19/11/17

Τάλεντ σόου; Πφφφ! - Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Νοεμ. 2017)


Τάλεντ σόου; Πφφφ!

άσχετο, αλλά τέτοιες μέρες μπορείς να βάλεις άλλο από Νικ Κέιβ;


Την εποχή που σε πολιορκεί από παντού και σου επιβάλλεται, σχεδόν βίαια, το ιδιωτικό, η μεγαλόφωνη λογοδιάρροια στο κινητό μέσα στ’ αφτί σου, από τον διπλανό ή τη διπλανή στο τρόλεϊ, στην αίθουσα αναμονής, στην παραλία, για να μην αναφερθώ στην επιδεικτική ανακοίνωση των πιο ιδιωτικών στιγμών σου στο φέισμπουκ, σε μια τέτοια λοιπόν εποχή μού μοιάζει κάπως υποκριτικός ο ηθικός πανικός που προκαλείται με τα λεγόμενα «παιχνίδια επιβίωσης», όπως πρόσφατα το Σαρβάιβορ.

Και αν υπάρχει κάποια βάση στην καταδίκη τέτοιων παιχνιδιών επιβίωσης, βρίσκω ανεξήγητη την άλλοτε με μισόλογα και άλλοτε απερίφραστη απαξίωση, ακριβέστερα: το σνομπάρισμα των τραγουδιστικών τάλεντ σόου –που μάλιστα δεν έχουν πια σχέση με τα παλιά, άγρια ριάλιτι, όπως το Φέιμ Στόρι κ.ά.

«Και τι θα απογίνουν όλα αυτά τα παιδιά;» είναι το τάχα επιχείρημα, που ποτέ δεν ακούστηκε στις στρατιές που συνωθούνται ανέκαθεν στις πύλες π.χ. της Νομικής Σχολής. «Σαν πόσα έκαναν καριέρα τόσα χρόνια;» συνεχίζει ένας ευνουχιστικός ρεαλισμός. Όχι, δεν θα έπαιρνε, λέει, ποτέ στη Σπείρα Σπείρα του ο Κραουνάκης παιδιά από τάλεντ σόου, κι ας είχε πάει επίσκεψη στο πρώτο, αν θυμάμαι καλά, Φέιμ Στόρι (όπου είχε κάνει πάντως μια εξαιρετική, ομολογώ, υπόδειξη, να μην προφέρουν τα ελληνικά σαν ξένη γλώσσα, κάτι αρκετά συχνό, ιδίως στο ποπ τραγούδι –λέγε με Σάκη)! Αλλά και η Γλυκερία, που ή ίδια βγήκε από το Νά η ευκαιρία, δεν θα πήγαινε, λέει, κριτής σε τάλεντ σόου: δεν τα βρίσκει αξιόλογα τα παιδιά εκεί!

Συνήθως Τετάρτη ολοκληρώνεται η δουλειά γι’ αυτήν τη σαββατιάτικη στήλη, το βράδυ πια οι ζόρικες ώρες κυλούν με το ’να μάτι στην οθόνη του υπολογιστή, το άλλο στην τηλεόραση, στο Βόις, όπου είναι στραμμένα και τα δύο αφτιά, ενώ το δόλιο το μυαλό πηγαινοέρχεται. Κάθε φορά λέω θα γράψω, γι’ αυτό ή π.χ. για το περσινό  Ράιζινγκ Σταρ, πρέπει να γράψω ανυπερθέτως, τις δύο μου έστω γραμμές, μέσα στη μικρόχαρη εθιμική γκρίνια. Να γράψω όμως εντέλει τι;

Τίποτα παραπάνω από την απόλαυση, τον ενθουσιασμό, τη συγκίνησή μου, με τις πλήθος υπέροχες φωνές, νέων παιδιών γύρω στα 20, αλλά και μεγάλων, συχνά ακαλλιέργητες ακόμα, πολλές όμως εντυπωσιακά ώριμες, φωνές αλλά μαζί και ερμηνείες, που μπροστά τους ωχριούν πολλές, πάμπολλες από τις διάφορες γυαλιστερές φίρμες, που μια άτυπη επετηρίδα τις χρίζει μεγάλες και μεγάλους, και τις προσφωνεί κυρίες και κυρίους.

Ας τ’ ακούσουμε αυτά τα παιδιά, κι ας είναι αυτή η μόνη εμφάνισή τους. Δεν είναι όλα τα λουλούδια αμάραντα ή πολυετή.


Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!

«Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!» διαλαλεί τα καρπούζια του ο μανάβης στη λαϊκή, δηλαδή όλα-αυτά-που-βλέπεις-εδώ είναι γλυκά, και όχι όλα τα καρπούζια της γης, προφανώς.

Έτσι λοιπόν, αν τιτλοφορήσουμε έναν τόμο: «Όλα διηγήματα», εννοούμε πως δεν θα βρείτε μέσα ποιήματα ή δοκίμια κτλ. –διηγήματα μόνο. Άλλο όμως, τελείως άλλο, αν θέλουμε να δηλώσουμε ότι ο τόμος περιέχει «Όλα ΤΑ διηγήματα» του τάδε συγγραφέα, «Όλα ΤΑ ποιήματα» κ.ο.κ.

Αλλάζει τίποτα από αυτό το πιο απλό δεν γίνεται σχήμα, αν, αντί για «όλα», θελήσουμε το παλαιότερο «Άπαντα»; Όχι! «Άπαντα ΤΑ διηγήματα» πρέπει να πούμε, «Άπαντα ΤΑ ποιήματα» κ.ο.κ.

Άπαντα πεζά, μ’ αυτόν τον τίτλο –που ωστόσο σύντομα διορθώθηκε, σπεύδω να πω– κυκλοφόρησαν πριν από μερικά χρόνια όλα ΤΑ πεζά του Μπόρχες, μεταφρασμένα από τον κατεξοχήν πρέσβη του στην Ελλάδα, τον Αχιλλέα Κυριακίδη· ακολούθησε όμως νέα, οριστική έκδοσή τους: Άπαντα τα πεζά, πάντα από τον Κυριακίδη, εννοείται.

