2/9/17

Η διπλή φυγή της Αρλέτας

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Σεπτ. 2017, εδώ με μικροπροσθήκες)


στα Ταβάνια της οδού Μνησικλέους, Πλάκα, Μάιος 1970


Διπλωμένη πάνω στην κιθάρα της, σαν για να μην της την πάρουν· μπα: γαντζωμένη πάνω στην κιθάρα της, σαν από σανίδα σωτηρίας· ούτε: κρυμμένη πίσω απ’ την κιθάρα της, σαν πίσω από ασπίδα προστασίας· όμως το πρόσωπο έκθετο· τι να σου κάνουν οι αφέλειες που κρύβουν, πάλι καλά, το μέτωπο· δεν αρκούσε· έσκυβε λοιπόν κι αυτή όσο πιο πολύ γινόταν το κεφάλι πάνω απ’ την κιθάρα-ασπίδα, όχι μόνο για να μην τη βλέπουν, αλλά θαρρείς και για να μη βλέπει, τουλάχιστον να μη βλέπει πως τη βλέπουν. Κούρντιζε την κιθάρα, κάτι μουρμούριζε μέσ’ απ’ τα δόντια, σπάνια ξεχώριζες τι, και μετά η χαρακτηριστική κίνηση: με προτεταμένο το κάτω χείλι φυσούσε προς τα πάνω το μαλλί που, ε, πια το παράκανε, τη στράβωνε τελείως.

Και άρχιζε. Αυτό που, για να το ονομάσει κανείς, ιδίως τώρα, θα κατέφευγε ενστικτωδώς σε μεγάλες λέξεις, καμπανιστές, και υπερθετικούς, ό,τι πιο αταίριαστο εντέλει με το κορίτσι κι έπειτα γυναίκα-θρόισμα, ναι, θρόισμα, μόνο αυτό θα κρατήσω, γιατί ένα θρόισμα των φύλλων, ένα απαλό ρυτίδιασμα των νερών, αυτό ήταν η φωνή και η ερμηνεία και ο τρόπος γενικότερα της Αρλέτας.

Ψάχνω βρίσκω μια φωτογραφία· αποπίσω γραμμένο σε μιαν άκρη από χέρι άγνωστο: 3-5-70· και η αφιέρωση: «Στο Γιάννη με [λουλούδι· εννοώ σκιτσαρισμένο ένα λουλούδι] Αρλέτα». Στη φωτογραφία, από αριστερά, ο Χρήστος Λεττονός, φευγάτος από χρόνια αυτός, και με τρόπο τραγικό: κάηκε ζωντανός σε σπίτι που άρπαξε φωτιά, κι ούτε καν σαράντα χρονών· έπειτα η Πετρούλα Σαλπέα, έπειτα το ζεύγος των ιδιοκτητών, νομίζω, ονόματα δεν θυμάμαι, έπειτα η Αρλέτα, μπροστά γονατιστός αλλά στραμμένος στην Πετρούλα το γκαρσόνι ο Γιώργος, πάλι νομίζω, έπειτα ο ευαίσθητος πιανίστας Τάσος Καρακατσάνης, το Μαρθάκι η Μιγκρέλια και ο Θέμης Ανδρεάδης ­–στην άκρη, γερτός στον τοίχο, σε μια προσπάθεια να βγει απ’ το κάδρο, κάποιος θαμώνας, ίσως Γιώργος κι αυτός.

Έτος 1970 λοιπόν, στα 17 εγώ αλλά κοντά δυο χρόνια ήδη στους δρόμους, με την επίσης φευγάτη από χρόνια πολύτιμη φίλη και οδηγό Εύη χτυπάμε κάρτα στα Ταβάνια της οδού Μνησικλέους, και στο διάλειμμα ή στο σχόλασμα εύκολα έρχεται η γνωριμία, όπως σε τέτοια μέρη τα χρόνια εκείνα, σε όρια κάποτε σουρεαλιστικά: π.χ. με τον 50άρη, πάντως μεγάλο για τα μάτια μου τότε, Γιάννη, ιδιοκτήτη μάντρας αυτοκινήτων, παλιό γνώριμο της Αρλέτας, φιγούρα από άλλον κόσμο, μαύρο κουστούμι με ψιλή ρίγα, μπαρμπέρικο μουστάκι και χρυσό ρολόι, που άνοιγε κάθε φορά ένα μπουκάλι ουίσκι και έπειτα μας έτρεχε στα σκυλάδικα της Εθνικής, μες στην παλιά, μαύρη Μερσεντές του, την Αρλέτα, αν είναι δυνατόν, τη φίλη μου την Εύη, που ήταν ο στρατηγικός του στόχος, και αναγκαίο κακό εμένα.

Το καλύτερό μου όμως ήταν όταν ξημερωνόμουν στα Ταβάνια μόνος, κολλιτσίδα στην Αρλέτα, στην κουζίνα-καμαρίνια, όπου νά, όλο και κάποια φωτογραφία κέρδιζα, ένα σκίτσο που το σκάρωνε εκείνη την ώρα πίσω από μια παλιά πρόσκληση για τα εγκαίνια της μπουάτ, ή κοτζάμ δίσκο, τα 12+1 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι… Και: «Θα πεις Λόρκα απόψε;» η εναγώνια ερώτηση· «Θα δούμε» ήταν η απάντηση: κάπως σκανάραμε και το κοινό στην αίθουσα, οι ασφαλίτες τότε κάναν μπαμ από χίλια μέτρα, στο τέλος πάντα έλεγε κάποια του Λόρκα: ήταν τα τραγούδια από τον σπουδαίο κύκλο Romancero Gitano του Θεοδωράκη, ποίηση Λόρκα σε μετάφραση Ελύτη, που ήταν έτοιμα από Μίκη και Αρλέτα για ηχογράφηση, αλλά πρόλαβε η 21η Απριλίου (το σημειώνω εδώ, γιατί δεν πολυγράφτηκε τούτες τις μέρες).

Έπειτα κενό, επόμενη εικόνα κάπου το ’72-’73, όταν δουλεύω στις εκδόσεις Ολκός του Αντώνη Καρκαγιάννη, κι άλλο μνημόσυνο εδώ, τον οποίο και πείθω, λες και έλεγε «όχι» ποτέ, να βγάλουμε λεύκωμα με έργα της Αρλέτας. Δυο τρεις βραδιές στο σπίτι της, πάνω σε μια φλοκάτη ή χαλί, ξεδιαλέγουμε από κάτι τεράστια ντοσιέ –εννοείται πως το σχέδιο ναυάγησε, όταν συνειδητοποιήσαμε το κόστος.

