27/5/18

Η ηδονή τού να είσαι άστεγος, ή Ο χομπίστας άστεγος

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Μαΐου 2018)


Στο Κανάλι της Βουλής, στην ενδιαφέρουσα εβδομαδιαία εκπομπή «Συνάντηση» της Άντζελας Τσιφτσή (Α.Τσ.), παρουσιάζεται κάθε φορά ένας συγγραφέας, συνθέτης, σκηνοθέτης κτλ. Τις προάλλες (16/4) έτυχε να παρακολουθήσω τη Συνάντηση με τον σημαντικό συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό (Θ.Β.). Μία από τις καίριες ερωτήσεις αφορούσε το μεταναστευτικό. Ιδού τι ή πώς απάντησε ένας συγγραφέας και ακαδημαϊκός –μεταφέρω όσο πιο πιστά μπόρεσα το σχετικό απόσπασμα, ολόκληρο μονόπρακτο, εντέλει:

Α.Τσ. Να υποθέσω ότι είστε συμπαθών προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, γιατί, κρίνοντας απ’ το έργο σας, που ένα μεγάλο του κομμάτι, Κορδοπάτης [= Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη], αλλά και στα Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60, το μεταναστευτικό είναι ένα κυρίαρχο ζήτημα· πώς βλέπετε, ποια είναι η στάση σας;

Θ.Β. Είναι αυτή [= η μετανάστευση] μοιραία συνθήκη των λαών, πάντοτε…

Α.Τσ. … που τώρα εμείς είμαστε στη θέση…

Θ.Β. … έχουμε αλλάξει…, εμείς δεχόμαστε πια [μετανάστες]

Α.Τσ. … έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι· πώς το σκέφτεστε;

Θ.Β. Θλίβομαι, θλίβομαι, κυρίως τώρα μ’ αυτές τις συνθήκες πολέμου που επικρατούν στη Μέση Ανατολή… Όλος αυτός ο κόσμος που έρχεται… Καμιά φορά με εξοργίζουνε. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω απολύτως αυτή τη δυστυχία. Στη Μεθώνης, εκεί αντίκρυ μου, κοιμόταν όοολο το χειμώνα, πηγαίνω συχνά εκεί, είναι ένα φιλικό μου πρόσωπο, ένας, δεν ξέρω, Αλβανός, τι ήταν, κάτω από ένα γείσο ενός στενού μπαλκονιού, χειμώνα καλοκαίρι· αυτός ο άνθρωπος πού αποπατούσε, πού πήγαινε… Αυτοί αναγκάστηκαν, έβαλαν κάγκελα, έκλεισαν αυτό το μικρό υπόστεγο, και τώρα δεν υπάρχει πάλι…

Αλλά η Αθήνα έχει γεμίσει με…, και με εκπλήσσει το γεγονός ότι η αστυνομία δεν παρεμ-βαί-ΝΕΙ. Μέρα μεσημέρι στην Πανεπιστημίου, άπλωσε τον υπνόσακό του κάτω –και νεαρός–, χώθηκε μέσα, κι έβγαλε το χέρι έξω μ’ ένα κουτί, για να του πετάνε δεκάρες!

Α.Τσ. Γιατί νιώθουν ασφαλείς όμως. Οι άστεγοι δεν είναι τυχαίο που είναι μοναχικοί, κινδυνεύει ο ένας απ’ τον άλλον…

Θ.Β. … πιθανόν…

Α.Τσ. … το σακίδιό τους είναι όλη τους η ύπαρξη…

Θ.Β. Ναι, σύμφωνοι. Αλλά [το] έχουν επιλέξει αυτό το πράγμα. Αν δεν το ’χουν επιλέξει, είναι κατάσταση ανάγκης…

Α.Τσ. Άρα το κράτος δεν έχει ευθύνη;