Όμως, Άπαντα διηγήματα διαβάζουμε στο εξώφυλλο του τόμου με όλα/άπαντα ΤΑ διηγήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας· και ιδού, νέο κρούσμα: Αλέξανδρος Μάτσας, Άπαντα ποιήματα!

Μόδα; Ας το προσέξουμε τότε.

Απλό, είπα, το σχήμα, και στη σημερινή και στην παλαιότερη γλώσσα. Ας το ξαναδούμε: άλλο το «όλοι φίλοι είμαστε εδώ μέσα», άλλο το «όλοι οι φίλοι μαζευτήκαμε τις προάλλες»· άλλο το «άπαντες μαθηταί εσμέν», άλλο το «συνεκεντρώθησαν άπαντες οι μαθηταί αυτού».

Τι στο καλό; Μια τόση δα λεξούλα: άπαντα, διόλου δυσπρόσιτη, και διόλου ξένη στον νεοελληνικό λόγο, κάθε άλλο, με συγκεκριμένη ωστόσο θέση εδώ (ως προς το συνολικό έργο) ή σε στερεότυπες εκφράσεις: στον αιώνα τον άπαντα κ.ά.: δεν υποκαθιστά, προφανώς, τη λέξη όλα σε όλες [άπασες;] τις θέσεις, δεν λέμε «άπαντα τα μαγαζιά είναι κλειστά αύριο», «άπαντες οι φίλοι μου λείπουν διακοπές» κ.ο.κ. Όμως, αρκεί, φαίνεται, ο λόγιος αέρας που φέρνει μαζί της («αρχαιοπρεπή» τη χαρακτηρίζει και ο Μπαμπινιώτης) να μας βγάλει από το φυσικό γλωσσικό μας περιβάλλον –και να μας ρίξει τότε σε ξέρες.


buzz it!

11/11/17

Ο ενοχικός κρεατοφάγος και ο αντισπισισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Νοεμ. 2017)


«Είσαι ισόβια (!) και σου ζητάνε να διαλέξεις φαγητό για την υπόλοιπη ζωή σου: κρέας ή ψάρι;» με ρώτησε ο Ελληνοφιλιππινέζος ολιστικός τον οποίο επισκέφτηκα πριν από μερικά χρόνια. «Ζυμαρικά!» είπα αποφασιστικά. «Κρέας ή ψάρι;» επέμεινε αμείλικτος. «Κρέας» ψέλλισα, σχεδόν με ντροπή. Μην τα πολυλογώ, ο περίπου μάγος, έπειτα από διάφορα τεστ κάποιας κορεατικής σχολής, αποφάνθηκε ότι ανήκω σε μία από οχτώ κατηγορίες, σύμφωνα με την οποία η διατροφή μου πια απέκλειε κρέας, γαλακτοκομικά, ζάχαρη, άσπρο αλεύρι και άλλα πολλά, μια βασανιστική διατροφή που όμως, τους λίγους μήνες που την ακολούθησα, είχε αισθητό αποτέλεσμα. Κι όμως την εγκατέλειψα: ήταν ασύμφορη οικονομικά, έπρεπε να τρέχεις σε ειδικά μαγαζιά, να έχεις τον προσωπικό σου μάγειρα, και την περίεργη αίσθηση, περπατώντας στον δρόμο, πως κάθε περίπτερο, φούρνος, τυροπιτάδικο κτλ. σού είναι απαγορευμένο –άσε πια τις ταβέρνες. Ακόμα πιο βασανιστικό όμως ήταν οι αναπόφευκτες ερωτήσεις φίλων και γνωστών: και δηλαδή τι τρως; ούτε αυτό; ούτε εκείνο; ούτε τ’ άλλο;

«Ανήκα πάντα σε επαίσχυντες μειονότητες· δεν άντεχα να είμαι πάλι ο διαφορετικός» εξήγησα στον γιατρό.

Και ήταν η δεύτερη ήττα μου αυτή: πολύ παλιά είχα γίνει για ένα διάστημα χορτοφάγος, κάτι πολύ πιο εύκολο από την τωρινή δίαιτα. Εγκατέλειψα ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο, κι ας άργησα να το καταλάβω. Φίλος του κρέατος δεν ήμουν ποτέ, πιο πολύ από μιζέρια παρά από ιδεολογία: από μικρός ξεψείριζα ψυχαναγκαστικά το κρέας, βγάζοντας όχι απλώς πέτσες και λίπη αλλά και την παραμικρή ίνα: παϊδάκια ούτε που τ’ αγγίζω, οι μπριζόλες δεν μου λένε απολύτως τίποτα, μ’ αρέσει όμως ο κιμάς, και περιέργως τα βρόμικα: συκωταριές, κοκορέτσια, έπειτα από το σχετικό ξεδιάλεγμα βεβαίως. Οπότε φίλος όχι, κρεατοφάγος όμως ναι, άκρως ενοχικός ωστόσο, με άλυτες τις βασικές αντιφάσεις ανάμεσα στη ζωοφιλία και την κρεατοφαγία, κουβαλώντας πλήθος ζοφερές εικόνες, ήδη από παιδί το σφάξιμο της κότας τα καλοκαίρια στο χωριό, με το ακέφαλο σώμα να τινάζεται στον πέρα τοίχο, και το χειρότερο με δήμιους τις πιο ακριβές τότε μορφές, μάνα και γιαγιά, το διαπεραστικό γρύλισμα του γουρουνιού από τον πέρα κιόλας μαχαλά, καθώς το σφάζαν, το σπαραχτικό βέλασμα, ολόιδιο με κλάμα μωρού, του αρνιού που το έφερνε από μακριά μια βάρκα, Πάσχα στην Πάτμο αυτό –αλλά τι κάθομαι και αραδιάζω, λες και χρειάζεται τίποτα παραπάνω από το βλέμμα των ζωντανών, μαζί και το σπαρτάρισμα του ψαριού στα δίχτυα ή στο αγκίστρι, κάτι στο οποίο σπάνια στεκόμαστε, ίσως γιατί το ζωικό βασίλειο του νερού είναι λιγότερο ορατό και προπαντός λιγότερο ανθρωπομορφικό από της στεριάς.