Μετά, με τον καιρό, χάνεται αυτή. Και εννοώ τώρα την πρώτη της «φυγή», κατά τον τίτλο, όταν σχεδόν πεισματικά απαρνιέται το νεοκυματικό της παρελθόν: «Με το Νέο Κύμα έχω βγάλει μόνο 3 δίσκους, από κει κι έπειτα έχω άλλους 15» επιμένει· μα άλλο τόσο πεισματικά επιμένω κι εγώ πως η Αρλέτα είναι η πρώτη της περίοδος, εκεί είναι η φωνή της, και φυσικά στον Χατζιδάκι έπειτα και στον Θεοδωράκη, και όχι στη «Σερενάτα» και το «Μπατίντα ντε κόκο», τραγούδια που μπορείς να τα φανταστείς από πολλές και διάφορες φωνές, ή που τίποτα δεν τους προσθέτει η τόσο ιδιαίτερη δική της φωνή: δεν ταιριάζουν εννοώ στη φωνή της, δεν την αναδεικνύουν, ίσα ίσα την αδικούν. Η φωνή και ερμηνεία της Αρλέτας πιστεύω πως βρίσκεται στις βαθιά μελαγχολικές «Σαράντα μέρες» και στο «Σαββάτο απόγιομα», στην ερωτική απόγνωση του «Φώναξέ με», στον σπαραγμό της «Βαλκυρίας του κάδρου». Ή όπως την ξαναβρίσκουμε στα κατοπινά αλλά σαν τα πρώτα, στα «Ήσυχα βράδια» και στο «Πρωινό τσιγάρο».

Όμως, έτσι θέλησε η ίδια. Και είναι μάταιη, όσο και άτοπη, κάθε σχετική συζήτηση τώρα, τώρα που έφυγε οριστικά, κι ας μετράω μπακαλίστικα πρώτη και δεύτερη «φυγή» εγώ, ενώ οι πολλές και διαφορετικές περίοδοι εντέλει της Αρλέτας, οι διαφορετικές γενιές και οι διαμετρικά αντίθετοι, πολλές φορές, κόσμοι που εξέφραζε, ορίζουν ακριβώς το αόριστο, την απεραντοσύνη της.

Στο καλό, Αρλέτα.



Σημ. Η στήλη «Ασκήσεις μνήμης» θα λείψει ένα διάστημα· μπορεί να αργήσει, αλλά θα γυρίσει.

buzz it!

15/7/17

Σεξισμός και πολιτική ορθότητα δι’ αρχαρίους

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Ιουλ. 2017)


Πάτμος, πριν από δεκαετίες, χαρακτηριστική ατραξιόν ο Παναγιώτης ο βαρκάρης, κορμί άγαλμα σωστό, Ποσειδώνας πολλά βαρύς, περιφέρεται όλη μέρα ξυπόλυτος και ημίγυμνος, πίσα κατράμι απ’ τον ήλιο, χρυσαφένιες μπούκλες, από τα πρώτα καμάκια, εννοείται. Βράδυ αργά, στο μοναδικό τότε στέκι, τον Αρίωνα, ο Παναγιώτης στο παραδιπλανό τραπέζι έχει πιάσει κουβέντα με μια γλυκύτατη Δανέζα, παλιά γνώριμη του νησιού. Ξαφνικά σούσουρο, φωνές, «όχι, ρε Παναγιώτη, δε γίνονται αυτά!» πέσαμε όλοι απάνω του, ο Παναγιώτης είχε δώσει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι στην κοπέλα, και μούγκριζε κάτι ακατάληπτα. «Ε δε γουστάρω να μου την πέφτει πρώτη η γυναίκα» καταφέραμε και του βγάλαμε με τα πολλά. Ώστε είχε παραβεί τον Κώδικα η γυναίκα!

Τη θυμήθηκα τώρα τελευταία την ιστορία αυτή, όταν κατηγορήθηκε για σεξισμό, μάλλον: όταν σχολιάστηκε ο σεξισμός του γνωστού τσολιά της τηλεοπτικής Ελληνοφρένειας, που σε μια εκπομπή κυνηγούσε τις γυναίκες στον δρόμο και τους κολλούσε στα οπίσθια ή στα στήθη κάτι στρογγυλά αυτοκόλλητα του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλές γελούσαν, κάποιες ενοχλούνταν: «Σταμάτα, μην κάνεις σαν τρελή, δεν είναι και πούτσα, καταλαβαίνω, για τις πούτσες κάνετε σαν τρελές…» είπε σε μία, ενώ σε άλλη το κλασικό: «Έλα που δε σ’ άρεσε!» Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά και διάφορα τότε, ιδίως για τη «φασιστική πολιτική ορθότητα», για τη σάτιρα και τα (μη) όριά της, όπως μας την παρέδωσε άλλωστε γονιδιακώς ο πρόγονός μας ο Αριστοφάνης.

Δεν σταμάτησε η κουβέντα αυτή στη ραδιοφωνική Ελληνοφρένεια, είναι το αγαπημένο τους ανέκδοτο: «ο σεξιστής τσολιάς», ώσπου ήρθε και δευτέρωσε το πράγμα, με τρόπο που πολλοί τον θεώρησαν υπερβολικό. Βιντεάκι με τίτλο «Ένα στα γρήγορα» δείχνει στη Βουλή κάποιον που σηκώνεται να βγει από την αίθουσα συνεδριάσεων, και στο πέρασμά του σκύβει και κάτι λέει σε μια υπάλληλο: «Πού ’σαι, γλυκιά μου, πάω τουαλέτα, τον λουστράρω, κι έλα σε λίγο» είναι τα λόγια που του έβαλε στο στόμα η εκπομπή. Αυτήν τη φορά 25 βουλευτές και βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν καταγγελία στο ΕΣΡ, και πια σηκώθηκε βοή μεγάλη ότι ιδού, λογοκρισία, φίμωση «της μόνης ανεξάρτητης φωνής», «και από ποιους; από αυτούς που ψηφίζουνε μνημόνια», ή σε παραλλαγή απαράμιλλης διαλεκτικής: «μιλάνε για σεξισμό αυτοί που ψηφίζουν αβέρτα μνημόνια».

Ας πούμε πως είναι όντως υπερβολική η αντίδραση, δηλαδή η καταγγελία στο ΕΣΡ. Ταυτόχρονα όμως ας δούμε μήπως αυτό το άκομψο έτσι κι αλλιώς μα πάντως χιούμορ είναι και στη δεύτερη περίπτωση σεξιστικό, μολονότι γράφτηκε και ότι, ίσα ίσα, εδώ διαπομπεύεται ο άντρας, καθώς εμφανίζεται «λιγούρης και γαμίκουλας» –λες και δεν αποτελεί τίτλο τιμής ο γαμίκουλας, ενώ είναι γνωστό πώς χαρακτηρίζεται μια γυναίκα με αντίστοιχες ορέξεις και επιδόσεις!

Δεν θα σταθούμε τώρα στην πολιτική ευπρέπεια (ή ορθότητα), προσφιλή στόχο της επίσημης δεξιάς και της λούμπεν καφενεδολογίας αλλά και κατά τεκμήριο σοβαρών νεοφιλελεύθερων δημοσιολόγων κ.ά., παρόλο που δεν συνιστά τίποτα παραπάνω από βασικούς κώδικες κοινωνικής συνύπαρξης και σεβασμού του άλλου, όσο κι αν φτάνει κάποτε σε ακρότητες. Και ούτε πρόκειται επιτέλους για κάτι καινοφανές, αν σκεφτεί κανείς ότι από χρόνια πια δεν μιλάμε λόγου χάρη για αράπηδες και γύφτους –χωρίς φυσικά να προγράφονται οι «Αραπίνες λάγνες, ερωτιάρες» του Τσιτσάνη και ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Παλαμά, όπως ανοηταίνουν οι πολέμιοι τέτοιων αλλαγών.

