη θέση Φίλη την επιλογή Γαβρόγλου, ενός ανθρώπου μια ζωή στην εκπαίδευση και τα προβλήματά της, προς τι Ζουράρις αποδίπλα, ένας επιδειξίας τουρίστας των γραμμάτων και απλώς ημιμαθής, με τις παντελώς άκυρες και ανελλήνιστες πομφόλυγές του, που θαμπώνουν τους καλόπιστους και έτοιμους να θαμπωθούν: αρχαία, σου λέει, μοιάζουν, σωστά θα είναι, ο πάντως σταθμευμένος στις παιδαγωγικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα, με τις πιο κραυγαλέα αντιεπιστημονικές απόψεις στο γλωσσικό, στη θέση των αρχαίων κ.ά.

Αν μόνο ανοίγαμε ποτέ ένα λεξικό, όλοι εμείς και όσοι τον όρισαν υφυπουργό, τέτοιο καιρικό φαινόμενο Ζουράρις απλούστατα δεν θα υπήρχε. Ας το παίξουμε έστω τώρα το παιχνίδι, ιδού η πρόκληση προς όλους τους φιλομαθείς, ελάχιστα από όσα έχω σημειώσει: μεταφράστε, βρείτε το κενό: «καλλίπυγος μαγωδία», «θυρανοίξια που εγκαινιάζουν οι Ισχυροί», «κυρία πρόεδρε, την ευωχία μου προς εσάς», «καλλιεπή αγοράκια ώστε να τα πηδάνε οι Τούρκοι», «τα καθ’ ημάς μέζεα του κατωτέρου στεατοπυγικού μας υποσυστήματος», «τετραηχία τεσσάρων φθόγγων».

Φτάνουν αυτά, εξ όνυχος ο… λέων, κι ας μένει έπειτα ο εθνικιστής και μακεδονομάχος, μαζί κι ο κοπρολόγος και ο γελωτοποιός.

buzz it!

5/11/16

O Κούντερα και οι μεταφράσεις του

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Νοεμ. 2016)



Την πονεμένη ιστορία των μεταφράσεών του, ειδικότερα του Αστείου, την έχει πει ο ίδιος ο Κούντερα: πέντε σελίδες με μικρά τυπογραφικά στοιχεία στο τέλος της «οριστικής γαλλικής μετάφρασης» του 1985, δεκαεφτά χρόνια από την πρώτη γαλλική έκδοση, ιστορούν τη γαλλική μεταφραστική περιπέτεια· ενώ τεσσερισήμισι πυκνοτυπωμένες σελίδες στην αρχή της πέμπτης (!) αγγλικής εκδοχής του Αστείου, το 1992 πια, ιστορούν τα σαράντα κύματα από τα οποία πέρασε η αγγλική μετάφραση.

Μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα εύγλωττη αναφορά στη μεταφραστική τύχη πάντα του Αστείου μας δίνει και το 1986, στην Τέχνη του μυθιστορήματος (μετ. Φ. Δ. Δρακονταειδής, Εστία, 1988, σ. 133): «Το 1968 και 1969 το Αστείο μεταφράστηκε σε όλες τις γλώσσες της Δύσης. Τι εκπλήξεις όμως! Στη Γαλλία ο μεταφραστής είχε ξαναγράψει το μυθιστόρημα στολίζοντας το ύφος μου. Στην Αγγλία ο εκδότης είχε κόψει όλα τα περάσματα με τους στοχασμούς, είχε απαλείψει τα μουσικολογικά κεφάλαια, είχε αλλάξει τη σειρά των μερών, είχε ανασυνθέσει το μυθιστόρημα. Σε μιαν άλλη χώρα: Συναντάω τον μεταφραστή μου: δεν ξέρει ούτε μια τσέχικη λέξη. “Πώς μεταφράσατε;” Απαντάει: “Με την καρδιά μου” και μου δείχνει τη φωτογραφία μου, που τη βγάζει από το πορτοφόλι του. Ήταν τόσο συμπαθητικός, ώστε λίγο ακόμα και θα πίστευα πως θα μπορούσε κανείς στ’ αλήθεια να μεταφράσει χάρη σε μια τηλεπάθεια της καρδιάς. Βέβαια, το πράγμα ήταν απλούστερο: είχε μεταφράσει ξεκινώντας από το γαλλικό rewriting, όπως ακριβώς κι ο μεταφραστής στην Αργεντινή…» Στην Αμερική επίσης το Αστείο εκδίδεται με συστηματικές συντομεύσεις, και τα τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας του συγγραφέα προς τον εκδότη μένουν αναπάντητα: «Ο Αμερικανός εκδότης ήταν έτοιμος να δείξει τη συμπάθειά του στους λογοκριμένους συγγραφείς στις κομμουνιστικές χώρες, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι θα υποκύψουν στη λογοκρισία που επέβαλλε ο ίδιος για εμπορικούς λόγους» γράφει ο Κούντερα στον αγγλικό πρόλογο του 1992.