Διατελώ έτσι, ξαναλέω, μετρίως κρεατοφάγος, αγρίως ενοχικός, που τρέφει ειλικρινή θαυμασμό έως ζήλια για τους χορτοφάγους, αλλά ώς εκεί· με τους βέγκαν μπερδεύομαι, με την αποχή δηλαδή από οτιδήποτε ζωικό: αβγά, γαλακτοκομικά προϊόντα κτλ., που θεωρούνται αποτέλεσμα βίαιης εκμετάλλευσης του ζώου. Αν δηλαδή αρνείσαι το αβγό της κότας που μεγαλώνει σε συνθήκες ανελέητου όντως εγκλεισμού, το αβγό της δικής σου κότας στο χωριό τι το κάνεις; Ή όλα αυτά είναι ηθικά διλήμματα του ανθρώπου της πόλης, ενώ ο άνθρωπος του χωριού ας βουλιάξει στην καταστατική βαρβαρότητά του; Και πάντως, ο άνθρωπος της πόλης εγώ, σαν ζωόφιλος πια, θα μεταφέρω τον βεγκανισμό μου και στα ζώα μου; στη γάτα και στον σκύλο μου, αλλά και στα αδέσποτα της γειτονιάς;

Σίγουρα το θέμα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ όσο αφήνουν να φανεί τέτοιες ερωτήσεις, ήρθε όμως στην επικαιρότητα με τη δράση κάποιων «αντισπισιστών», που έσπασαν ακόμα και κρεοπωλεία της γειτονιάς. Έτσι, από τον αντισπισισμό, μάθαμε και τον σπισισμό, ή σπισισισιμό, μεταφορά του αγγλικού speciecism (από το species= είδος), που δηλώνει τη διάκριση μεταξύ δύο ειδών και τη συναφή υπεροχή του ενός, που εκμεταλλεύεται έτσι το άλλο.

Δεν θα σταθούμε σε κριτική της δράσης των συγκεκριμένων αντισπισιστών, καθώς είναι ξεκάθαρη η κριτική και η στάση μας, ιδίως της αριστεράς, απέναντι στην αυτοδικία και γενικότερα την τρομοκρατία. Άλλο ήταν το κίνητρό μου, άλλος ψυχαναγκασμός μου, που τον ομολογώ χωρίς ενοχές αυτήν τη φορά: να δούμε κάποια γλωσσικά για τούτον τον σπισισισμό, που τύχη αγαθή μας έρχεται σαν σκέτα σπισισμός, μέσα από μια ασύνειδη, ενστικτώδη προφανώς εφαρμογή ενός βασικού νόμου της γλώσσας, της ανομοίωσης ή της απλολογίας. Όπως μετατράπηκε δηλαδή ο αμφιφορεύς σε αμφορέα, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, η τετράπεζα σε τράπεζα, το αστραποπελέκι σε αστροπελέκι κ.ά. Και πιο πρόσφατα, χωρίς να έχει τελεσιδικήσει η περίπτωσή τους (ο β΄ τύπος πάντως πέρασε στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας), η αποστρατιωτικοποίηση σε αποστρατικοποίηση, η ανεξαρτητοποίηση σε ανεξαρτοποίηση κ.ά.

Βασική ένσταση όμως αφορά τον σχηματισμό της ελληνικής λέξης με βάση την αγγλική προφορά: «Δεν λέμε “κομιουνισμός”, ούτε “χιουμανισμός”, επειδή έτσι τα λένε οι Άγγλοι.  Ας σχηματιστεί τουλάχιστον πάνω στο λατινικό σπέκιες: σπεκισμός» μου έγραψε, συμπτωματικά πριν από λίγους μήνες, παλιά φίλη και συνάδελφος.

Προσυπογράφω, φυσικά, και μακάρι οι αντισπισιστές να γίνονταν αντισπεκιστές, και να ’ταν αυτό η πρώτη τους έλλογη χειρονομία.

buzz it!

5/11/17

Περσινά σταφύλια, ξινά από τ' αμπέλι ήδη, ή Ποίος σήμερα ο φασισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Νοεμ. 2017)


Παρατράβηξε η απουσία από τη στήλη, καιρός να μαζευτούμε, προπάντων να συμμαζέψουμε μερικά έστω από τα διάφορα που συσσωρεύτηκαν όλο αυτό το παρατεταμένο καλοκαίρι –ποια διάφορα, τα ίδια και τα ίδια, που χρόνια τώρα μας βαραίνουν, και ελάχιστη πράξη λυτρωτική είναι να τα βγάζει κανείς αποπάνω του, εν προκειμένω να τα μοιραστεί με τον αναγνώστη. Περσινά ξινά σταφύλια, από μιαν άποψη, που όσο μένουν, ξινίζουν περισσότερο· από μιαν άλλη ωστόσο άποψη: σταφύλια περσινά, ξινά όμως από μιας αρχής.

Μια τέτοια περίπτωση, που την κουβαλώ απ’ το μεσοκαλόκαιρο, καθώς μάλιστα δεν έτυχε να δω να σχολιάζεται κάπου, είναι η αντιφασιστική αυλαία της συναυλίας του Σαββόπουλου στο Καλλιμάρμαρο, όταν όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες ένωσαν τις φωνές τους στο Ακορντεόν του Λοΐζου, με τη γνωστή κατακλείδα: Δε θα περά- δε θα περάσει ο φασισμός!

