18/2/17

Παντελής Μπουκάλας: έργο και ήθος

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Φεβρ. 2017)


«Η ίδια η παρουσία του Παντελή, το έργο του και η ηθική του στάση έχουν τη δύναμη να μεταμορφώνουν τους άλλους, έστω στιγμιαία, σε κάτι καλό, βγάζουν από τους άλλους ό,τι καλύτερο έχουν μέσα τους, την καλή τους πλευρά…»

Ξεκινώ μ’ αυτήν τη σοφή κουβέντα ακριβής φίλης για ακριβό φίλο, έτσι καθώς σχολιάζαμε την αίσθησή μας από το ετερόκλητο κοινό και την όλη ατμόσφαιρα στην παρουσίαση της Αγαπώς του Παντελή Μπουκάλα: αυτός είναι ο ακριβός φίλος· η Κοραλία Σωτηριάδου είναι η ακριβή, το λιγότερο που έχω να πω τώρα, φίλη· η Αγαπώ είναι ένα καινούριο, θηριώδες βιβλίο του Μπουκάλα, κοντά 600 σελίδες, πρώτος τόμος μιας 16τομης (!), όπως αναγγέλλεται, σειράς δοκιμίων για το δημοτικό τραγούδι. Ο πλήρης τίτλος: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών (Άγρα, 2016).

Για τον φίλο θα μιλήσω λοιπόν, όχι για το βιβλίο του, ούτε γενικότερα για το έργο του: δεν έχω γράψει ποτέ για φίλους εν ζωή, δεν γράφουμε συνήθως για φίλους παρά μόνο όταν πεθάνουν, με κάτι τότε να μας πνίγει, που δεν τους είπαμε το ευχαριστώ μας όσο ζούσαν. Ε, τον φίλο θα ευχαριστήσω τώρα, με την άδεια έτσι κι αλλιώς του είδους, της επιφυλλίδας, καθώς, από την άλλη, δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ στην πρότασή του να μιλήσω στην παρουσίαση, ενώ εκείνος το είχε θεωρήσει αυτονόητο να παρουσιάσει παλαιότερα τα γλωσσικά τα δικά μου. Όχι πως τα μετράει έτσι ο Παντελής· ο Παντελής δεν ξέρει διόλου από λογιστική, από μαθηματικές πράξεις και υπολογισμούς· ο Παντελής είναι ένας βαθύπλουτος σοφός, που σκορπάει απλόχερα, χωρίς ποτέ του να τον νοιάζει πόσα ή πού.

Ο Παντελής είναι ο μαθητής που θα ήθελα, που θα μπορούσα να έχω, αλλά δεν είχα. Λέω «θα μπορούσα», γιατί ο Παντελής με διαδέχτηκε χρονικά σαν διορθωτής στον Πολίτη, ένδοξες εποχές Άγγελου Ελεφάντη, χωρίς όμως να υπάρξει αυτό που λέμε «παράδοση»: εγώ ήμουν ήδη ουσιαστικά φευγάτος, και η λειψή έτσι κι αλλιώς κοινωνικότητά μου δεν θα μπορούσε να συναντηθεί με τη σχεδόν αντικοινωνικότητα, θα αποτολμήσω: την αγριμιότητα του 20χρονου παιδιού, που τότε κοντά είχε έρθει από την επαρχία στην Αθήνα, με τα μάτια μονίμως κάτω και το στόμα κλειστό. Δεν υπήρξε λοιπόν μαθητής μου, οπότε και θα έλεγα τώρα το τετριμμένο μα συχνό και θαυμαστό ότι ο μαθητής ξεπέρασε τον δάσκαλό του.

Γιατί από χρόνια τώρα δάσκαλός μου είναι ο Παντελής: όχι σε επιμέλειες και σε βιβλία αλλά στα μεγάλα και ουσιώδη της ζωής μας, τις ιδέες που μας οδηγούν, στα ιδεολογικά λοιπόν, τα ηθικά που μας μετράνε –και τα αθλητικά, όπου απελπισμένος προσπαθεί να με ξεστραβώσει ο και εδώ πολύς διδάκτορας Μπουκάλας.