Θ.Β. Αυτό θέλω να πω, εκεί θέλω να φτάσω. Το να βλέπεις στη Σταδίου, στη στοά της τραπέζης, αυτή τη μεγάλη στοά πριν απ’ το…

Α.Τσ. … της Τραπέζης της Ελλάδος, απέναντι από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη…

Θ.Β. … έχουν στήσει ένα νοικοκυριό ολόκληρο – είχαν στήσει τουλάχιστον, πριν από... Μιαν άλλη φορά, πολύ παλιότερα, ήταν ένας…, είχε σηκωθεί και κατούραγε στην κολόνα, ήτανε εννιά η ώρα το βράδυ, αδιάντροπα εντελώς! Δηλαδή, είναι η δυστυχία απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη είναι ένας τρόπος…, νομίζω…, τους αρέσει, σε πολλούς απ’ αυτούς τους αρέσει.

Α.Τσ. Ή εμείς θέλουμε να σκεφτόμαστε ότι μπορεί και να τους αρέσει, αλλά σε ποιον μπορεί ν’ αρέσει να ζει έτσι, και να μην έχει ένα σπίτι…

Θ.Β. Σε πολλούς μπορεί ν’ αρέσει…, σε πολλούς μπορεί ν’ αρέσει… Εν πάση περιπτώσει δεν θα έλεγα ότι είναι μια ευτυχής κατάσταση, είναι μια κατάσταση που θα ’πρεπε να αντιμετωπιστεί.

– Αν ήταν μαθητής ή φοιτητής, θα μηδενιζόταν πρώτα πρώτα η κόλλα του, σαν παντελώς εκτός θέματος: το θέμα ήταν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες· ο φοιτητής αποφάσισε να γράψει για τους αστέγους. (Κι ας αφήσουμε για την ώρα ότι κι αυτό το μείζον πρόβλημα το συρρίκνωσε σε δύο μεμονωμένες περιπτώσεις, με τον προβληματισμό πού άραγε αποπατούσε ο ένας και την πληροφορία πού κατούραγε ο άλλος. Και οι δύο πάντως, άστεγοι «επειδή έτσι τους αρέσει».)

– Αν ήταν, αν είναι, όταν είναι πνευματικός άνθρωπος, συγγραφέας, ακαδημαϊκός, μηδενίζεται, φοβούμαι, αυτομάτως η ηθική, η στοιχειώδης ηθική που απαιτείται ακριβώς από πνευματικό άνθρωπο, συγγραφέα, ακαδημαϊκό –για να μην πω απλώς από σκέτο άνθρωπο.

Σχόλια δεν χρειάζονται. Μια παρατήρηση μόνο:

Έχουμε δει και ακούσει, π.χ. σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις, δηλαδή σε ψευδείς συνθήκες επικοινωνίας, αστέγους να λένε στην κάμερα πως προτιμούν να κοιμούνται στον δρόμο παρά σε κάποιον ξενώνα, ίδρυμα κτλ. Ακόμα κι αν, ακόμα κι όταν το εννοούν αυτό, έτσι απλά τάχα και ευθύγραμμα, σαν γεγονός καθαυτό, αποκομμένο από τα πάντα, είναι κάτι που μόνο οι ίδιοι μπορούν, μόνο οι ίδιοι δικαιούνται να το λένε.

Εμείς, άσε πια με τις κοινωνιολογίες μας και τις ψυχολογίες μας κτλ., εμείς, σκέτα εμείς, όχι! Είναι θέμα ακριβώς ηθικής.

buzz it!