Αλλά ούτε και για τον σεξισμό χρειάζονται αναλύσεις. Ένα απλό πειραματάκι μόνο, με βάση τον περίφημο τσολιά, που συστατικό της περσόνας του και του χιουμοριστικού κώδικά του είναι το μπαλαμούτι με τις γυναίκες. Ας δοκιμάσουμε την εξής απλή (!) αντιστροφή: όλα τα σχετικά αστεία, όλες τις σχετικές ατάκες και χειρονομίες να τις αναλάβει η εντυπωσιακή, πανέμορφη Κυπρία της εκπομπής, είτε με το υπερπαίξιμό της και τα υπερκυπριακά της είτε με όποιον άλλον τρόπο επιλέξουν. Να βγει δηλαδή στους δρόμους και να ζητάει φιλάκι απ’ τους περαστικούς, και να τους κολλάει αυτοκόλλητα στα πίσω και στα μπρος τους. Βάρδα μην πέσει πάνω σε κάναν Παναγιώτη απ’ την Πάτμο.

Με αναμνήσεις ξεκίνησα, με αναμνήσεις θα τελειώσω, δύο μάλιστα.

Η μία ήταν η πρόταση της Σκούπας, αν θυμάμαι καλά, του ιστορικού πια φεμινιστικού περιοδικού της μεταπολίτευσης, όπου προτεινόταν ακριβώς η αντιστροφή των σεξιστικών πειραγμάτων, φυσικά και των πιο χυδαίων. Να πει λόγου χάρη η γυναίκα στον άντρα: «Παίδαρέ μου εσύ!», «Αχ και να ’χυνα στα μπούτια σου!» κ.ο.κ.

Η άλλη, όταν η φίλη μου τότε η Μαρία, απ’ το τιμόνι μάλιστα ενός ταπεινού Ντεσεβώ, άνοιγε στο φανάρι το παράθυρο και φώναζε στον ταξιτζή που της έκανε ταρζανιές: «Βρε άντε πλύνε κάνα πιάτο!» Μοναδικό το θέαμα, ο ταξιτζής στα όρια του εγκεφαλικού,  να χάνει τα λόγια του, και με βλέμμα δολοφονικό.

Μας έσωζε το φανάρι που άναβε. Και την Κυπρία θα τη σώσει το συνεργείο της εκπομπής. Τις άλλες όμως;

buzz it!

2/7/17

στον Δημήτρη Παπαϊωάννου

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Ιουλ. 2017)



Όταν μου έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης για επιμέλεια τα σπαραχτικά Ελεγεία της Οξώπετρας, είχε προηγηθεί αρκετών χρόνων συνεργασία, με αντικείμενο όμως πεζά του κείμενα. Διαβάζοντας πια στο δαχτυλόγραφο τα Ελεγεία, και σ’ όλη την εκδοτική διαδικασία έπειτα, που την παρακολουθούσε πάντοτε ο ποιητής από πολύ κοντά, συχνά έλεγα να τον ρωτήσω για κάποιον στίχο, κάποια εικόνα κτλ. Δεν το ’κανα ποτέ, ενστικτωδώς, θαρρείς, παρά από απόφαση, όσο κι αν σε τέτοιες περιπτώσεις σκέφτεται κανείς: «μου ’λαχε να βρεθώ κοντά στον πιο αγαπημένο μου ποιητή· τι ευκαιρία! να ρωτήσω, να μάθω…»

Κι όμως, ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος ο ποιητής, σε ιστορίες, ακόμα και προσωπικές. Δεν ήταν θέμα άνεσης λοιπόν. Έκανα απλούστατα, μάλλον δεν έκανα ό,τι δεν είχα κάνει ποτέ ώς τότε ούτε κι έπειτα, δεν ρώτησα ποτέ φίλους ποιητές και φίλες ποιήτριες που είχα την τύχη, στο πλαίσιο ακριβώς της στενής προσωπικής σχέσης, να διαβάζω σε πρώιμη μορφή τα ποιήματά τους –αφού, ως γνωστόν, και η ποίηση, όπως η φύση, κρύπτεσθαι φιλεί.

Ας μένουν ανερμήνευτα λοιπόν, στίχοι και εικόνες, να τα προσεγγίσει με τον δικό του τρόπο ο καθένας, προβάλλοντας δικά του βιώματα –για να μη θίξουμε εδώ άλλο κεφάλαιο μεγάλο, ότι πολλές φορές η προσωπική (η αυθεντική!) εκδοχή του ποιητή ενδέχεται να περιορίζει, ακόμα ακόμα και να συρρικνώνει, τις διαστάσεις του ίδιου του του έργου. Ώστε μπορεί να μας συγκινεί ένα ποίημα και να μας συνταράζει, ακόμα κι αν πολλές φορές δεν ξεκλειδώνουμε όλα του τα στοιχεία, όλα του τα συστατικά.

Έπειτα από την ποίηση, που είναι μάλιστα λόγος αρθρωμένος, είναι νομίζω περιττό να συνεχίσουμε με τις άλλες τέχνες, από την πιο αφηρημένη, τη μοντέρνα ζωγραφική, αλλά και τον μοντέρνο χορό, ώς την πιο προσιτή καταρχήν σε όλους τέχνη, τη μουσική: από το τραγούδι, όπου μας συγκινούν τραγούδια ξένα που δεν ξέρουμε τα λόγια τους, ώς την κλασική μουσική, που προφανώς εκφράζει και αυτή κάτι συγκεκριμένο κάθε φορά, το οποίο όμως μόνο να το εικάσει μπορεί ο ακροατής και να το προσεγγίσει (δι)αισθητικά –ακόμα και τη λεγόμενη «προγραμματική» μουσική, τη μουσική που δηλώνει η ίδια το θέμα της, όπως η Θάλασσα του Ντεμπυσσύ, οι Εικόνες από μια έκθεση του Μουσόργκσκι κ.ά.

Ενώ, ακόμα παραπέρα, υπάρχουν και μας αρέσουν τραγούδια εξαιρετικά αλλά με φαιδρούς στίχους, τραγούδια με υπέροχο κουπλέ και καταστροφικό ρεφρέν, όπερες με αφελή λιμπρέτα, συμφωνίες με άνισα μέρη ή όπου το σκέρτσο, όσο κι αν αποτελεί σύμβαση του είδους, πέφτει συχνά ταφόπλακα πάνω στο αντάτζιο.

Το θέμα είναι ότι σε όλες τις τέχνες, απέναντι σε όλα τα έργα τέχνης, η πρόσβασή μας ούτε άμεση είναι πάντοτε ούτε εύκολη, ακόμα κι όταν κατέχουμε ερμηνευτικά κλειδιά από τον ίδιο τον δημιουργό, ή από κριτικές αναλύσεις –που πάλι ωστόσο θα σταθούν σε μία από τις πιθανότατα πολλές αναγνώσεις του έργου. Η «εγκυκλοπαιδική», ας την πω έτσι, γνώση δεν είναι αναγκαίος όρος για την πραγματική απόλαυση και τη συγκίνηση που μπορεί να μας προσφέρει ένα μεγάλο έργο, ένας μεγάλος δημιουργός.