Το καίριο πλήγμα είχε έρθει το 1979, όταν ο Αλαίν Φινκελκρώτ, σε συνέντευξη για την Corriere della sera, τον ρωτάει: «Το ανθηρό και μπαρόκ ύφος σας στο Αστείο έγινε απέριττο και διαυγές στα επόμενα βιβλία σας. Γιατί αυτή η αλλαγή;» «Τι; Το ανθηρό και μπαρόκ ύφος μου;» μένει ενεός ο Κούντερα, και πιάνει και διαβάζει τη γαλλική μετάφραση: το λιτό, προγραμματικά αντιλυρικό ύφος του έχει παραφορτωθεί με μεταφορές και «καλολογικά στοιχεία», έχει αλλοιωθεί η γλώσσα, άρα και ο χαρακτήρας, των προσώπων του έργου, π.χ. ο αυστηρά λιτός λόγος του κεντρικού ήρωα, που κυριαρχεί σαν αφηγητής στα δύο τρίτα του βιβλίου, γίνεται ένα μείγμα αργκό και εξεζητημένων λέξεων· γενικότερα, πλείστες όσες αδυναμίες και αυθαιρεσίες κάνουν τον Κούντερα να γράφει το 1985: «Ναι, ακόμα και σήμερα νιώθω δυστυχής μ’ αυτή την ιστορία. Να σκέφτομαι ότι επί δώδεκα χρόνια, σε πλήθος ανατυπώσεις, το Αστείο κυκλοφορούσε στη Γαλλία μασκαρεμένο κατ’ αυτό τον τρόπο!...»

«Το σοκ που μου προκάλεσαν οι μεταφράσεις του Αστείου με σημάδεψε για πάντα. [...] Για μένα, που έχω ουσιαστικά χάσει το τσέχικο κοινό, οι μεταφράσεις αντιπροσωπεύουν το παν» γράφει στην Τέχνη του μυθιστορήματος. Έτσι, προχωρεί εσπευσμένα στον έλεγχο και την αναθεώρηση των μεταφράσεων των έργων του «στις τρεις-τέσσερις γλώσσες που μπορ[εί] να διαβάζ[ει]» (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά), ένα «σισύφειο έργο [στο οποίο] αφιερών[ει] περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι στο ίδιο το γράψιμο».

Οι γαλλικές ειδικά μεταφράσεις, «μεταξύ 1985 και 1987 [...] αναθεωρήθηκαν πλήρως από τον ίδιο τον συγγραφέα και έχουν έκτοτε την ίδια ισχύ πρωτοτύπου με το τσέχικο κείμενο», όπως σημειώνεται σε εμφανή θέση στις πρώτες σελίδες των γαλλικών εκδόσεων. Έτσι, και με τα έργα πια που είναι γραμμένα κατευθείαν στα γαλλικά, δοκίμια και μυθιστορήματα, ο Κούντερα σχηματίζει εντέλει ένα γαλλικό corpus, το οποίο φτάνει να είναι περισσότερο ενημερωμένο από το τσέχικο, με επιμέρους μικροδιορθώσεις και αλλαγές που επιφέρει κάθε τόσο, αφήνοντας τις λιγοστές τσέχικες εκδόσεις να ακολουθούν τον μοναχικό τους δρόμο στην παρανομία, καθώς στη χώρα του εξακολουθούσε να είναι απαγορευμένος. Χαρακτηριστικά, η Αβάσταχτη ελαφρότητα πρωτοκυκλοφορεί και αυτή στη Γαλλία το 1984, αναθεωρείται αμέσως μετά, μαζί με τις άλλες μεταφράσεις, και ξανακυκλοφορεί το 1987, ενώ στη χώρα του εκδίδεται μόλις το 2006!