13/5/18

Πόσοι και πόσο ανύποπτοι πια;

(Εφημερίδα των συντακτών 12 Μαΐου 2018)


Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, περ. 1628
Αθώα η Σώτη Τριανταφύλλου, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό ισλαμοφοβικό λόγο της, π.χ. με τη ρήση: «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σε κρατάει για να σ’ το κόψουν», παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Αλλά, όσο άτοπη κι αν μοιάζει η συναρίθμηση, αθώος τις προάλλες και ο Αμβρόσιος, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό ομοφοβικό λόγο του, π.χ. με την προτροπή να φτύνουμε τα «εκτρώματα της φύσεως», τους ομοφυλόφιλους, παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Όπως αθώος πριν από εννέα χρόνια και ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, που είχε κατηγορηθεί ότι με τον ρατσιστικό αντισημιτικό λόγο του, π.χ. όταν γράφει πως οι Εβραίοι είναι «υπάνθρωποι» και το μόνο που καταλαβαίνουν είναι εκτελεστικό απόσπασμα, πως «η Λευκή Φυλή δεν θέλει σημίτες στην Ευρώπη» κ.ά., παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο.

Μοιάζει όντως άτοπη η συναρίθμηση, όμως αυτό που προβλήθηκε σαν υπέρτατο διακύβευμα σ’ όλες τις περιπτώσεις, από διαφορετική βεβαίως πλευρά, και ιδιαίτατα στης Σώτης Τριανταφύλλου (Σ.Τρ.), είναι η ελευθερία της έκφρασης. Εδώ εξάλλου είναι, μαζί ακριβώς με τις ομοιότητες, και μία από τις διαφορές: τα Νέα λόγου χάρη χαιρέτισαν στην πρώτη σελίδα τους την αθώωση της Σ.Τρ. σαν νίκη της ελευθερίας της έκφρασης –ενώ προφανώς ήταν κατά της αθώωσης του Αμβρόσιου, και πολύ περισσότερο του Πλεύρη.

Και μία χαρακτηριστική σύμπτωση: ο ένας από τους δύο συνηγόρους της Σώτης Τριανταφύλλου (Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος), όταν σε κάποιο διαδικτυακό φόρουμ είχε ανακοινωθεί απλώς, σαν αυτονόητα εξωφρενική, η αθώωση του Πλεύρη, σχολίασε, μάλλον προκλητικά: «Μια σημαντική ημέρα για την ελευθερία του λόγου στην χώρα μας»!

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ελευθερία του λόγου (προσπαθώ με κόπο να μην πω: καθαυτή) είναι το υπέρτατο διακύβευμα, η ελευθερία να εκφράζει κανείς τις απόψεις του, «όσο αποκρουστικές κι αν είναι», όπως διαβάζω κατά κόρον, και με ανατριχίλα, ομολογώ. Γιατί άλλο τόσο υπέρτατο είναι να μη μας καταπιεί ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο νεοναζισμός, ο νεοφασισμός, όλα αυτά που διαχέονται στην κοινωνία, που υπηρετούνται, που υποστηρίζονται, που παγιώνονται και κάποτε επικρατούν μέσα και από την ελεύθερη έκφραση.

Να πολεμήσουμε λοιπόν μ’ όλες μας τις δυνάμεις την παρεμπόδιση της ελεύθερης έκφρασης, επισημαίνοντας ωστόσο κάθε φορά και πολεμώντας, πάλι μ’ όλες μας τις δυνάμεις, τις «αποκρουστικές απόψεις»: ούτε λόγος, όλοι συμφωνούμε, του Πλεύρη· ούτε λόγος, σχεδόν όλοι συμφωνούμε, του Αμβρόσιου· ελάχιστοι όμως φαίνεται πως συμφωνούμε ως προς τις απόψεις της Σώτης Τριανταφύλλου –που σχεδόν δεν συζητήθηκαν καν.