Γιατί ένας μεγάλος δημιουργός δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, τον δικό του κόσμο –όταν δεν αναδημιουργεί τον υπάρχοντα (επίτευγμα, θα έλεγα, ισάξιο, όπου μόνο οι προθέσεις του δημιουργού αλλάζουν). Και σ’ έναν ολόκληρο, εντελή κόσμο δεν είναι πάντα εύκολο ή καν δυνατόν να ξεκλειδώσουμε τη λογική που τον συνέχει, το νόημα και προπαντός τη λειτουργία κάθε επιμέρους στοιχείου, την ισορροπία λοιπόν όλων των επιμέρους στοιχείων, όσων μας μαγεύουν κι όσων μας αφήνουν αμήχανους ή και μας απωθούν, είτε γιατί δεν τα κατανοούμε, είτε γιατί συγκρούονται με την εκάστοτε κυρίαρχη αισθητική και την κουλτούρα διαφορετικών λαών, ολόκληρων εποχών κ.ο.κ. Νά, έτσι όπως δεν ξέρουμε λ.χ. τι θέλει πλάι στην κοινά αναγνωρισμένη ομορφιά του τριαντάφυλλου το γαϊδουράγκαθο, πλάι στο κουταβάκι η κατσαρίδα κ.ο.κ.

Έτσι, είναι εντέλει μάταιο και άγονο, για να μην πω άτοπο, να επιδιώκουμε σ’ ένα μεγάλο έργο τέχνης να ανακρίνουμε κάθε του στοιχείο, να το βάλουμε σώνει και καλά να ομολογήσει ποιος ο σκοπός του κι οι προθέσεις του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, αφορμή γι’ αυτές εδώ τις σκέψεις για την πρόσληψη της τέχνης, και πέρα από κάθε είδους κριτική προσέγγιση, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου λοιπόν, όπως κάθε γνήσιος δημιουργός, με κάθε του μεμονωμένο έργο καταρχήν, κι έπειτα με το σύνολο του έργου του, αναδημιουργεί τον κόσμο ή δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, έναν κόσμο πάντως εντελή, άλλοτε με την προφανή γοητεία του, άλλοτε με εικόνες δυσπροσπέλαστες, κι όμως αναγκαίες στο σχέδιο του Δημιουργού –με κεφαλαίο τώρα.

Γενικότερα πια, αν δεν θέλουμε να χάνουμε την ουσία, την απόλαυση και τη συγκίνηση μπροστά στο θαύμα της δημιουργίας, αρκεί μια στοχαστική πάντως ματιά στον ήδη κόσμο μας. Τον αλλού ωραίο κι αλλού άσκημο. Τον καταληπτό και τον ακατάληπτο. Τον μικρό και μέγα, μια και μνημονεύσαμε Οδυσσέα Ελύτη.

buzz it!

17/6/17

Βασανιστήρια φιλοτέχνων

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Ιουν. 2017)


Ρόμπερτ Γουίλσον - Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στο Φεστιβάλ Αθηνών
Κάποτε τον χειμώνα είχαμε αυτονόητα τις χειμερινές αίθουσες και το καλοκαίρι τις θερινές: έκλειναν το καλοκαίρι οι χειμερινές κι άνοιγαν οι θερινές, ιδίως τα σινεμά, γιατί από θέατρα, πέρα από τις επιθεωρήσεις, μόνο το φεστιβάλ υπήρχε, το Ηρώδειο δηλαδή, όπου περιμέναμε κάνα ξένο θέατρο ή ορχήστρα.

Ήρθε έπειτα το Μέγαρο, που μ’ όλα τα στραβά του, πλούτισε αναντίρρητα την πολιτιστική ζωή μας. Και το Μέγαρο φυσικά έκλεινε το καλοκαίρι, και ήμασταν πάλι με τα θερινά τα σινεμά και το Ηρώδειο. Δεν ήταν πολλά, δεν ήταν όμως και λίγα, αν βάλεις πως αρχίζαν και τα μπάνια και κυρίως τα τραπεζάκια έξω, η χαλάρωση λίγο πριν από τις διακοπές.

Ώσπου ήρθε ο Λούκος, και μας έβαλε να τρέχουμε, με την ψυχή στο στόμα, να προλάβουμε τα μύρια όσα δεν είχαμε ποτέ φανταστεί πως θα τα ’χαμε ξαφνικά μπρος στα πόδια μας, άσε που πολλά, αν όχι τα περισσότερα, δεν τα ’χαμε καν ακουστά. Τέρμα η χαλάρωση, έπρεπε τώρα να σπεύσουμε να μάθουμε, να πληροφορηθούμε, κι έπειτα να διαλέξουμε, να συνδυάσουμε, τέλος να βρούμε εισιτήρια –εννοείται και χρόνο, και επίσης εννοείται και χρήματα.

Στην τσίτα λοιπόν, καλοκαιριάτικα. Και καλοκαιριάτικα ο Λούκος μάς έκλεισε πρώτη φορά μέσα, μας έμαθε να μπαίνουμε σε κλειστούς χώρους. Αρχικά ήταν η περίφημη πια Πειραιώς 260, με τα παλιά βιομηχανικά κτίρια, σύντομα όμως άρχισαν να φιλοξενούνται εκδηλώσεις στο Μέγαρο και σε άλλα χειμωνιάτικα θέατρα. Μας ξένισε πολύ αυτό, έμοιαζε σόλοικο, αλλά και δυσάρεστο, να ’μαστε κατακαλόκαιρο μ’ ένα πουλόβερ στο χέρι, για να αντιμετωπίσουμε τα ύπουλα κλιματιστικά· ώσπου κάποτε συμφιλιωθήκαμε –με τον εγκλεισμό· με το πουλόβερ, εγώ τουλάχιστον, όχι.

Έμενε κάτι ακόμα, πολύ βασικό, έστω πάλι για μένα, και αφού παραβλέψουμε προς στιγμήν το θέμα του χρόνου και το οικονομικό: οι συνεχόμενες εκδηλώσεις, δύο και τρεις στη σειρά. Προσωπικά μου είναι δύσκολο, ούτε και θέλω, να αφομοιώσω διαφορετικά πράγματα σε ελάχιστο χρόνο. Αλλά περισσότερο δεν θέλω να δω μια ωραία παράσταση, θέατρο ή χορό, ή να ακούσω μια ωραία συναυλία, και να πρέπει να χωνέψω μέσα σε μια μέρα όλη την απόλαυση, για να πάω την επομένη και να δω ή να ακούσω, στην καλύτερη περίπτωση, κάτι εξίσου καλό, στη χειρότερη κάτι κακό, που θα μου καταστρέψει τη μαγεία της προηγούμενης βραδιάς.

Ώσπου ήρθε και η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, την εποχή πάντως που είχε αρχίσει η παρακμή του Μεγάρου, με εξαιρετικές μετακλήσεις και εκδηλώσεις κι αυτή· βάλτε τώρα και τα εκατοντάδες γηγενή θέατρα, ο υπερσιτισμός είναι σταθερή συνθήκη, χειμώνα καλοκαίρι. Και ήρθε τώρα και το πολλά υποσχόμενο Ίδρυμα Νιάρχου, όπου η υπερπροσφορά τείνει να γίνει βραχνάς για τον φιλότεχνο, για να μην πω και σκέτα τον φίλο, αφού στις αναρίθμητες εκδηλώσεις, πέρα από το καθαυτό ενδιαφέρον, όλο και κάποιος φίλος θα συμμετέχει. Πού να πρωτοπάς και πότε, χώρια το πώς.