Από αυτό το γαλλικό corpus προτιμά να μεταφράζεται πια, θεωρώντας εύλογα πως διατηρεί ευκολότερα τον έλεγχο των μεταφράσεων, με την έννοια π.χ. ότι ευκολότερα βρίσκονται γαλλομαθείς παρά τσεχομαθείς μεταφραστές. 

Και εδώ μπαίνει στην ιστορία η αφεντιά μου, όταν το 1995, έπειτα από τη μετάφραση του δοκιμίου του Προδομένες διαθήκες και τη στενή συνεργασία μας, προτείνει να ξαναμεταφραστούν και τα παλαιότερα μυθιστορήματά του με βάση τις αναθεωρημένες πια γαλλικές μεταφράσεις, σχέδιο που έφτασε αισίως, χάρη και στη συνεχή, γενναιόδωρη συνδρομή του, στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, που μόλις κυκλοφόρησε με ελαφρά αλλαγμένο τον τίτλο, έπειτα από συζήτηση φυσικά με τον ίδιο, σε Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης· για την αλλαγή αυτή αξίζει να γίνει εκτενέστερος λόγος: την επόμενη φορά.

buzz it!

29/10/16

Κάποτε έχει κόκαλα η γλώσσα (β΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Οκτ. 2016)


Από μικροί μαθαίνουμε τι είναι λ.χ. γάτα, μαθαίνουμε τη λέξη και την έννοια γάτα, μαθαίνουμε και τη λέξη/έννοια μαύρος-η-ο, χωρίς να ξέρουμε και χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε την προέλευση, την ετυμολογία κάθε λέξης, και προπαντός χωρίς να μας εμποδίζει η «άγνοια» αυτή να τις χρησιμοποιούμε κατά τις ανάγκες μας στην επικοινωνία μας με τους άλλους. Απ’ τη στιγμή όμως που θα τις μάθουμε αυτές τις δύο λέξεις, είναι αυτονόητο πως με τη σύναψη μαύρη γάτα θα καταλαβαίνουμε πάντα μια γάτα με μαύρο χρώμα και όχι με άσπρο ή κανελλί, πολύ περισσότερο όχι γάτα χαδιάρα, παιχνιδιάρα κτλ.

Κάπως έτσι τέλειωνα την περασμένη φορά, μιλώντας για τον τρόπο πρόσληψης μιας λέξης, που το σημαινόμενό της θα τη συνοδεύει εφεξής σε κάθε πιθανό συνδυασμό με άλλη, επίσης γνωστή και δεδομένη λέξη.

Ωστόσο, έτσι και οριστεί, οσοδήποτε αυθαίρετα ή και παράλογα, κάποιο καινούριο νόημα που θα «επικυρωθεί» μέσα από τη χρήση, παύει θεωρητικά κάθε συζήτηση. Αν δηλαδή σε συγκεκριμένο χώρο, επαγγελματικό ή άλλο, αποφασιστεί ότι η μαύρη γάτα θα σημαίνει πλέον όντως άσπρη γάτα, ακόμα ακόμα: μεγαλόσωμος σκύλος, έως και: πορτοκαλεώνας κ.ο.κ., πάει τελείωσε, στον συγκεκριμένο πάντα χώρο θα επικρατεί αυτή η νέα και ειδική σημασία, σήμα να χαρακτηρίζει τους μυημένους του κλαμπ, και πάντως να μνημειώνει τα κάποτε γοητευτικά μες στην αυθαιρεσία τους παιχνίδια ή καπρίτσια της γλώσσας –τα δικά μας εντέλει καπρίτσια, εξού και συνεχίζεται, και έχει πάντοτε νόημα, όπως το ’χουμε χιλιοπεί, αυτή η συζήτηση.