Για την οικονομία της συζήτησης, ας δεχτούμε πως ο αντιρατσιστικός νόμος, όπως επισήμαναν και πολλοί έγκυροι διανοούμενοι, είναι λάθος· ας δεχτούμε και πως η δίωξη της Σ.Τρ. είναι λάθος. Οι απόψεις της όμως; Το δεχόμαστε πως πάντως είναι ρατσιστικές, «αποκρουστικές» λοιπόν, ή όχι;

Εδώ πρέπει να απεγκλωβιστούμε από την παρανόηση που δημιουργήθηκε (ή καλλιεργήθηκε;) γύρω από την παραπομπή της Σ.Τρ. σε δίκη: όπως καυτηρίασαν πολλοί, άλλοτε απλώς χλευαστικά, άλλοτε έμπλεοι ιερής αγανάκτησης, η Σ.Τρ. κατηγορήθηκε μόνο και μόνο επειδή απέδωσε εσφαλμένα, ψευδώς, στον Μάρκο Πόλο την άποψη που παρέθεσα στην αρχή, πως «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σε κρατάει για να σ’ το κόψουν».

Όμως, το θέμα δεν είναι αν ανήκει στον Μάρκο Πόλο η άποψη αυτή ή όχι, αν είπε τάχα ψέματα και παραπλάνησε το κοινό η Σ.Τρ.· το θέμα είναι πως η άποψη αυτή, όποιου κι αν είναι, είναι αναντίλεκτα ρατσιστική· το θέμα λοιπόν είναι πως η Σ.Τρ. προσυπογράφει και διασαλπίζει μια ρατσιστική άποψη.

Άλλωστε δεν της χρειαζόταν η αυθεντία του όποιου Μάρκο Πόλο. Πάντα διατυμπάνιζε πως «το ισλάμ είναι ενδογενώς πολεμοχαρές», «ιδεολογία εκβαρβαρισμού»· πως «όσα υφιστάμεθα από τους ισλαμιστές (όχι μόνον την τρομοκρατία αλλά την καθημερινή πίεση, τη συμπεριφορά μίσους) δεν οφείλονται στις “επεμβάσεις” της Δύσης στις χώρες της Ανατολής, αλλά στην πολεμοχαρή και φθονερή φύση του ισλάμ»· μιλάει για τον «μουσουλμανικό πληθυσμό [της Γαλλίας] που τρώει και πίνει με κρατικές παροχές», για οργανωμένο σχέδιο εξισλαμισμού της Δύσης από τα κύματα μεταναστών και όλα τα συναφή.

Τα οποία συναφή όμως αποτελούν στερεότυπα που φύονται πλέον και στον ευρύτερα προοδευτικό χώρο. Και κυκλοφορούν με τα ιδεολογικά δεκανίκια τους, απ’ τη μια την καταγγελία της «εγκληματικής» πολυπολιτισμικότητας («χονδροειδές σφάλμα», που «κατακερματίζει και υπονομεύει την κοινωνία», κατά Σ.Τρ.), απ’ την άλλη το ανάθεμα στην πολιτική ορθότητα:

«ένα κέλυφος» όμως, έγραψε τις προάλλες εδώ ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, «μέσα στο οποίο φωλιάζουν κάθε είδους διακρίσεις, τοξικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Αυτός ο σαρκασμός του πολιτικά ορθού, διάχυτος σε ολόκληρο το πολιτικό σώμα, φιλοξενεί έναν σικ ρατσισμό» («Πολιτική ορθότητα και ρατσισμός», 30/4).

Δεν είναι διόλου απλά δηλαδή τα πράγματα, εξού και οι πολλές και σκόπιμες συγχύσεις.

Ας μείνουμε τότε στα ελάχιστα στα οποία συμφωνούμε, στον πιο χοντροκομμένο, επιμένω, ρατσισμό. Ή πάλι ούτε;

buzz it!

6/5/18

«Η αναπηρία της μη ντροπής» - «Βόταν, σύζυγε, τάλα!» - Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη, ξανά μανά

(Εφημερίδα των συντακτών 5 Μαΐου 2018)

 
ο Οδυσσέας επιτίθεται στην Κίρκη, ερυθρόμορφος κρατήρας, περ. 450-400 π.Χ.