Ναι, πολυδιδάκτορα τον λέω, τον πτυχιούχο της οδοντιατρικής, μα αμέσως έπειτα ακάματο συλλογέα «διδακτορικών», από την κλασική φιλολογία ώς τη θεολογία, όπως τον πειράζω. Μ’ αυτή, την κερδισμένη μέρα με τη μέρα εντυπωσιακή εποπτεία σε όλους τους τομείς, εποπτεία που δημιούργησε έναν από τους πιο λαμπερούς επιφυλλιδογράφους, πορεύεται και μας χαρίζει δώρα πολύτιμα ο Μπουκάλας, με την ποιητική του τέχνη, την οξυδερκή και ακριβοδίκαιη κριτική ματιά του στα της λογοτεχνίας, τη βαθυστόχαστη δοκιμιογραφία, κι έπειτα τις μεταφράσεις αρχαίας γραμματείας, που ελάχιστες από αυτές, του αρχαίου δράματος, έχουν παιχτεί και ακόμα λιγότερες εκδοθεί, ενώ γεμίζουν με τα χρόνια τα συρτάρια του.

Και εδώ ακριβώς ήθελα λίγο να σταθώ, αφού το άλλο έργο του είναι ευρέως γνωστό, λέω λοιπόν για τις μεταφράσεις του, υπόδειγμα μεταφραστικού ήθους πρώτα πρώτα, π.χ. στο ακανθώδες θέμα της απόδοσης του Αριστοφάνη, κι έπειτα μέτρο σύγκρισης και ελέγχου όχι απλώς των κάθε λογής συμπιλημάτων αλλά πολλών από αυτές με τις τρανές, καμαρωτές υπογραφές. Ορέστεια, Όρνιθες, Βάτραχοι, Αχαρνείς, Τρωάδες, Βατραχομυομαχία, βιβλία της Παλατινής, Βίοι παράλληλοι του Πλούταρχου, Κύκλωψ του Ευριπίδη, και ούτε που ξέρω πόσες άλλες, γεμίζουν, ξαναλέω, τα συρτάρια του, ενώ ο Παντελής, πώς να το κάνουμε, εξηνταρίζει οσονούπω, πού είναι οι χορηγοί, τα ιδρύματα και οι ακαδημίες, να βρει τη θέση της στα γράμματα και την παιδεία μας αυτή η τόσο σημαντική πλευρά του έργου του!

Όμως, το πιο πολύ είναι η ηθική στάση του, που είπε η Κοραλία, ο ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος μαχητής κι ωστόσο πράος (νά τι δεν κατάφερε να μου μεταδώσει, μάλλον τι δεν κατάφερα να μάθω εγώ)· ο δοσμένος στις ιδέες του κι άγρυπνος στα κοινά, πάντοτε ενεργός πολίτης, καίτοι πολυβασανισμένος, σε σώμα και ψυχή. Που ακριβώς με την ηθική του στάση διδάσκει· και δείχνει τον δρόμο: σταθερός οδοδείκτης, κι ας μη μ’ αρέσει η λέξη.

Φίλε Παντελή Μπουκάλα, σ’ ευχαριστώ κι από εδώ.

buzz it!