Τέτοιες λέξεις με νέα σημασία ή συνάψεις λέξεων βρίσκουμε άφθονες σε κάθε εποχή, ας επικεντρωθούμε όμως, «ας αξονάρουμε», όπως λέει γνωστό λαϊφστάιλ περιοδικό, στις τελευταίες δεκαετίες. Και σ’ ένα λαϊφστάιλ περιοδικό, αμέσως αμέσως, θα βρούμε να φιγουράρει στην ταυτότητά του, έπειτα από το Δημοσιογραφικό Τμήμα και το Εμπορικό, κάποιο Δημιουργικό Τμήμα, ή σκέτα Δημιουργικό: είναι «προφανώς» το καλλιτεχνικό τμήμα, οι γραφίστες κτλ., όπως εξάλλου και στα διαφημιστικά γραφεία κ.α. Αλλά από πότε έχασε το καλλιτεχνικό την ιδιαίτερη και ίσα ίσα αυξημένου κύρους σημασία του; Είπα «προφανώς»· αν όμως ρωτήσουμε τον μέσο και όχι μόνο χρήστη, θα μας πει πως Δημιουργικό είναι π.χ. οι συντάκτες. Εντέλει το μόνο προφανές είναι η μηχανική μετάφραση του creative team, που μας χαρίζει τώρα πλήθος δημιουργούς και δημιουργίες, που ωχριούν μπροστά τους πια οι καλλιτεχνίες. Κάπου εδώ ανθεί εξάλλου και η περίφημη δημιουργική γραφή.

Ανάλογη αδιαφάνεια χαρακτηρίζει και όρους όπως η τοποθέτηση προϊόντος σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Πώς βρέθηκε να το λέμε έτσι αυτό που κάποτε ήταν σκέτα γκρίζα διαφήμιση, διαφήμιση δηλαδή έμμεση και στη ζούλα, και τώρα είναι κατά κανόνα απροκάλυπτη και νόμιμη, απλώς διαφορετική σαν τύπος από τη γνωστή εμπορική διαφήμιση ενός προϊόντος;

Και το περίφημο βιώσιμο χρέος; σε πείσμα κάθε γνωστής σημασίας τού βιώσιμος; Προφανώς, αντιμετωπίσιμο εννοούμε, που μπορούμε δηλαδή να το αντιμετωπίσουμε, άντε να το «εξυπηρετήσουμε», όπως πάλι λέγεται, δηλαδή να μπορούμε να ξεχρεώνουμε λίγο λίγο. Ε, και γιατί τότε δεν το λέμε ακριβώς αντιμετωπίσιμο;

Ακόμα πιο δύστροπα εμφανίζονται τα πράγματα με την ανθρωπιστική κρίση, τον ανθρωπιστικό εφιάλτη κτλ., παραδοξολογία που κλιμακώνεται στην όλο και πιο κοινόχρηστη ανθρωπιστική καταστροφή. Γιατί πώς νοείται το ίδιο επίθετο: ανθρωπιστικός-ή-ό, ένα επίθετο με θετική και μόνο σημασία, που χαρακτηρίζει π.χ. τη βοήθεια που παρέχεται στα θύματα ενός πολέμου: ανθρωπιστική βοήθεια, να χαρακτηρίζει και τη δημιουργία θυμάτων πολέμου: ανθρωπιστική καταστροφή! Μηχανική μετάφραση, βεβαίως, του humanitarian disaster, όπου όμως το humanitarian δεν σημαίνει μόνο ανθρωπιστικός αλλά και ανθρώπινος, και το disaster δεν σημαίνει μόνο καταστροφή, αλλά και συμφορά και όλεθρος.

Κορωνίδα όμως της γλωσσικής παραδοξότητας και αυθαιρεσίας, καθαρή ανοησία, με το συμπάθιο, ένας όρος που με τίποτα δεν ξεκλειδώνει τη σημασία του είναι ο κοινωνικός αυτοματισμός: δύο άμεσα αναγνωρίσιμες, κοινές λέξεις, που συνδυαζόμενες δεν δηλώνουν απολύτως τίποτα. Πρόκειται για την αντίδραση, λέει, της ευρύτερης κοινωνίας απέναντι σε επαγγελματικές ομάδες που απεργούν: απεργούν οι οδηγοί λεωφορείων, και ο κόσμος που δεν μπορεί να πάει στη δουλειά του αγανακτεί, αγανάκτηση την οποία υποκινούν τα κατά κανόνα συστημικά ΜΜΕ και οι αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις –τουλάχιστον στην προσυριζαϊκή εποχή, αφού πλέον μίντια και συστημικές δυνάμεις στέκονται απαρασάλευτα στο πλευρό των όποιων απεργών.