Αναφέρομαι στη συναυλία που διαφημιζόταν καιρό πριν με τον πολυτονισμένο τίτλο «Ζη το ελληνικό τραγούδι», το ζει με ήτα, έστω, αλλά και με μιαν απρόβλεπτη, κατευθείαν από τ’ αρχαία, υπογεγραμμένη αποκάτω, η οποία μάλιστα κοιτάζει αριστερά αντί για δεξιά (το γράμμα γιώτα είναι υπογεγραμμένο, μαέστρο). Δεν θα σταθούμε πάλι στο μεγαλειώδες φιάσκο του Σαββόπουλου, που νόμισε ότι στον επιτονισμό, στον διαφορετικό κατά περίπτωση χρωματισμό κάθε λέξης, άκουσε μακρά και βραχέα κτλ., κόντρα σε κάθε γλωσσολογική σχολή, ακόμα και την πιο συντηρητική, του Μπαμπινιώτη, όσο κι αν κερδίζει πιστούς κι αν κινδυνεύουμε τώρα να δούμε υπογεγραμμένες και στα λάχανα. Άλλο θέλω να δούμε εδώ.

Η συναυλία, που εντασσόταν στη φιλανθρωπική εκστρατεία του συγκροτήματος Αλαφούζου «Όλοι μαζί μπορούμε», δεν είχε πολιτικές αναφορές, όπως σχολιάστηκε συχνά, σαν κάτι μάλλον θετικό (!), εκτός από την εμφάνιση του Ζουγανέλη στο τέλος, με την παράφραση του σαββοπουλικού: «τον χειμώνα ετούτο, άμα τον πηδήσαμε», σε: «τον χειμώνα ετούτο μας ξαναπηδήξανε», και ένα «σκετσάκι» όπου ο συνθέτης κόβει τάχα τον τραγουδιστή, επειδή του άλλαξε τους στίχους. Εξαιρετικά κακόγουστη, κατά την άποψή μου, και η παρωδία και το «σκετσάκι», αλλά δεν έχει σημασία αυτό όσο το ότι μια «καθαρή» από πολιτικές αναφορές συναυλία χαρακτηρίζεται ακόμα πιο έντονα πολιτικά από τη μία και μόνη πολιτική αναφορά. Η οποία τώρα ήταν ευθέως αντισυριζαϊκή, κάτι απολύτως θεμιτό, αλλά και αναμενόμενο, από την πολιτικοϊδεολογική στάση του Σαββόπουλου –για να μην πω και της οργανώτριας αρχής.

Και ακολουθεί το Ακορντεόν, με τον τελευταίο στίχο και το «αρχινισμένο σύνθημα» που δονεί όλο το Καλλιμάρμαρο: Δε θα περάσει ο φασισμός! Που έφτασε να το τραγουδούν και ο Άδωνης με τον Πορτοσάλτε –είναι το μόνο σχόλιο που βρήκα, με την έννοια πως αναγκάστηκαν να το τραγουδούν, όπως παλιότερα, όταν ο Θεοδωράκης πολιτεύτηκε με τη Νέα Δημοκρατία και βρέθηκε η Δεξιά να τραγουδάει Πάλης ξεκίνημα και Ρωμιοσύνη, και γελούσαμε χαιρέκακα εμείς.

Και εδώ αναρωτιέται εύλογα κανείς: είναι η περίπτωση που ένα παλιό τραγούδι, σαραντατόσων χρόνων, ξαναγίνεται επίκαιρο, εν προκειμένω με τον επελαύνοντα φασισμό της Χρυσής Αυγής και την εντυπωσιακή άνοδο της ακροδεξιάς σ’ όλη την Ευρώπη, αλλά και στην υπερατλαντική υπερδύναμη με τον Τραμπ; Πολύ πιθανό· ακριβέστερα: σίγουρα, για μια μερίδα του κόσμου, μολονότι η συναυλία, είπαμε, δεν είχε πολιτικές αναφορές, αλλά και γενικότερα δεν έχουμε κινητοποιήσεις, εκδηλώσεις, συναυλίες κτλ., ανάλογες με τη σημασία του φαινομένου, την αναγέννηση δηλαδή του φασισμού και τη γιγάντωση της ακροδεξιάς· παράλληλα, η συναυλία οργανωνόταν, όπως επίσης είπαμε, από το συγκρότημα Αλαφούζου, δηλαδή από τα μεγαλύτερα πλυντήρια της Χρυσής Αυγής και εκτροφεία της ακροδεξιάς, καληώρα.

Με άλλα λόγια, αφού φτάσαμε στο θέμα μας, τι θεωρείται σήμερα από άλλη μερίδα του κόσμου, φοβούμαι τη μεγαλύτερη μέσα στο Καλλιμάρμαρο, φασισμός; Ποια είναι η χούντα που υποτίθεται πως ζούμε σήμερα και η Κατοχή, ποιοι οι φασίστες, π.χ. κατά τον Άδωνη, πάλι καληώρα, αλλά και αυτούς που αποσχίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Ζωή, τον Λαφαζάνη κ.ά.; Ποιους ονομάζουν πάλι «χούντα» και «φασίστες» οι νέοι αγανακτισμένοι τους οποίους μας προβάλλουν τα δελτία ειδήσεων, όλων πια των καναλιών, κι όχι μόνο του Σκάι;

Ο Άδωνης δηλαδή κι ο Πορτοσάλτε «αναγκάστηκαν» να βροντοφωνάξουν ενάντια στον φασισμό για τον οποίο έγραφε ο Γιάννης Νεγρεπόντης στους στίχους τους οποίους μελοποίησε ο Λοΐζος και τους τραγουδούσαμε ιδίως τότε, το 1974, αμέσως μετά τη χούντα των συνταγματαρχών; Ή τραγουδούσαν μ’ όλη τους την καρδιά, ενάντια στη «χούντα» και τον «φασισμό» του Τσίπρα; Αυτοί και οι περισσότεροι, νομίζω, εκείνη τη βραδιά;

buzz it!

22/10/17

πάει κι ο Μίλαν

(Μάιος 2005 - Οκτώβριος 2017)







buzz it!