Στο Ίδρυμα Νιάρχου λοιπόν, όπου πήγα και εθαύμασα, την Καθαρή Δευτέρα, κτίρια, περιβάλλοντα χώρο και προπάντων λαϊκή προσέλευση, όσο κι αν προσωπικά δεν μου αρέσει το φράγμα που διακόπτει τη φυσική κλίση του λεκανοπεδίου και της πόλης προς τη θάλασσα, πλήθος εκδηλώσεις έρχονται να εμπλουτίσουν ακόμα περισσότερο την καλλιτεχνική ζωή του τόπου· να εμπλουτίσουν αλλά και εκ των πραγμάτων να κοντράρουν π.χ. το φεστιβάλ, που, έπειτα από την άκομψη αποπομπή του Λούκου, συνεχίζεται από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, με απροσδόκητη επιτυχία, θα πω, κι όχι επειδή είναι φίλος μου.

Πλάι σ’ ένα πληθωρικό, ιδίως φέτος, φεστιβάλ, όπου προσωπικά διάλεξα με το σταγονόμετρο λιγότερες κι απ’ τις μισές εκδηλώσεις που θα ’θελα να παρακολουθήσω, το Ίδρυμα Νιάρχου μας καλεί καθημερινά, επί μία ολόκληρη βδομάδα, την ερχόμενη, σε μια σειρά εκδηλώσεων λόγου, τη μια πιο ενδιαφέρουσα απ’ την άλλη, με πρώτη μία για το δημοτικό τραγούδι, όπου κι ο φίλος μου ο Μπουκάλας –όμως καλοκαιριάτικα, σε κλιματιζόμενες αίθουσες, ώρα 6.30 το απόγεμα. Μου φαίνεται αδιανόητο, κάτι σαν στοίχημα να γίνουμε π.χ. Παρίσι, όπου, ε, ψιλοβρέχει, πάμε σε καμιά εκδήλωση να περάσει κι η ώρα… Χώρια το πού απευθύνεται, σε αργόσχολους ή τι;

Και σχεδόν παράλληλα εξαιρετικές μουσικές εκδηλώσεις, δύο με έργα Γιάννη Χρήστου, άλλη με όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, για να σταθώ σε ό,τι με ενδιαφέρει αμεσότερα.[1] Του Κουμεντάκη μάλιστα είναι δωρεάν, με δελτία προτεραιότητας που μοιράζονται μία ώρα πριν. Κι επειδή η συγκεκριμένη εκδήλωση είναι στις 7 και τις 11 μ.μ., κάποιος πρέπει να στηθεί απ’ τις 6, το αργότερο, σχεδόν μεσημέρι, καλοκαιριάτικα.

Μοιάζει με άτυπο ανταγωνισμό ή με αγώνα κυριαρχίας, όταν το καλοκαίρι θα ’πρεπε πιστεύω να αφήνεται κυρίως στο φεστιβάλ, με τις ξένες παραγωγές, που δεν θα ’χει κανείς άλλη ευκαιρία να παρακολουθήσει, αντίθετα με τις εξαιρετικές, ξαναλέω, εκδηλώσεις του Ιδρύματος Νιάρχου, που εντέλει αδικούνται, καλοκαιριάτικα, επίσης ξαναλέω, μέσα στον συνωστισμό.

Αλήθεια, κρίμα.



[1] Αναφέρομαι ενδεικτικά στον κύκλο εκδηλώσεων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Λυρικής Σκηνής, μικρό μόνο μέρος του Summer Nostos Festival που οργανώνεται από το Ίδρυμα Νιάρχου, με «πάνω από 400 Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες και συντελεστές [που] συνεργάζονται δημιουργικά και προσφέρουν περισσότερες από 75 εκδηλώσεις…»

buzz it!

11/6/17

Φρυκτωρείτε και προσεύχεσθε… - Φρυκτωρείτε και προσεύχεσθε… - Προσδοκώ την βράβευσιν νεκρών

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Ιουνίου 2017)


Φρυκτωρείτε και προσεύχεσθε…

«Επαναστάτησε η Τρίπολη εναντίον των έμφυλων ταυτοτήτων» τιτλοφορούσε ο ιστότοπος arcadiaportal.gr, «Η Ηλεκτρονική Πύλη της Αρκαδίας» (31/5), την πολεμική ανταπόκριση από συγκέντρωση κατά της θεματικής εβδομάδας στη μέση εκπαίδευση, με την περίφημη πια υποενότητα για τις έμφυλες ταυτότητες, την έμφυλη βία κτλ.

Σύμπασες οι αρχές, μητροπολίτης, δήμαρχος και σία, και πλήθος κόσμου που σχημάτιζε ουρά για να υπογράψει το σχετικό ψήφισμα, άκουσαν ευλαβικά μια καθηγήτρια της Φιλοσοφικής του Αθήνησι, Μαρία Μαντουβάλου τούνομα, και έναν καθηγητή Παθολογίας στο Αριστοτέλειο, ονόματι Απόστολο Χατζητόλιο, και έμαθαν τα εξής:

Καθηγήτρια: «Είναι κοινοί επίορκοι και λιποτάκτες των καθηκόντων τους οι πνευματικές και πολιτικές ηγεσίες που κωφεύουν αντί να φρυκτωρούν [sic και πάλι sic!], αφήνοντας το ένα κάστρο μετά το άλλο να πέφτουν από μέσα, ως μια άλλη κερκόπορτα. Άφησαν τα περιπλανώμενα πρόβατα να τα κατασπαράξει ο λύκος. […] Αφαιρείται έντεχνα κάθε γνώση Θεού και αξιών, και αυτή η γνώση υποκαθίσταται από τη νέα τάξη.

»Τα τελευταία χρόνια στο υπουργείο Παιδείας εργάζονται για να διαφθείρουν τα ελληνόπουλα, προτρέποντάς τα στην ακολασία και στην αισχρότητα από το Νηπιαγωγείο…»

Καθηγητής: «Στα σχολικά προγράμματα αποψιλώνονται η Γλώσσα, η Ιστορία και τα Θρησκευτικά. Όλες οι παρατάξεις υπερψήφισαν. Και οι δεξιές, κατ’ όνομα, και οι αριστερές, πάλι κατ’ όνομα. Το σύμφωνο συμβίωσης έτρεξε η συντηρητική παράταξη να το υπερψηφίσει. Είμαι αντίθετος με το σύμφωνο συμβίωσης επειδή είναι ρατσιστικό. Επειδή δεν προβλέπει την περίπτωσή μου: Συζώ με δυο γυναίκες, δυο άντρες και πέντε σκύλους. […]

»Βαφτίζουμε οποιαδήποτε διαφορετική γνώμη ως ρατσισμό. Αν αυτό δεν είναι φασισμός, αν αυτό δεν είναι αντιδημοκρατική συμπεριφορά, αν η διάλυση των αντιδιαδηλώσεων δεν είναι φασισμός, τι είναι; Αν μιλήσετε για την ομοφυλοφιλία, είστε ρατσιστής. Μα, να μην μιλήσω για την ομοφυλοφιλία; Αφού είμαι γιατρός. Η ομοφυλοφιλία είναι πάθηση…»

Φρυκτωρείτε, αδελφοί! Ας προφυλάξουμε τα τέκνα μας στο νηπιαγωγείο απ’ την ακολασία, ας αγωνιστούμε να νομιμοποιηθεί η συμβίωσή μας με τις κατσαρίδες! Φρυκτωρώμεν!