Αλλά αν έτσι ξαναγράφεται η ιστορία των κοινωνικών π.χ. αγώνων, εξίσου εύλογο είναι να ξαναγράφεται, να ανατρέπεται, να επαναπροσδιορίζεται κ.ο.κ. η σημασία λέξεων, της ίδιας της γλώσσας –και δεν αστειεύομαι, τώρα: να τα θυμόμαστε ωστόσο όλα αυτά, κάθε που σκοντάφτουμε στα πάσης φύσεως ιδεολογήματα για τη γλώσσα, τη «σημασιολογική» όπως μυθολογείται όλο και πιο συχνά εσχάτως, αντιεπιστημονικότατα βεβαίως, αλλά και αντιλογικότατα, ξανά με το συμπάθιο.

buzz it!

22/10/16

Κάποτε έχει κόκαλα η γλώσσα (α΄)

(Εφημερίδα των συντακτών 22 Οκτ. 2016)


Στο τακτικό δρομολόγιο για την εκκλησία, στην πλατεία αριστερά, ήταν μια μάντρα οικοδομών: ένα μεγάλο οικόπεδο με το σπίτι στη μέση και διάφορα υλικά μπροστά, ασβέστης, αμμοχάλικο, τούβλα, σε ακανόνιστους σωρούς, κι ένα παλιό φορτηγό απέξω: «μάντρα οικοδομών», πώς να χωρέσει αυτό στο παιδικό μυαλό, τι σχέση είχε δηλαδή όλο αυτό το σύνολο με τη μόνη μάντρα που ήξερα, τη μάντρα του σπιτιού μας;

Αλλά το σωστό βασανιστήριο ήρθε λίγο αργότερα, όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, στο σχολείο δίπλα απ’ την εκκλησία, περνώντας δηλαδή και πάλι, και τώρα καθημερινά, μπροστά απ’ τη «μάντρα οικοδομών». Πριν αρχίσω το σχολείο, ήξερα, φυσικά, κάποιο σχετικό λεξιλόγιο: δασκάλα, βιβλία, τετράδια, τάξεις: τάξεις τα δωμάτια που τα λέγανε αίθουσες, αλλά και τάξεις η Α΄ τάξις, η Β΄, η Γ΄ κτλ., άλλο μικροπαράδοξο κι αυτό! Στο σχολείο πια έμαθα κι άλλες σχετικές λέξεις, και από τις πρώτες ήταν η έδρα, το τραπέζι-γραφείο όπου καθόταν η κυρία Φραγκίσκη με τη μακριά βέργα της, που ποτέ δεν έμεινε ανενεργή στα χέρια της.

Κι αφού άρχισα να διαβάζω, συλλάβισα κάποια μέρα κι αυτά που έγραφε το φορτηγό της μάντρας στο πλάι του, μέσα σ’ ένα παραλληλόγραμμο: ΕΔΡΑ ΑΘΗΝΑΙ. Μη χειρότερα, άκου «έδρα», «έδρα Αθήναι», ό,τι είχα μάθει την έδρα της κυρίας Φραγκίσκης, δηλαδή το ήδη γνωστό μου τραπέζι ή γραφείο, που έπρεπε να το μάθω τώρα και να το λέω έδρα! Ρωτούσα τα μεγαλύτερα παιδιά, κανένα δεν ήξερε να μου πει· «νά», μου δείχναν το παραλληλόγραμμο, «αυτό είναι η έδρα, σαν την έδρα της δασκάλας» –με κορόιδευαν ή όχι, δεν καταλάβαινα, πάντως με μπέρδευαν περισσότερο.

Ότι έτσι γίνεται με τις λέξεις το κατάλαβα πολύ αργότερα, μάλλον το πήρα απόφαση, όσο πλήθαιναν τέτοιες περιπτώσεις, λέξεις που μοιάζει να κοντράρουν άλλες, και λέξεις που δεν τις καταλαβαίνουμε άμεσα, δεν έχουν κάποια προφανή λογική, τις μαθαίνουμε όμως όπως μας τις λένε, τις ακούμε ή τις διαβάζουμε –αυτό είν’ όλο. Αυτό που γίνεται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, μ’ όλα τα παιδιά του κόσμου, που και βέβαια είναι πλήρεις κάτοχοι της γλώσσας τους (της δομής δηλαδή, γιατί αυτό είναι κυρίως, κυριότατα, η γλώσσα) όταν φτάνουν να πάνε σχολείο, την καλλιεργούν όμως από κει και πέρα, εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους κτλ.