2/9/17

Η διπλή φυγή της Αρλέτας

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Σεπτ. 2017, εδώ με μικροπροσθήκες)


στα Ταβάνια της οδού Μνησικλέους, Πλάκα, Μάιος 1970


Διπλωμένη πάνω στην κιθάρα της, σαν για να μην της την πάρουν· μπα: γαντζωμένη πάνω στην κιθάρα της, σαν από σανίδα σωτηρίας· ούτε: κρυμμένη πίσω απ’ την κιθάρα της, σαν πίσω από ασπίδα προστασίας· όμως το πρόσωπο έκθετο· τι να σου κάνουν οι αφέλειες που κρύβουν, πάλι καλά, το μέτωπο· δεν αρκούσε· έσκυβε λοιπόν κι αυτή όσο πιο πολύ γινόταν το κεφάλι πάνω απ’ την κιθάρα-ασπίδα, όχι μόνο για να μην τη βλέπουν, αλλά θαρρείς και για να μη βλέπει, τουλάχιστον να μη βλέπει πως τη βλέπουν. Κούρντιζε την κιθάρα, κάτι μουρμούριζε μέσ’ απ’ τα δόντια, σπάνια ξεχώριζες τι, και μετά η χαρακτηριστική κίνηση: με προτεταμένο το κάτω χείλι φυσούσε προς τα πάνω το μαλλί που, ε, πια το παράκανε, τη στράβωνε τελείως.

Και άρχιζε. Αυτό που, για να το ονομάσει κανείς, ιδίως τώρα, θα κατέφευγε ενστικτωδώς σε μεγάλες λέξεις, καμπανιστές, και υπερθετικούς, ό,τι πιο αταίριαστο εντέλει με το κορίτσι κι έπειτα γυναίκα-θρόισμα, ναι, θρόισμα, μόνο αυτό θα κρατήσω, γιατί ένα θρόισμα των φύλλων, ένα απαλό ρυτίδιασμα των νερών, αυτό ήταν η φωνή και η ερμηνεία και ο τρόπος γενικότερα της Αρλέτας.

Ψάχνω βρίσκω μια φωτογραφία· αποπίσω γραμμένο σε μιαν άκρη από χέρι άγνωστο: 3-5-70· και η αφιέρωση: «Στο Γιάννη με [λουλούδι· εννοώ σκιτσαρισμένο ένα λουλούδι] Αρλέτα». Στη φωτογραφία, από αριστερά, ο Χρήστος Λεττονός, φευγάτος από χρόνια αυτός, και με τρόπο τραγικό: κάηκε ζωντανός σε σπίτι που άρπαξε φωτιά, κι ούτε καν σαράντα χρονών· έπειτα η Πετρούλα Σαλπέα, έπειτα το ζεύγος των ιδιοκτητών, νομίζω, ονόματα δεν θυμάμαι, έπειτα η Αρλέτα, μπροστά γονατιστός αλλά στραμμένος στην Πετρούλα το γκαρσόνι ο Γιώργος, πάλι νομίζω, έπειτα ο ευαίσθητος πιανίστας Τάσος Καρακατσάνης, το Μαρθάκι η Μιγκρέλια και ο Θέμης Ανδρεάδης ­–στην άκρη, γερτός στον τοίχο, σε μια προσπάθεια να βγει απ’ το κάδρο, κάποιος θαμώνας, ίσως Γιώργος κι αυτός.

Έτος 1970 λοιπόν, στα 17 εγώ αλλά κοντά δυο χρόνια ήδη στους δρόμους, με την επίσης φευγάτη από χρόνια πολύτιμη φίλη και οδηγό Εύη χτυπάμε κάρτα στα Ταβάνια της οδού Μνησικλέους, και στο διάλειμμα ή στο σχόλασμα εύκολα έρχεται η γνωριμία, όπως σε τέτοια μέρη τα χρόνια εκείνα, σε όρια κάποτε σουρεαλιστικά: π.χ. με τον 50άρη, πάντως μεγάλο για τα μάτια μου τότε, Γιάννη, ιδιοκτήτη μάντρας αυτοκινήτων, παλιό γνώριμο της Αρλέτας, φιγούρα από άλλον κόσμο, μαύρο κουστούμι με ψιλή ρίγα, μπαρμπέρικο μουστάκι και χρυσό ρολόι, που άνοιγε κάθε φορά ένα μπουκάλι ουίσκι και έπειτα μας έτρεχε στα σκυλάδικα της Εθνικής, μες στην παλιά, μαύρη Μερσεντές του, την Αρλέτα, αν είναι δυνατόν, τη φίλη μου την Εύη, που ήταν ο στρατηγικός του στόχος, και αναγκαίο κακό εμένα.

Το καλύτερό μου όμως ήταν όταν ξημερωνόμουν στα Ταβάνια μόνος, κολλιτσίδα στην Αρλέτα, στην κουζίνα-καμαρίνια, όπου νά, όλο και κάποια φωτογραφία κέρδιζα, ένα σκίτσο που το σκάρωνε εκείνη την ώρα πίσω από μια παλιά πρόσκληση για τα εγκαίνια της μπουάτ, ή κοτζάμ δίσκο, τα 12+1 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι… Και: «Θα πεις Λόρκα απόψε;» η εναγώνια ερώτηση· «Θα δούμε» ήταν η απάντηση: κάπως σκανάραμε και το κοινό στην αίθουσα, οι ασφαλίτες τότε κάναν μπαμ από χίλια μέτρα, στο τέλος πάντα έλεγε κάποια του Λόρκα: ήταν τα τραγούδια από τον σπουδαίο κύκλο Romancero Gitano του Θεοδωράκη, ποίηση Λόρκα σε μετάφραση Ελύτη, που ήταν έτοιμα από Μίκη και Αρλέτα για ηχογράφηση, αλλά πρόλαβε η 21η Απριλίου (το σημειώνω εδώ, γιατί δεν πολυγράφτηκε τούτες τις μέρες).

Έπειτα κενό, επόμενη εικόνα κάπου το ’72-’73, όταν δουλεύω στις εκδόσεις Ολκός του Αντώνη Καρκαγιάννη, κι άλλο μνημόσυνο εδώ, τον οποίο και πείθω, λες και έλεγε «όχι» ποτέ, να βγάλουμε λεύκωμα με έργα της Αρλέτας. Δυο τρεις βραδιές στο σπίτι της, πάνω σε μια φλοκάτη ή χαλί, ξεδιαλέγουμε από κάτι τεράστια ντοσιέ –εννοείται πως το σχέδιο ναυάγησε, όταν συνειδητοποιήσαμε το κόστος.