«Η αναπηρία της μη ντροπής»


Κάποια πράγματα δεν είναι για πολλά πολλά, έτσι τουλάχιστον θες να πιστεύεις, καθώς, πάλι θες να πιστεύεις, είναι τόσο κραυγαλέα, που αυτοσχολιάζονται. Παραταύτα δεν είναι και να τ’ αφήσεις να περάσουν απαρατήρητα…

Ένα τέτοιο κείμενο δεν χρειάζεται καν να το διαβάσεις, δεν πρέπει να το διαβάσεις· αρκεί ο τίτλος: «Ο Π.Κ. και η αναπηρία της μη ντροπής». Όποιο και να ’ταν το θέμα, όσα και όσο δίκαια κι αν καταμαρτυρούσε στον Παναγιώτη Κουρουμπλή, ένα μόνο θα ρωτούσα τη συντάκτρια (Ρέα Βιτάλη, Protagon.gr, 26.2.18): για ποιον τάχα άλλο ιδεολογικά αντίπαλό της, από ποιον επιτέλους χώρο (προφανώς όχι την ακροδεξιά, αφού λ.χ. είναι ένθερμη θαυμάστρια του Άδωνη), θα χρησιμοποιούσε τον όρο «αναπηρία» στο κατηγορώ της; Θα έγραφε λ.χ. για την «αναπηρία της μη ντροπής» του Κασιδιάρη ή του Λαγού;

Αλλά όντως «μη ντροπή», αναισχυντία δηλαδή. Γιατί η λέξη «ρατσισμός» θα της πέφτει, φαντάζομαι, δύσκολη.


«Βόταν, σύζυγε, τάλα!»

«Βόταν, σύζυγε, τάλα!» η κωμική προσφώνηση στον Βόταν, υπότιτλος στον βαγκνερικό Χρυσό του Ρήνου, στο αχαρακτήριστο Κανάλι της Βουλής. Κι άλλο ένα μεγαλούργημα, πριν καταφύγω στο τηλεκοντρόλ: «Τι είναι αυτές οι φωνές που μας μαστίζουν;»

Έχω ξαναγράψει για το Κανάλι της Βουλής και την ανευθυνότητα αλλά και ασχετοσύνη με την οποία το διαχειρίζονται, όποιοι το διαχειρίζονται –π.χ. για τα κραυγαλέα λάθη στα ονόματα, τις απειροελάχιστες φορές που θα καταδεχτούν να δώσουν μισό όνομα, είτε του έργου είτε των συντελεστών του. Δεν έχει νόημα να γράψω τίποτα περισσότερο, δεν αποδελτιώνω καν, απλώς, αν μου μείνει κανένα ευτράπελο, λέω να μην το κρατάω για τον εαυτό μου, στους δύσθυμους καιρούς μας.

Από κοντά και το Τρίτο Πρόγραμμα. Λες, τι διάολο, ποτέ τους δεν ξανάκουσαν την Όπερα της πεντάρας του Μπρεχτ και του Κουρτ Βάιλ, και βλέπουν τώρα το σιντί και μεταφράζουν κατά λέξη: «Τρεις δεκάρες όπερα» (Die Dreigroschenoper, ή ίσως απ’ το αγγλικό The Threepenny Opera;), χωρίς κανένα νόημα έτσι κι αλλιώς στα ελληνικά;

Τι δουλειά κάνουν, αν όχι το ελάχιστο, να ξέρουν να διαβάζουν τίτλους και ονόματα, την εποχή μάλιστα του σωτήριου Γκουγκλ; Κι άκουσα έτσι πρόσφατα να αποφωνεί ο παραγωγός (Ν. Ξυλουργός, 2.4.18) ένα μέρος από τη Μίσα Σολέμνις του Μπετόβεν, με σολίστ, είπε, την Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ, τον «Νικόλα Τσακαρία» κ.ά.; Καλά, δεν τον ήξερε ο νεαρός, υποθέτω, τον διεθνούς φήμης συμπατριώτη μας, τον βαθύφωνο Νίκο Ζαχαρίου, που σταδιοδρόμησε με το (ημι)ψευδώνυμο Nicola Zaccaria· δεν τον υποψίασε καθόλου το όνομα;

Μακάριοι οι ανυποψίαστοι.