ΥΓ. Το ρ. φρυκτωρώ αποτελεί κατασκευή της κ. καθηγητρίας, που προφανώς μπέρδεψε τη φρυκτωρία (σύστημα συνεννόησης με πυρσούς από μακριά τη νύχτα) με τον φρουρό στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, που αγρυπνά να δει τη φρυκτωρία ότι έπεσε η Τροία· κατ’ αυτήν λοιπόν φρυκτωρία= αγρύπνια, άρα «φρυκτωρώ»= αγρυπνώ.


Στην Αυτοκρατορία του Καπνού

Παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος τις προάλλες· πάει, τελείωσε, θα τηρηθεί αυστηρά ο νόμος, είπαν και πάλι οι αρμόδιοι. Ούτε για να γελάσεις δεν είναι, καθώς μάλιστα μπήκε το καλοκαίρι, κι ώς τον χειμώνα θα ’χουν όλα πάλι ξεχαστεί.

Πάνε 10 ολοστρόγγυλα χρόνια, κατά σύμπτωση, που έγραφα δύο συνεχόμενες επιφυλλίδες: «Ο καημός του μη καπνιστή» και «Εκ στόματος καπνιστών» (Τα Νέα 28.4 και 12.5.2007· τώρα, Στοιχήματα Γ΄, Γαβριηλίδης, 2014, σ. 155-62 και 163-71). Από τότε τίποτα, κι ενώ επιμένω πως χρειάζεται κανείς, ή και οφείλει, να επανέρχεται, στα ίδια και στα ίδια. Οι λόγοι της αποχής, προφανείς: η ματαιότητα βεβαίως, μα πιο πολύ η αδυναμία να στέκεσαι απέναντι στη συντριπτική και αμείλικτη πλειονότητα, αδυναμία πρακτική αλλά και συναισθηματική, αφού στην πλειονότητα είναι και φίλοι και δικοί.

Μα να διαβάζω και πως πρέπει να είναι κανείς «φιλιωμένος» με το σώμα του που καπνίζει, οπότε «να αποβάλει τις νευρώσεις του» και να συνεχίσει να καπνίζει, και να συνεχίσει αναλόγως και το αλκοόλ, τη ζάχαρη και τα «λοιπά τροφικά “μπιχλιμπίδια”» –κόβω πια φλέβες! Καθώς μάλιστα ξέρω καλά, γερός καπνιστής παλιά, και το ομολογούν απαξάπαντες οι καπνιστές, πως από τους κυριότερους λόγους για το κάπνισμα είναι ακριβώς η «κοινωνική αμηχανία». 

«Μα ο καπνός, η ζάχαρη, όλα αυτά, δεν είναι τάχα σύμπτωμα νεύρωσης, ένδειξη μη συμφιλίωσης με το σώμα;» σχολίασε σχετικά ένας φίλος που βασανίζεται κι ο ίδιος με καπνό και με κιλά.

Και λίγα είπε.


Προσδοκώ την βράβευσιν νεκρών

Δόθηκαν και φέτος τα βραβεία Public, που τείνουν να γίνουν θεσμός, ό,τι και να λέμε. Βέβαια, αν σκεφτούμε πως οι Γάλλοι έχουν Βραβείο Μυθιστορήματος Récamier, όχι της περίφημης Μαντάμ Ρεκαμιέ που μεσουρανεί αρχές του 19ου αιώνα, αλλά του (εξαιρετικού, ομολογουμένως) σύγχρονου εστιατορίου, μια χαρά είμαστε με τα βραβεία αλυσίδας πολυκαταστημάτων.

Κι ας μην καταλαβαίνουμε την κατηγορία βιβλίων «Ηρωίδα έμπνευση», κι ας μας ξενίζει ιδιαίτατα η απουσία του ονόματος του μεταφραστή ή της μεταφράστριας στην κατηγορία «Μεταφρασμένο μυθιστόρημα» (το φετινό βραβευμένο μάλιστα, της Τζότζο Μόις, στη σελίδα με τα αναλυτικά στοιχεία, φέρεται να έχει «Γλώσσα συγγραφής: Ελληνικά»).

Κι ας μη βραβεύτηκε, στην κατηγορία «Ελληνικό Non-Fiction» (!), ο από τρία χρόνια πεθαμένος Κωστής Παπαγιώργης, ενώ πέρσι στην Ελληνική Ποίηση είχε βραβευτεί ο Καβάφης!

Του χρόνου, αν βάλουν Οδυσσέα Ελύτη, θα ψηφίζω ασταμάτητα.

buzz it!

3/6/17

Ακραίως και ομόρφως

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιουν. 2017)


νά τι σου κάνει μια απεργία οδοσαρωτών



«Παρακαλείστε / Μη στηρίζετε την πόρτα ανοιχτή / Με το ποδόμακτρο (την ψάθα) / Διότι θα καταστραφεί (θα μαδήσει)» έγραψε ωραία ωραία στον κομπιούτερ ο διαχειριστής ή η διαχειρίστρια ή κάποιος ένοικος της πολυκατοικίας και το κόλλησε στην είσοδο: επίσημη, ειδική η χρήση, απαιτούσε και επίσημες λέξεις: ποδόμακτρο για τους ομοίους, ψάθα σε παρένθεση για τους πληβείους (το αλίευμα από το φέισμπουκ).

Η γνωστή ιστορία, η υπόρρητη επιταγή να γραβατώνουμε τη γλώσσα μας, όταν έχουμε μπροστά μας χαρτί, μικρόφωνο ή κάμερα. Πάλι καλά που υπάρχει κάποτε συναίσθηση του εγχειρήματος, και δίνεται μαζί και η μετάφραση. Ανάλογο ένα παλιότερο αλίευμα του Παντελή Μπουκάλα, πρόχειρες πινακίδες του Δήμου Αθηναίων, που έγραφαν: «Μην παρκάρετε αύριο, γιατί θα γίνει υδροσάρωση», μετέφραζαν ωστόσο σε παρένθεση: «πλύσιμο δρόμων».

Πρόσφατα στην Κυψέλη, πάλι ο Δήμος προειδοποιούσε ότι «Θα πραγματοποιηθούν εργασίες καθαίρεσης πλακοστρώσεων», όπου, εντάξει, δεν έχουμε καθαρεύουσα που να θέλει μετάφραση, έχουμε όμως ακριβώς γραβατωμένο λόγο, με αποτέλεσμα τη μεγαλειωδέστατη ακυρολεξία: «καθαίρεση πλακοστρώσεων», αντί για το καταπώς (μάς) φαίνεται «πτωχό», ότι «θα ξηλωθούν οι πλάκες του πεζοδρομίου».