Μετά, με τον καιρό, χάνεται αυτή. Και εννοώ τώρα την πρώτη της «φυγή», κατά τον τίτλο, όταν σχεδόν πεισματικά απαρνιέται το νεοκυματικό της παρελθόν: «Με το Νέο Κύμα έχω βγάλει μόνο 3 δίσκους, από κει κι έπειτα έχω άλλους 15» επιμένει· μα άλλο τόσο πεισματικά επιμένω κι εγώ πως η Αρλέτα είναι η πρώτη της περίοδος, εκεί είναι η φωνή της, και φυσικά στον Χατζιδάκι έπειτα και στον Θεοδωράκη, και όχι στη «Σερενάτα» και το «Μπατίντα ντε κόκο», τραγούδια που μπορείς να τα φανταστείς από πολλές και διάφορες φωνές, ή που τίποτα δεν τους προσθέτει η τόσο ιδιαίτερη δική της φωνή: δεν ταιριάζουν εννοώ στη φωνή της, δεν την αναδεικνύουν, ίσα ίσα την αδικούν. Η φωνή και ερμηνεία της Αρλέτας πιστεύω πως βρίσκεται στις βαθιά μελαγχολικές «Σαράντα μέρες» και στο «Σαββάτο απόγιομα», στην ερωτική απόγνωση του «Φώναξέ με», στον σπαραγμό της «Βαλκυρίας του κάδρου». Ή όπως την ξαναβρίσκουμε στα κατοπινά αλλά σαν τα πρώτα, στα «Ήσυχα βράδια» και στο «Πρωινό τσιγάρο».

Όμως, έτσι θέλησε η ίδια. Και είναι μάταιη, όσο και άτοπη, κάθε σχετική συζήτηση τώρα, τώρα που έφυγε οριστικά, κι ας μετράω μπακαλίστικα πρώτη και δεύτερη «φυγή» εγώ, ενώ οι πολλές και διαφορετικές περίοδοι εντέλει της Αρλέτας, οι διαφορετικές γενιές και οι διαμετρικά αντίθετοι, πολλές φορές, κόσμοι που εξέφραζε, ορίζουν ακριβώς το αόριστο, την απεραντοσύνη της.

Στο καλό, Αρλέτα.



Σημ. Η στήλη «Ασκήσεις μνήμης» θα λείψει ένα διάστημα· μπορεί να αργήσει, αλλά θα γυρίσει.

buzz it!

15/7/17

Σεξισμός και πολιτική ορθότητα δι’ αρχαρίους

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Ιουλ. 2017)


Πάτμος, πριν από δεκαετίες, χαρακτηριστική ατραξιόν ο Παναγιώτης ο βαρκάρης, κορμί άγαλμα σωστό, Ποσειδώνας πολλά βαρύς, περιφέρεται όλη μέρα ξυπόλυτος και ημίγυμνος, πίσα κατράμι απ’ τον ήλιο, χρυσαφένιες μπούκλες, από τα πρώτα καμάκια, εννοείται. Βράδυ αργά, στο μοναδικό τότε στέκι, τον Αρίωνα, ο Παναγιώτης στο παραδιπλανό τραπέζι έχει πιάσει κουβέντα με μια γλυκύτατη Δανέζα, παλιά γνώριμη του νησιού. Ξαφνικά σούσουρο, φωνές, «όχι, ρε Παναγιώτη, δε γίνονται αυτά!» πέσαμε όλοι απάνω του, ο Παναγιώτης είχε δώσει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι στην κοπέλα, και μούγκριζε κάτι ακατάληπτα. «Ε δε γουστάρω να μου την πέφτει πρώτη η γυναίκα» καταφέραμε και του βγάλαμε με τα πολλά. Ώστε είχε παραβεί τον Κώδικα η γυναίκα!

Τη θυμήθηκα τώρα τελευταία την ιστορία αυτή, όταν κατηγορήθηκε για σεξισμό, μάλλον: όταν σχολιάστηκε ο σεξισμός του γνωστού τσολιά της τηλεοπτικής Ελληνοφρένειας, που σε μια εκπομπή κυνηγούσε τις γυναίκες στον δρόμο και τους κολλούσε στα οπίσθια ή στα στήθη κάτι στρογγυλά αυτοκόλλητα του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλές γελούσαν, κάποιες ενοχλούνταν: «Σταμάτα, μην κάνεις σαν τρελή, δεν είναι και πούτσα, καταλαβαίνω, για τις πούτσες κάνετε σαν τρελές…» είπε σε μία, ενώ σε άλλη το κλασικό: «Έλα που δε σ’ άρεσε!» Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά και διάφορα τότε, ιδίως για τη «φασιστική πολιτική ορθότητα», για τη σάτιρα και τα (μη) όριά της, όπως μας την παρέδωσε άλλωστε γονιδιακώς ο πρόγονός μας ο Αριστοφάνης.

Δεν σταμάτησε η κουβέντα αυτή στη ραδιοφωνική Ελληνοφρένεια, είναι το αγαπημένο τους ανέκδοτο: «ο σεξιστής τσολιάς», ώσπου ήρθε και δευτέρωσε το πράγμα, με τρόπο που πολλοί τον θεώρησαν υπερβολικό. Βιντεάκι με τίτλο «Ένα στα γρήγορα» δείχνει στη Βουλή κάποιον που σηκώνεται να βγει από την αίθουσα συνεδριάσεων, και στο πέρασμά του σκύβει και κάτι λέει σε μια υπάλληλο: «Πού ’σαι, γλυκιά μου, πάω τουαλέτα, τον λουστράρω, κι έλα σε λίγο» είναι τα λόγια που του έβαλε στο στόμα η εκπομπή. Αυτήν τη φορά 25 βουλευτές και βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν καταγγελία στο ΕΣΡ, και πια σηκώθηκε βοή μεγάλη ότι ιδού, λογοκρισία, φίμωση «της μόνης ανεξάρτητης φωνής», «και από ποιους; από αυτούς που ψηφίζουνε μνημόνια», ή σε παραλλαγή απαράμιλλης διαλεκτικής: «μιλάνε για σεξισμό αυτοί που ψηφίζουν αβέρτα μνημόνια».