Ο ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη, ξανά μανά

Και πάλι τι να πρωτοσημειώσεις –δεν λέω προς τι. Και τη φορά αυτή αναφέρομαι στην πολυμελή χορωδία που συγκροτείται εκ των πραγμάτων, σίγουρα ερήμην των διαφορετικής προέλευσης και παιδείας σολίστ, που το Έργο τώρα τους ενώνει. Και τα πράγματα είναι σοβαρά: η λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ που σαρώνει τη χώρα. Και το Έργο σοβαρότερο: η αντίσταση στη λαίλαπα.

Και μπροστά στο Έργο, στα κομμάτια κι ο πολιτικός λόγος –εδώ είναι που ξαναμιλούσα για τον ΣΥΡΙΖΑ Κίρκη που μεταμορφώνει τους ανθρώπους. Οι οποίοι, από διαφορετικούς πλανήτες συχνά, μιλούν πια μία κοινή γλώσσα, ξέρουν μία τακτική, το ξεκατίνιασμα.

«Κυρά Τασία» ο Στέφανος Χίος; «Κυρά Τασία» π.χ. και ο Β. Αγγελικόπουλος! «Τασούλα» ο άλλος, «γιαγιάκα Τασία» ο παράλλος (ποτέ με το επίθετο, εννοείται, διόλου τυχαία).

Για «το ζεύγος Τασία-Δρίτσας» ξαναδιάβαζα, όπου «κάνουμε χάζι τα παλαιοημερολογίτικα νιαουρίσματα του μεν [...] και διασκεδάζουμε με τη Δεσποινοστυλιανοπουλική αναίδεια της “πλύντριας-προέδρου” Τασίας». (Το «πλύντρια», θα σας πει ο συντάκτης, αναφέρεται στο ξέπλυμα του Καμμένου· κι ας θυμίζει, όλως συμπτωματικά, την «πλύστρα»!)

Κι ένα παλιότερο, τέσσερις σε ένα, με τέταρτη τη Σία Αναγνωστοπούλου και κυρίως το μαλλί της: «Ίδρωσε το αφτί παντός τσιπροειδούς υπουργού Παιδείας –μπαλταδοφιληγαβρόγληδων και Σίας κι αράξαμε –που το δικό της αφτί είναι και υποκάτω ουχί ευδιατρήτου αφάνας».

Δεν έτυχε να δω· τον Άδωνη π.χ. πώς τον χαρακτηρίζουν, ή τον Βορίδη; Αλλά δεν θα ’ναι ο Άδωνης ή ο Βορίδης πιο επικίνδυνοι από τον ΣΥΡΙΖΑ· τον Μιχαλολιάκο μήπως; τον Παππά; τον Λαγό; Αλλά δεν θα ’ναι κι η Χρυσή Αυγή πιο επικίνδυνη από τον ΣΥΡΙΖΑ!

Ουχί ευδιακρίτου ήθους, θα έλεγα.

buzz it!

28/4/18

Αντισημιτισμός και αντικομμουνισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Απρ. 2018)



Ισραηλινοί παρακολουθούν στρατιωτικές επιχειρήσεις της χώρας τους εναντίον αμάχων Παλαιστινίων στη Γάζα


Από τα πλέον περίπλοκα και ακανθώδη ζητήματα που από τα μέσα του περασμένου αιώνα κατέχει –απολύτως εύλογα, αν όχι υποχρεωτικά– κεντρική θέση στην πολιτικοϊδεολογική στάση της αριστεράς, της ευρύτερης θα πω τώρα αριστεράς, αλλά και του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, πάντως εντεύθεν της δεξιάς και, προφανέστατα, της ακροδεξιάς, είναι η διάκριση, τα όρια, ανάμεσα στην κριτική απέναντι στην πολιτική του κράτους του Ισραήλ, στο ίδιο το κράτος του Ισραήλ, και τον αντισημιτισμό.