Γιατί άλλα ζητεί η ψυχή μας, γι’ άλλα κλαίει… Που όταν μάλιστα δεν τα βρίσκει, κάθεται και τα φτιάχνει: δεν της αρκούσε της δημοσιογράφου ο οδοκαθαριστής, με τις λόγιες προδιαγραφές του (ο οποίος, ας σημειωθεί, αντικατέστησε και τον ελαφρώς διαφορετικό σκουπιδιάρη, όπως και το απορριμματοφόρο το σκουπιδιάρικο, για λόγους γλωσσικής αλλά κυρίως, υποθέτω, κοινωνικής ευπρέπειας), και σκάρωσε τον «οδοσαρωτή»: για «απεργία των οδοσαρωτών» έγραφε λοιπόν μια λεξιπλάστρια δημοσιογράφος (Βημαγκαζίνο 17.1.10: δίνω παραπομπή, μόνο και μόνο επειδή η λέξη, ευτυχώς από μιαν άποψη, είναι ανεύρετη στο διαδίκτυο).

Είναι προφανές πως, πίσω απ’ αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει, συνειδητά ή ασύνειδα, πάντως βαθιά εσωτερικευμένη, η απαξίωση της νεοελληνικής γλώσσας, και συνεπώς η άρνηση της εξέλιξης της γλώσσας. Αλλά κατά κανόνα και κάτι ακόμα: η εκζήτηση. Που δεν είναι πάντοτε εξόφθαλμη, όπως στα παραδείγματά μας, αλλά μπορεί να εκφράζεται με μια υποτίθεται απλή (ποτέ δεν είναι απλή!) ορθογραφική επιλογή, ή ένα μορφολογικό τερτίπι, μια απλή κατάληξη.

Πρώτα, η ήσσονος σημασίας ορθογραφική επιλογή: «Επί τούτω» ονομάζεται μια καινούρια εκπομπή στην κρατική ΕΡΤ, την ίδια που ώς πρόσφατα, με τον τίτλο εκπομπής της: «Ωραίοι ως Έλληνες», επέμενε να διορθώνει τον Εγγονόπουλο, ο οποίος χαιρέτιζε τον Μπολιβάρ τάχα μαλλιαριστί: «είσαι ωραίος σαν Έλληνας».

Λήμμα επιτούτου & επιτούτο έχει το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που ετυμολογεί: «λόγ. φρ. επί τούτο, επί τούτου», και επιτούτου το Νέο Ελληνικό Λεξικό του Κριαρά. Ενώ το νεότερο, Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας: επιτούτου= (λόγ.) σκόπιμα, επίτηδες, ή επί τούτου, και (σπάν.-λόγ.) επί τούτω & επί τούτο. Ε, η εκπομπή το «σπάνιο και λόγιο» ψώνισε, αυτό που κυρίως δεν λέμε σήμερα, το επί τούτο, και ακόμα περισσότερο δεν γράφουμε: επί τούτω. Που είναι ωστόσο, όπως ίσως το φανταστήκατε, η μοναδική πρόταση του Μπαμπινιώτη. Δικαίωμά του τού καθενός να επιλέγει; Προφανώς· όχι όμως η κρατική τηλεόραση, που θα όφειλε να ακολουθεί την ισχύουσα σχολική ορθογραφία.

Και η μορφολογική επέμβαση: Ακραίως λέγεται μια τηλεοπτική ενημερωτική εκπομπή στον Σκάι: όπου, δηλαδή, από το «μαλλιαρό» τάχα ακραία: αντέδρασε ακραία, συμπεριφέρεται ακραία…  κατασκευάστηκε ξαφνικά «καθαρεύων» τύπος, ο οποίος μάλιστα αρχίζει να εκτοπίζει και το υπαρκτότατο –και μια χαρά λόγιο– άκρως (άκρως απόρρητο, άκρως επικίνδυνο κτλ.).

Ας σταθούμε λίγο στα επιρρήματα και στην τάση να τρέπουν την κατάληξη -ως σε -α, αλλαγή που γεννά πύρινα άρθρα και επιστολές στις εφημερίδες: υπάρχουν (σήμερα, εννοείται· σήμερα ακόμα) επιρρήματα μόνο σε -ως: σαφώς, ομολογουμένως· άλλα μόνο σε -α: όμορφα (περάσαμε όμορφα), υπέροχα (φάγαμε υπέροχα)· και υπάρχουν και επιρρήματα και σε -ως και σε -α, με σημασιολογική συνήθως διαφορά, όπως: απλώς/απλά, ευχαρίστως/ευχάριστα, αδιακρίτως/αδιάκριτα· εδώ θα μπορούσαμε, ίσως, να δούμε και τα άκρως/ακραία, που κι αυτά δεν είναι εναλλάξιμα: δεν λέμε «αντιδρά άκρως» ούτε «ακραία αποκαλυπτικό».

Στην περίπτωση της τηλεοπτικής δηλαδή εκπομπής, το ακραία που ήθελε ο δημιουργός της δεν εκφράζεται με το άκρως. Κι έτσι έκανε κι αυτός, σε μια κίνηση ευπρεπισμού, το ακραία ακραίως. Ακριβώς σαν να ’λεγε «περάσαμε ομόρφως» και «φάγαμε υπερόχως».

Κι όμως, καθότι λογιόμορφο, δεν σχολιάστηκε καθόλου. Και ίσα ίσα, άρχισε δική του καριέρα, αντικαθιστώντας, όπως είπα, το δόκιμο και λόγιο άκρως: διαβάζω έτσι τίτλο στο ιντερνετικό Βήμα (12.1.2016): «ΟΗΕ: Είδαμε ακραίως υποσιτιζόμενα παιδιά στη Μαντάγια της Συρίας».

Ή στον ιστότοπο crazy news.gr, που αναφέρεται σε κάποια αθλητικογράφο η οποία γδύνεται, καθώς λέει τις ειδήσεις (31.8.2015): «Στη Βενεζουέλα το αθλητικό ρεπορτάζ είναι ακραίως αποκαλυπτικό».

Ώσπου γίνεται άλλη μία «λέξη-περίπου», σε πρόσφατο μήνυμα του Προκόπη Παυλόπουλου, που διαμηνύει στην Τουρκία ότι «δεν είναι λογική η αμφισβήτησή της [= της Συνθήκης της Λοζάννης], ούτε ακραίως ούτε βεβαίως εκ πλαγίου».

Όντως, οδεύουμε ωραίως.

buzz it!

21/5/17

Ο ανθέλλην Θεός της Ελλάδας και η μοβόρα Παναγιά

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Μαΐου 2017)


«Είχε άγιο», «Βοήθησε ο Θεός», «Ο Θεός είναι μεγάλος», «Η Παναγία την έσωσε» είπαν οι οικείοι της 26χρονης Βασ. Πλεξίδα που βγήκε ζωντανή από τη συντριβή του στρατιωτικού ελικοπτέρου πριν από ένα μήνα, ενώ για «θαύμα» μίλησε, κάνοντας τον σταυρό του, ο αστυνομικός που τη βρήκε.[1]

Μας είναι απολύτως οικείες οι εκφράσεις αυτές, στερεοτυπικές θα μπορούσαμε να τις πούμε, που δεν εκφράζουν σώνει και καλά θρησκευτικότητα και πίστη, ίδια με τις καθημερινές επιφωνηματικές εκφράσεις, από χείλη πιστών και απίστων: «Αχ, Θεέ μου!», «Κύριε ελέησον!», «Έλα Χριστέ και Παναγιά!» κτλ.