12/2/17

Η ανευθυνότητα του Τάκη, σταυρός του «Κωστάκη»

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Φεβρ. 2017)


Τι κάνεις αλήθεια όταν διαβάζεις τίτλο άρθρου «Η επινόηση της ισλαμοφοβίας»; Πάντως δεν μπαίνεις σε σοβαρή συζήτηση, είτε στον Στόχο τον διαβάζεις ή τη Χρυσή Αυγή, είτε ακόμα ακόμα, αν είναι ποτέ δυνατόν, στην Καθημερινή. Κι όμως είναι, όπως το καταλάβατε, είναι εννοώ δυνατόν, στην Καθημερινή υπήρξε τέτοιο άρθρο (5/2), του Τάκη Θεοδωρόπουλου (ΤΘ), επίσης θα το καταλάβατε. Έστω λοιπόν η αναφορά αυτή το μόνο σχόλιο, τίποτ’ άλλο. Πάει καιρός εξάλλου που ο εν λόγω ανεβάζει όλο και πιο ψηλά τον πήχη της μισαλλοδοξίας· γράφει, βλέπεις, και κάθε μέρα, τις μονές για ανώτερες φυλές, θρησκείες και πολιτισμούς, τις ζυγές για την επικατάρατη «πολιτική ορθότητα» και τους «λυρικούς ανθρωπιστές», τις Κυριακές κλίνει: «η καθαρεύουσα, γενική της καθαρευούσης» –η σειρά μπορεί να αλλάξει, η θεματολογία όχι.

Δεν σχολιάζεις λοιπόν την ουσία, ο όρος και μόνο «επινόηση» για την ισλαμοφοβία, και μάλιστα επί αυτοκρατορίας πλέον Τραμπ, ορίζει αυστηρά την ιδεολογία, πάμε να φύγουμε. Άσχετα λοιπόν από την ιδεολογία του, κι αφού πια τη δηλώνει θαρρετά (προχτές ειρωνευόταν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, χτες έγραφε τον εμφύλιο συμμοριτοπόλεμο), ένα με σταμάτησε στην επιφυλλίδα αυτή, ενδεικτικό του τρόπου πια.

Μας λέει λοιπόν ότι του πήγε η σύζυγός του το κύριο άρθρο που είχε γράψει αυτός στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Το Τέταρτο, το 1985, όπου εξηγούσε γιατί είχαν επιλέξει τον «ιστορικό τονισμό»: «Μα δεν βαρέθηκες να υποστηρίζεις τα ίδια και τα ίδια;» τον ρώτησε. «Όχι» της απάντησε· «κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις που προκαλώ, μάλλον θα συνεχίσω όσο μπορώ ακόμη να γράφω».

Και τι έγραφε τότε; Ότι επέλεξαν τον «ιστορικό τονισμό», το πολυτονικό, που έχει και ιστορία 2.000 χρόνων (όπως μόνο ο ΤΘ μετράει!), για να μην οδηγηθεί η γραφή μας στη «λατινικοποίηση» (!), αλλά και σαν κάτι απολύτως φυσικό: «όπως είναι φυσικό να διαβάσουμε τον Ερωτόκριτο, τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Ελύτη έτσι όπως γράφτηκαν, με τις περισπωμένες τους, τις ψιλές τους και τις δασείες τους».

Και με ποιες περισπωμένες, ψιλές και δασείες έγραφε π.χ. ο Μακρυγιάννης; ηςτινδοξα υςτινδοξα ηςτινδοξα τοθεο τιςαυατριαδος τις θεοτοκος τοαγιανι τοβαφτιστι (δηλαδή: Εις την δόξα εις την δόξα εις την δόξα του Θεού, της αϊα-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή…), έτσι αρχίζουν τα Οράματα και θάματά του, το δεύτερο «στορικόν» του, μετά τα Απομνημονεύματα, έτσι δηλαδή έγραφε ο Μακρυγιάννης, και προφανώς δεν νοείται να τον διαβάζουμε έτσι, αλλά όπως τυπώνεται, αν αυτό ήθελε να πει ο ΤΘ αλλά τα μπέρδεψε, όπως τυπώνεται λοιπόν κατά τις συμβάσεις της εποχής ή και τα γούστα, απλώς, του εκάστοτε εκδότη: πολυτονικό, πολυτονικό με βαρείες, χωρίς βαρείες, μονοτονικό, ή και ατονικό. Παραδρομή, όμως, ας δεχτούμε, μολονότι είναι συχνό το «επιχείρημα», που θέλει να αντλεί κύρος ακριβώς από το πώς έγραφαν, πώς ήθελαν και έγραφαν, οι ίδιοι οι δημιουργοί. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Μακρυγιάννη, και πάμε στον Ελύτη, που αυτός ήθελε όντως πολυτονικό, με βαρείες όμως ή χωρίς, του ήταν παντελώς αδιάφορο, και έμενε στην κρίση του εκάστοτε επιμελητή του: έχουμε λοιπόν άλλα έργα του με βαρείες, άλλα χωρίς, μερικά και έτσι και αλλιώς, σε διαφορετικές εκδόσεις. Αρκεί.