Ας πούμε πως είναι όντως υπερβολική η αντίδραση, δηλαδή η καταγγελία στο ΕΣΡ. Ταυτόχρονα όμως ας δούμε μήπως αυτό το άκομψο έτσι κι αλλιώς μα πάντως χιούμορ είναι και στη δεύτερη περίπτωση σεξιστικό, μολονότι γράφτηκε και ότι, ίσα ίσα, εδώ διαπομπεύεται ο άντρας, καθώς εμφανίζεται «λιγούρης και γαμίκουλας» –λες και δεν αποτελεί τίτλο τιμής ο γαμίκουλας, ενώ είναι γνωστό πώς χαρακτηρίζεται μια γυναίκα με αντίστοιχες ορέξεις και επιδόσεις!

Δεν θα σταθούμε τώρα στην πολιτική ευπρέπεια (ή ορθότητα), προσφιλή στόχο της επίσημης δεξιάς και της λούμπεν καφενεδολογίας αλλά και κατά τεκμήριο σοβαρών νεοφιλελεύθερων δημοσιολόγων κ.ά., παρόλο που δεν συνιστά τίποτα παραπάνω από βασικούς κώδικες κοινωνικής συνύπαρξης και σεβασμού του άλλου, όσο κι αν φτάνει κάποτε σε ακρότητες. Και ούτε πρόκειται επιτέλους για κάτι καινοφανές, αν σκεφτεί κανείς ότι από χρόνια πια δεν μιλάμε λόγου χάρη για αράπηδες και γύφτους –χωρίς φυσικά να προγράφονται οι «Αραπίνες λάγνες, ερωτιάρες» του Τσιτσάνη και ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Παλαμά, όπως ανοηταίνουν οι πολέμιοι τέτοιων αλλαγών.

Αλλά ούτε και για τον σεξισμό χρειάζονται αναλύσεις. Ένα απλό πειραματάκι μόνο, με βάση τον περίφημο τσολιά, που συστατικό της περσόνας του και του χιουμοριστικού κώδικά του είναι το μπαλαμούτι με τις γυναίκες. Ας δοκιμάσουμε την εξής απλή (!) αντιστροφή: όλα τα σχετικά αστεία, όλες τις σχετικές ατάκες και χειρονομίες να τις αναλάβει η εντυπωσιακή, πανέμορφη Κυπρία της εκπομπής, είτε με το υπερπαίξιμό της και τα υπερκυπριακά της είτε με όποιον άλλον τρόπο επιλέξουν. Να βγει δηλαδή στους δρόμους και να ζητάει φιλάκι απ’ τους περαστικούς, και να τους κολλάει αυτοκόλλητα στα πίσω και στα μπρος τους. Βάρδα μην πέσει πάνω σε κάναν Παναγιώτη απ’ την Πάτμο.

Με αναμνήσεις ξεκίνησα, με αναμνήσεις θα τελειώσω, δύο μάλιστα.

Η μία ήταν η πρόταση της Σκούπας, αν θυμάμαι καλά, του ιστορικού πια φεμινιστικού περιοδικού της μεταπολίτευσης, όπου προτεινόταν ακριβώς η αντιστροφή των σεξιστικών πειραγμάτων, φυσικά και των πιο χυδαίων. Να πει λόγου χάρη η γυναίκα στον άντρα: «Παίδαρέ μου εσύ!», «Αχ και να ’χυνα στα μπούτια σου!» κ.ο.κ.

Η άλλη, όταν η φίλη μου τότε η Μαρία, απ’ το τιμόνι μάλιστα ενός ταπεινού Ντεσεβώ, άνοιγε στο φανάρι το παράθυρο και φώναζε στον ταξιτζή που της έκανε ταρζανιές: «Βρε άντε πλύνε κάνα πιάτο!» Μοναδικό το θέαμα, ο ταξιτζής στα όρια του εγκεφαλικού,  να χάνει τα λόγια του, και με βλέμμα δολοφονικό.

Μας έσωζε το φανάρι που άναβε. Και την Κυπρία θα τη σώσει το συνεργείο της εκπομπής. Τις άλλες όμως;

buzz it!

2/7/17

στον Δημήτρη Παπαϊωάννου

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Ιουλ. 2017)



Όταν μου έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης για επιμέλεια τα σπαραχτικά Ελεγεία της Οξώπετρας, είχε προηγηθεί αρκετών χρόνων συνεργασία, με αντικείμενο όμως πεζά του κείμενα. Διαβάζοντας πια στο δαχτυλόγραφο τα Ελεγεία, και σ’ όλη την εκδοτική διαδικασία έπειτα, που την παρακολουθούσε πάντοτε ο ποιητής από πολύ κοντά, συχνά έλεγα να τον ρωτήσω για κάποιον στίχο, κάποια εικόνα κτλ. Δεν το ’κανα ποτέ, ενστικτωδώς, θαρρείς, παρά από απόφαση, όσο κι αν σε τέτοιες περιπτώσεις σκέφτεται κανείς: «μου ’λαχε να βρεθώ κοντά στον πιο αγαπημένο μου ποιητή· τι ευκαιρία! να ρωτήσω, να μάθω…»

Κι όμως, ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος ο ποιητής, σε ιστορίες, ακόμα και προσωπικές. Δεν ήταν θέμα άνεσης λοιπόν. Έκανα απλούστατα, μάλλον δεν έκανα ό,τι δεν είχα κάνει ποτέ ώς τότε ούτε κι έπειτα, δεν ρώτησα ποτέ φίλους ποιητές και φίλες ποιήτριες που είχα την τύχη, στο πλαίσιο ακριβώς της στενής προσωπικής σχέσης, να διαβάζω σε πρώιμη μορφή τα ποιήματά τους –αφού, ως γνωστόν, και η ποίηση, όπως η φύση, κρύπτεσθαι φιλεί.