Και όταν λέμε «εμπλουτίζουν», μαθαίνουν, μαθαίνουμε συνέχεια λέξεις, από διάφορα γνωστικά πεδία και επιστήμες, και τις ενσωματώνουμε στον λόγο μας, ανάλογα με τις ανάγκες του ο καθένας· πάντως, παραλαμβάνουμε λέξεις «έτοιμες», χωρίς να ξέρουμε την ιστορία τους, την προέλευση ή την ετυμολογία τους –που πολλές φορές απλούστατα δεν υπάρχει, δηλαδή δεν είναι διακριβωμένη ούτε για τους ειδικούς επιστήμονες. Χρησιμοποιούμε έτσι όλοι όλων των κοινωνικών τάξεων τη λέξη άνθρωπος χωρίς να ξέρουμε, ουσιαστικά: χωρίς να χρειάζεται να ξέρουμε πως είναι «αγνώστου ετύμου» –και μένουν να βαυκαλίζονται όσοι πιστεύουν την περίφημη παρετυμολογία της, πως τάχα είναι ο άνω θρώσκων, αυτός που κοιτάζει ψηλά, «γνώση» πάντως που σε τίποτα δεν άλλαξε τη χρήση που έκαναν και πριν μάθουν την παρετυμολογία, σε τίποτα δεν άλλαξε δηλαδή τη γλώσσα τους. Το ίδιο χρησιμοποιούμε όλοι τη λέξη θάλασσα, τη βλέπουμε τη θάλασσα, κολυμπούμε, ταξιδεύουμε σ’ αυτήν, πάλι χωρίς να ξέρουμε ότι κι αυτή είναι άγνωστης ετυμολογίας. Ούτε η αραβική καταγωγή της λ. γάιδαρος ή η παρετυμολόγησή της από το αεί δέρω διαμορφώνει αναλόγως τη σχέση του χωρικού με το γαϊδουράκι του. Ούτε το ότι η αρχαία λέξη παράδεισος είναι περσική, ακόμα κι αν δεν το πιστεύει κανείς, αλλάζει την πίστη του στον παράδεισο και την προσδοκία του να πάει πεθαίνοντας σ’ αυτόν.

Άλλο η γνώση της γλώσσας, δηλαδή, γνώση ενδιάθετη στον φυσικό ομιλητή, κι άλλο η γνώση για τη γλώσσα· άλλο μαθαίνω, καλλιεργώ κτλ. τη γλώσσα, κι άλλο μαθαίνω για τη γλώσσα –γνώση οπωσδήποτε γοητευτική, συναρπαστική ιδίως όσον αφορά την ετυμολογία, που όμως δεν επηρεάζει την ίδια τη γλώσσα, και προπαντός τη χρήση της.

Με λέξεις λοιπόν γνωστής ή άγνωστης ετυμολογίας, άσχετο, πάντως άγνωστης σχεδόν στο σύνολο των χρηστών μιας γλώσσας, επικοινωνούμε ανεμπόδιστα σε όλα τα επίπεδα, ικανοποιούμε όλες τις εκφραστικές ανάγκες μας. Όταν όμως μάθουμε τη λέξη λ.χ. γάτα, τι είναι γάτα, και μάθουμε και τη λέξη μαύρος-η-ο, είναι μοιραίο με τη σύναψη μαύρη γάτα να καταλαβαίνουμε πως μια γάτα είναι μαύρη, και όχι άσπρη, ή, σε άλλο επίπεδο, φουντωτή, χαδιάρα κ.ο.κ. Σ’ αυτό πια το σημείο αναζητούμε αναπόφευκτα, απαιτούμε, κάποια λογική διαφάνεια, ή σκέτα λογική, για την οποία έλεγα την περασμένη φορά, αναφερόμενος σε όρους όπως κοινωνικός αυτοματισμός, βιώσιμο χρέος κτλ.

buzz it!