Τη σταθερότητα απλώς ήθελα να επισημάνω του ΤΘ, τη συνέπεια στην προχειρογραφία, την ανευθυνογραφία, συχνά, κυρίως, στην ανακριβολογία, πάντως στην ελλιπή ή και ανύπαρκτη ενημέρωση, όπως έχω δείξει πολλές φορές.

Με ένα εκρηκτικό μείγμα αυτών των ιδιοτήτων θα κλείσω εδώ, όπως παρουσιάζεται σε πρόσφατο άρθρο του, με τίτλο «Αναζητώντας το φύλο της Αντιγόνης» (25/1). Στόχος του η (υποτιθέμενη) αφαίρεση της Αντιγόνης από το διδακτικό πρόγραμμα και η προσθήκη της περίφημης θεματικής εβδομάδας, που το ένα από τα τρία σκέλη της έχει να κάνει με το βιολογικό και κοινωνικό φύλο, με τα στερεότυπα που οδηγούν στην έμφυλη βία, την ενδοοικογενειακή βία, τη βία κατά των γυναικών, την ομοφοβία κτλ.

«Τα παιδιά δεν έχουν χρόνο να χάσουν μελετώντας τον Επιτάφιο και την Αντιγόνη» ξαμολιέται ο ΤΘ, «έχουν όμως χρόνο να αφιερώσουν στην τελευταία ψυχοκοινωνιολογική μεταμοντέρνα μπούρδα για την “έμφυλη ταυτότητα”. Θα μου πείτε, έχει μεγαλύτερη σημασία η στριμμένη πριγκίπισσα της Θήβας από το σωματάκι του Κωστάκη;»

Ότι η «μπούρδα» έμφυλη ταυτότητα, το κοινωνικό φύλο, αποτελεί εδώ και δεκαετίες γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεται στα δυτικά πανεπιστήμια έστω ότι δεν τον απασχολεί τον ΤΘ, ή πάντως διαφωνεί απολύτως.

Όμως, την ίδια ώρα που ανευθυνολογεί ειρωνευόμενος ο Τάκης, ένας τουλάχιστον Κωστάκης σε κάθε σχολείο, αν όχι σε κάθε τάξη, σταυρώνεται καθημερινά από τους συμμαθητές του, τη γειτονιά, τ’ αδέρφια ή και τους γονείς στο σπίτι.

Ψιλά γράμματα για Τάκη.

buzz it!

9/2/17

Αμάν, ο Γκρίνγκλις!



Στο Πρώτο Θέμα, την εφημερίδα που τάχτηκε να φυλάττει Θερμοπύλες, πάσης φύσεως, και γλωσσικές εννοείται, διαβάζουμε (30/1) για ένα καινούριο παιδικό βιβλίο, με τίτλο Έχω τις λέξεις σου, όπου

«Δύο μικρά παιδιά, ο Δίφθογγος και η Λέξη, μεγαλώνουν στη χώρα Αβουγουδουέ... Σε κάθε πάρκο της υπάρχει κι ένα τετράγωνο πηγάδι. Εκεί ζει ο Ημιμάθειας που τα ξεγελά και κλέβει τα παιχνίδια τους, για να χαθούν οι λέξεις τους και να βασιλέψει ο γιος του Γκρίνγκλις.