Ας μένουν ανερμήνευτα λοιπόν, στίχοι και εικόνες, να τα προσεγγίσει με τον δικό του τρόπο ο καθένας, προβάλλοντας δικά του βιώματα –για να μη θίξουμε εδώ άλλο κεφάλαιο μεγάλο, ότι πολλές φορές η προσωπική (η αυθεντική!) εκδοχή του ποιητή ενδέχεται να περιορίζει, ακόμα ακόμα και να συρρικνώνει, τις διαστάσεις του ίδιου του του έργου. Ώστε μπορεί να μας συγκινεί ένα ποίημα και να μας συνταράζει, ακόμα κι αν πολλές φορές δεν ξεκλειδώνουμε όλα του τα στοιχεία, όλα του τα συστατικά.

Έπειτα από την ποίηση, που είναι μάλιστα λόγος αρθρωμένος, είναι νομίζω περιττό να συνεχίσουμε με τις άλλες τέχνες, από την πιο αφηρημένη, τη μοντέρνα ζωγραφική, αλλά και τον μοντέρνο χορό, ώς την πιο προσιτή καταρχήν σε όλους τέχνη, τη μουσική: από το τραγούδι, όπου μας συγκινούν τραγούδια ξένα που δεν ξέρουμε τα λόγια τους, ώς την κλασική μουσική, που προφανώς εκφράζει και αυτή κάτι συγκεκριμένο κάθε φορά, το οποίο όμως μόνο να το εικάσει μπορεί ο ακροατής και να το προσεγγίσει (δι)αισθητικά –ακόμα και τη λεγόμενη «προγραμματική» μουσική, τη μουσική που δηλώνει η ίδια το θέμα της, όπως η Θάλασσα του Ντεμπυσσύ, οι Εικόνες από μια έκθεση του Μουσόργκσκι κ.ά.

Ενώ, ακόμα παραπέρα, υπάρχουν και μας αρέσουν τραγούδια εξαιρετικά αλλά με φαιδρούς στίχους, τραγούδια με υπέροχο κουπλέ και καταστροφικό ρεφρέν, όπερες με αφελή λιμπρέτα, συμφωνίες με άνισα μέρη ή όπου το σκέρτσο, όσο κι αν αποτελεί σύμβαση του είδους, πέφτει συχνά ταφόπλακα πάνω στο αντάτζιο.

Το θέμα είναι ότι σε όλες τις τέχνες, απέναντι σε όλα τα έργα τέχνης, η πρόσβασή μας ούτε άμεση είναι πάντοτε ούτε εύκολη, ακόμα κι όταν κατέχουμε ερμηνευτικά κλειδιά από τον ίδιο τον δημιουργό, ή από κριτικές αναλύσεις –που πάλι ωστόσο θα σταθούν σε μία από τις πιθανότατα πολλές αναγνώσεις του έργου. Η «εγκυκλοπαιδική», ας την πω έτσι, γνώση δεν είναι αναγκαίος όρος για την πραγματική απόλαυση και τη συγκίνηση που μπορεί να μας προσφέρει ένα μεγάλο έργο, ένας μεγάλος δημιουργός.

Γιατί ένας μεγάλος δημιουργός δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, τον δικό του κόσμο –όταν δεν αναδημιουργεί τον υπάρχοντα (επίτευγμα, θα έλεγα, ισάξιο, όπου μόνο οι προθέσεις του δημιουργού αλλάζουν). Και σ’ έναν ολόκληρο, εντελή κόσμο δεν είναι πάντα εύκολο ή καν δυνατόν να ξεκλειδώσουμε τη λογική που τον συνέχει, το νόημα και προπαντός τη λειτουργία κάθε επιμέρους στοιχείου, την ισορροπία λοιπόν όλων των επιμέρους στοιχείων, όσων μας μαγεύουν κι όσων μας αφήνουν αμήχανους ή και μας απωθούν, είτε γιατί δεν τα κατανοούμε, είτε γιατί συγκρούονται με την εκάστοτε κυρίαρχη αισθητική και την κουλτούρα διαφορετικών λαών, ολόκληρων εποχών κ.ο.κ. Νά, έτσι όπως δεν ξέρουμε λ.χ. τι θέλει πλάι στην κοινά αναγνωρισμένη ομορφιά του τριαντάφυλλου το γαϊδουράγκαθο, πλάι στο κουταβάκι η κατσαρίδα κ.ο.κ.

Έτσι, είναι εντέλει μάταιο και άγονο, για να μην πω άτοπο, να επιδιώκουμε σ’ ένα μεγάλο έργο τέχνης να ανακρίνουμε κάθε του στοιχείο, να το βάλουμε σώνει και καλά να ομολογήσει ποιος ο σκοπός του κι οι προθέσεις του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, αφορμή γι’ αυτές εδώ τις σκέψεις για την πρόσληψη της τέχνης, και πέρα από κάθε είδους κριτική προσέγγιση, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου λοιπόν, όπως κάθε γνήσιος δημιουργός, με κάθε του μεμονωμένο έργο καταρχήν, κι έπειτα με το σύνολο του έργου του, αναδημιουργεί τον κόσμο ή δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, έναν κόσμο πάντως εντελή, άλλοτε με την προφανή γοητεία του, άλλοτε με εικόνες δυσπροσπέλαστες, κι όμως αναγκαίες στο σχέδιο του Δημιουργού –με κεφαλαίο τώρα.

Γενικότερα πια, αν δεν θέλουμε να χάνουμε την ουσία, την απόλαυση και τη συγκίνηση μπροστά στο θαύμα της δημιουργίας, αρκεί μια στοχαστική πάντως ματιά στον ήδη κόσμο μας. Τον αλλού ωραίο κι αλλού άσκημο. Τον καταληπτό και τον ακατάληπτο. Τον μικρό και μέγα, μια και μνημονεύσαμε Οδυσσέα Ελύτη.

buzz it!