Εμείς ωστόσο θα σταθούμε στις περιπτώσεις όπου τα παραλίγο θύματα και οι δικοί τους εκφράζουν την πίστη και την ευγνωμοσύνη τους στο θείο. Απολύτως κατανοητή η αντίδραση, που όμως ακούγεται απάνθρωπη, ιδίως για τους οικείους όσων δεν επέζησαν στο ίδιο δυστύχημα.

Ώστε οι νεκροί του συγκεκριμένου δυστυχήματος, οι τέσσερις στρατιωτικοί, από 28 ώς 55 ετών, με οικογένειες κι αυτοί, με μανάδες, γυναίκες και παιδιά κτλ., αυτοί δεν είχαν άγιο; τόσο αμαρτωλοί και άξιοι τιμωρίας, αυτοί και οι μανάδες, οι γυναίκες και τα παιδιά τους; Δεν τους βόηθησε αυτούς ο Θεός; Και γιατί; Δεν ήταν γι’ αυτούς μεγάλος ο Θεός; Ή, θα μπορούσε να συνεχίσει τώρα κανείς, ήταν μεγάλος για το ένα πέμπτο, μόλις κατά 20%, και εξ αντικειμένου μικρός για το 80%, κ.ο.κ.; Αμ η Παναγία, έσωσε τη μία, και άρα πήρε τη ζωή άλλων τεσσάρων;

Ασεβείς σκέψεις, σκανδαλιστικές –μπροστά όμως σε μια σκανδαλιστική πραγματικότητα, αλλά και σκανδαλιστική λογική, απάνθρωπη, ξαναλέω, για τα τέσσερα τώρα θύματα και τους δικούς τους, ασεβής στη βαθύτερη ουσία της, απ’ την πλευρά μάλιστα των πιστών, όταν αποδίδει συγκεκριμένες στρατηγικές στο θείο, και το πιστώνει ή ανάλογα του χρεώνει επιτυχίες και αποτυχίες στα ανθρώπινα.

Ας θυμηθούμε «τον Θεό της Ελλάδας», που ακούμε αμετροεπώς, ιδίως σε κάποια αθλητική επιτυχία, που τον ακούγαμε κάθε τόσο από αρχιερατικά χείλη, από τον Χριστόδουλο, αντιχριστιανικά τώρα –αιρετικά, θα έλεγε κάποιος άλλος! Ή εντέλει ανοήτως, αν είναι να μην υπερβάλλουμε και παίρνουμε στα σοβαρά επιπόλαιες ρήσεις. Γιατί αν τάχα Θεός της Ελλάδας, π.χ. στο Γιούρο του 2004, τι στο καλό Θεός είναι όλες τις άλλες; Θεός τότε ποιας άλλης κάθε φορά χώρας, συχνά ούτε καν χριστιανικής;

Έχουμε όμως επιτυχίες στο μπάσκετ, με το Ευρωπαϊκό, που έξι φορές το έχει κατακτήσει ο Παναθηναϊκός και τρείς ο Ολυμπιακός: εννιά φορές δηλαδή ο Θεός των Ελλήνων Χριστιανών Ορθοδόξων απέναντι σε πολύ περισσότερους άλλους Θεούς, άσχημα όμως δεν είναι. Γράφω μεσοβδόμαδα, και την ώρα που θα διαβάζονται αυτές οι γραμμές, ημέρα Σάββατο, θα είναι γνωστό αν την Παρασκευή, στον πρώτο ημιτελικό του φάιναλ φορ στην Κωνσταντινούπολη, ο Θεός των Ελλήνων Χ.Ο. οδήγησε τον Ολυμπιακό σε νίκη, κατατροπώνοντας την ΤΣΣΚΑ και τον Θεό, οπ!, των ομόδοξων Ρώσων, των επίσης δηλαδή Χριστιανών Ορθοδόξων! Και αν συνέβη το παράδοξο πλην ευκταίο, θα περιμένουμε στον τελικό της Κυριακής να δούμε τον αγώνα του δικού μας Θεού απέναντι στον χριστιανό μεν, όμως ρωμαιοκαθολικό Θεό των Ισπανών της Ρεάλ, ή απέναντι στον Αλλάχ της τουρκικής Φενέρμπαχτσε: ντέρμπι τώρα σωστό, σύγκρουση θρησκειών και πολιτισμών –θα μεσιτέψει τώρα, είμαι σίγουρος, η Σώτη, που γνωρίζει πιένες τις μέρες αυτές!

Ανάγκη όμως να βάλει το χέρι της και η Παναγία, κι εδώ η μεσιτεία θα έρθει από τον χώρο του ποδοσφαίρου, π.χ. από τον γνωστό προπονητή Άγγελο Αναστασιάδη, που πήγαινε υποχρεωτικό εκκλησιασμό τους παίκτες της ομάδας του και διατράνωνε την πίστη του με αποφάνσεις όπως: «Μείναμε όρθιοι λόγω της Παναγίας», «Την ομάδα την έχω αφήσει στην Παναγιά», «Η Παναγιά θέλει να μας έχει στην τσίτα»· ή, όταν ο ΠΑΟΚ έχασε εντός έδρας από τον Παναθηναϊκό: «Φάγαμε δύο γκολ με λάθη δικά μας, γιατί [παύση, σκέψη, και:] έτσι ήθελε η Παναγιά!»

Ή πάλι, πίσω στο μπάσκετ, στον τελικό Ολυμπιακού-ΤΣΣΚΑ του 2012, πάλι στην Κωνσταντινούπολη, τη «Νέα Ρώμη», όπως επέμενε να τη λέει ο παρουσιαστής, ο οποίος, μετά την απροσδόκητη νίκη του Ολυμπιακού, ρωτούσε και ξαναρωτούσε επίμονα κάποιον αθλητικό παράγοντα, αν ήταν θέλημα Θεού, ώσπου να του απαντήσει εκείνος «ναι», και το έλεγε και το ξανάλεγε μετά, πως ήταν θέλημα Θεού, και έπειτα σε άλλον σχολιαστή, ξανά: «Ρώτησα πριν τον Χ αν ήταν θέλημα Θεού»!

Σεβαστή οπωσδήποτε η πίστη κάθε ανθρώπου, όμως η έκφρασή της κάποιες φορές, αν παραβλέψουμε το ότι αντιφάσκει προς εαυτήν, κυρίως ακυρώνει την ευθύνη του για το κακό, το ίδιο όπως και τον μόχθο του για το καλό. Και σε περιπτώσεις σαν κι αυτή που υπήρξε αφορμή μας, δυστυχήματα με νεκρούς, αποτελεί εντέλει ύβρη, ασέβεια απέναντι στη μνήμη των νεκρών και σπίλωσή τους.


[1] «Ένα παλικάρι» ιστορεί πώς ακριβώς έγινε το θαύμα, όταν η Παναγία ξήλωσε «όχι μόνο το κάθισμα [στο οποίο καθόταν η αρχιλοχίας] αλλά και το πάτωμα του ελικοπτέρου…» κτλ.

buzz it!