Εκτός από σποραδικές αναφορές, έχω αφιερώσει σειρά τριών ολοσέλιδων άρθρων[1] στο «μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό» κράτος του Ισραήλ, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό  του κορυφαίου Ισραηλινού συγγραφέα Νταβίντ Γκρόσμαν, χωρίς να θεωρηθώ, όσο έπεσε στην αντίληψή μου, αντισημίτης, ενώ απ’ την άλλη έχω γράψει π.χ. για τις αντιεβραϊκές θέσεις που εξέφρασε κάποτε ο Μίκης Θεοδωράκης·[2] παραταύτα, επιμένω πως δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα τα όρια, δεν είναι ιδίως από την πλευρά του Ισραήλ, εξού και πάντα, όταν προφέρει κανείς και μόνο το όνομά του, έχω την αίσθηση ότι οφείλει να σηκώνει ψηλά τα χέρια, πως είναι άοπλος, και έπειτα να επιδεικνύει την ταυτότητά του, κι ακόμα καλύτερα τις όποιες περγαμηνές του, αν διαθέτει, όπως έκανα εγώ τώρα –ψυχαναγκαστικά, ομολογώ, για να μην πω καταναγκαστικά.

Με αυτό το έξωθεν, θα έλεγα, επιβεβλημένο διαβατήριο θέλω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις που μόνο πλαγίως σχετίζονται, πάντα κατά την άποψή μου, με το συγκεκριμένο πρόβλημα, τον αντισημιτισμό. Αφορμή, η συζήτηση που έγινε εδώ τελευταία γύρω από δύο σκίτσα του Μιχάλη Κουντούρη, και στην οποία δεν προτίθεμαι να πάρω μέρος άμεσα· θέλω όμως να καταγράψω κάποιες σκέψεις που πηγαινοέρχονται από καιρό στο μυαλό μου σε ανάλογες περιστάσεις:

Η ανανεωτική αριστερά, αν περιοριστούμε στα δικά μας, που γεννιέται επισήμως το 1968, με τη διάσπαση του ΚΚΕ και, αμέσως έπειτα, με τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, στη μακρά και επίπονη πορεία για τη διαμόρφωση του ιδεολογικού προσώπου της, πολεμήθηκε λυσσαλέα· κυρίως κατασυκοφαντήθηκε ότι, με την καταγγελία των εγκλημάτων του σταλινισμού, και γενικότερα του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως τον είπαμε αργότερα, ρίχνει νερό στον μύλο της αντίδρασης, δίνει επιχειρήματα στις δυνάμεις της αντίδρασης, ή και συντάσσεται με τις δυνάμεις της αντίδρασης, ενισχύει τον αντικομμουνισμό, διολισθαίνει προς τον αντικομμουνισμό, ταυτίζεται με τον αντικομμουνισμό, είναι η ίδια εντέλει αντικομμουνισμός, νέτα σκέτα.

Δεν είναι πάντα τόσο ευθύγραμμη η κριτική, ούτε απολύτως ομοιόμορφη, έχει δηλαδή τις αποχρώσεις της, η ουσία όμως, σε πρόχειρη έστω ανάγνωση, η σούμα, με άλλα λόγια, είναι αυτή.

Κι όμως, δεν έπαψε την αναζήτηση η ανανεωτική αριστερά, δεν μετρίασε την κριτική της, δεν περιορίστηκε καν στην καταγγελία των εγκλημάτων του υπαρκτού, αλλά συνέβαλε και στην αποκάλυψή τους –κι ας έδινε όντως τροφή, επιχειρήματα στην αντίδραση.

Μόνο έτσι όμως ήταν νοητό, αλλά και δυνατό, να διαμορφώσει την ταυτότητά της, και παράλληλα να την υπερασπίσει απέναντι όχι μόνο στην καθαυτό αντίδραση αλλά, ακόμα πιο δύσκολο, σ’ όσους τη συναριθμούσαν με την αντίδραση. Μόνο έτσι μπορούσε να υπάρξει, μόνο έτσι είχε νόημα εντέλει να υπάρξει. Κυρίως: αυτή ήταν η ηθική της.

Δεν είναι ίδια τα φαινόμενα, εννοείται· παρουσιάζουν όμως σοβαρές, κατά την άποψή μου, αναλογίες, που θα μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν σε μελλοντική συζήτηση, μια και το ακανθώδες, όπως είπα, θέμα δεν επανέρχεται απλώς, είναι εύλογα μονίμως και σταθερά παρόν.

Εν πάση περιπτώσει, προτού επιχειρήσω να βάλω σε τάξη αυτές τις σκέψεις, χρειάζεται να σημειώσω και πάλι πως αφορμή μόνο είχαν τη συγκεκριμένη συζήτηση, το πνεύμα της γενικότερα, το οποίο ανακαλεί παρόμοιες συζητήσεις, και όχι τα επιμέρους κείμενα, ακόμα και της πρέσβειρας του Ισραήλ, με εξαίρεση ίσως μια επιστολή του Ζαν Κοέν, που κουνάει το δάχτυλο στον Μιχάλη Κουντούρη σαν  σε δεκάχρονο παιδάκι, που πατάει για την ακρίβεια τη σκανδάλη απέναντι σ’ ένα παιδί με μια πέτρα στο χέρι –για να μείνουμε στην εικόνα που μόνιμα εικονογραφεί την κρατούσα σχέση και στάση, προκαλώντας και τις ανάλογες αντιπαραθέσεις.

Όσο για την αναλογία που πρότεινα, εννοώ ότι, όπως κάθε κριτική στον σταλινισμό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό θεωρείται πως δίνει όπλα στον αντικομμουνισμό, ή και είναι αντικομμουνισμός, έτσι βλέπουμε συχνά, αν όχι κατά κανόνα, να θεωρείται ότι κάθε κριτική στο Ισραήλ δίνει όπλα στον αντισημιτισμό, ή και είναι αντισημιτισμός. Η αλήθεια είναι προφανής, πως και στις δύο περιπτώσεις όντως δίνονται, εξ αντικειμένου, όπλα στον αντικομμουνισμό και στον αντισημιτισμό, χωρίς αυτό ούτε να οδηγεί ούτε να είναι αντικομμουνισμός και αντισημιτισμός.

Άλλη αλήθεια είναι ότι, ακόμα κι αν κάποτε κάποιος στόχος είναι κοινός, όταν λόγου χάρη αριστεροί έως ακροδεξιοί βρεθήκαμε στη μεγάλη διαδήλωση ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, είναι καταρχήν σφάλμα να παραγνωρίζονται οι διαμετρικά αντίθετες καταβολές, πηγές, διαδρομές του καθενός.

Όχι μόνο στο παρελθόν, σαν τάχα ελαφρυντικό, αλλά στο ίδιο το παρόν του.


[1] «Αντικειμενικότητα, ίσως· ουδετερότητα, αδύνατον!», Τα Νέα 19.8.06· «Ιστορία ή μυθιστορήματα με λήσταρχους;», Τα Νέα 2.9.06· «Μιλιταριστικό, εθνικιστικό, ρατσιστικό», Τα Νέα 14.10.06· τώρα, Στοιχήματα, Δ΄: Πολιτική και ιδεολογία, Γαβριηλίδης, 2014, σ. 94 κ.ε., 103 κ.ε., 112 κ.ε., αντίστοιχα.

[2] «Αυτός ο Μίκης είναι δικός τους ή δικός μας;», Στοιχήματα, Δ΄, όπ. παρ., σ. 121 σημ.1.

buzz it!