»Ένα απόγευμα ο κεντρικός ήρωας χάνει τις λέξεις του. Η αγάπη για την φίλη του τον οδηγεί στην αναζήτησή του να τις βρει. Στην περιπέτειά του συναντά την γιαγιά-Γραμματική, τις ξεχασμένες Προσωδίες, τον κύκλωπα Λάθος.

»Μοναχικό το ταξίδι του και δύσκολο, μα καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνο οι δικές του οι λέξεις που πρέπει να ελευθερώσει αλλά όλων των παιδιών. Θα τα καταφέρει;»

Κλεμμένα παιχνίδια, λέξεις που χάνονται, προσωδίες που είχαν χαθεί, ταξίδι αναζήτησης και κυρίως αποστολή απελευθέρωσης των λέξεων, ο μόνος αρμόδιος για την παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου είναι προφανώς ένας αστυνομικός συντάκτης! Οπότε, Πάνος Σόμπολος, πρύτανης των αστυνομικών συντακτών και πρώην πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ. Και μαζί και ένα μέλος του Πειθαρχικού της ΕΣΗΕΑ.

Σεξιστικός, φοβάμαι, ο αποκλεισμός της Νικολούλη, ή και της Πάμε Πακέτο.

buzz it!

5/2/17

Η Κοκκινοσκουφίτσα ΕΡΤ στο δάσος με τους φιλοναζιστικούς λύκους

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Φεβρ. 2017, εδώ με προσθήκες)



Η ΕΡΤ είναι το θέμα, η κρατική τηλεόραση, το λέω απ’ την αρχή αρχή· η ΕΡΤ θεούσα, όπως είδαμε πολλές φορές, η ΕΡΤ προαγωγός της Χρυσής Αυγής, όπως επίσης είδαμε πολλές φορές, με τις τυφλά «νομότυπες» αναμεταδόσεις κάθε φιέστας της νεοναζιστικής οργάνωσης, η ΕΡΤ τώρα διαφημίστρια και πλυντήριο εκδοτικού οίκου βιβλίων φιλοναζιστικού περιεχομένου, και μαζί της «σχολής» του Άδωνη Γεωργιάδη.

Η «σχολή», θου Κύριε, είναι η «Ελληνική Αγωγή», όπου διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά επιπέδου Άδωνη, ως προς τον ιδεογλωσσικό προσανατολισμό εννοώ, με διδασκάλισσα την πρωθιέρεια της παρετυμολογίας, γενικότερα της παραγλωσσολογίας, Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου, που ακόμα και ο Μπαμπινιώτης την πήρε κάποτε απ’ τα μούτρα.

Και ο εκδοτικός οίκος είναι το Ήλεκτρον, που έχει μότο στην ιστοσελίδα του: «Έσο υπερήφανος που είσαι Έλλην» (σε πολυτονικό, εννοείται, αλλά με 3 λάθη τονισμού στις 5 λέξεις!), εκδοτικός οίκος, όπως αυτοσυστήνεται, που «δεν είναι απλώς μία εμπορική επιχείρησις. Σκοπός της υπάρξεώς του είναι η “ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΙΣ” των Ελλήνων και η κατανόησις της ταυτότητάς μας με όλο το βάρος της ιστορίας μας. Είναι ένα “ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ” που επιδιώκει να μεταλαμπαδεύση στους Έλληνες φως Αληθείας και Γνώσεως…» Συνεννοηθήκαμε, νομίζω.

«Επανελλήνισις» εξάλλου είναι το «πρόγραμμα» (και σχετική τηλεοπτική εκπομπή) του Κωνσταντίνου Πλεύρη. Του οποίου τα γνωστά έργα εκδίδει το Ήλεκτρον (που επίσης διακινεί τις εκδόσεις Γεωργιάδη). Ξανασυνεννοηθήκαμε, χωρίς πολλά πολλά.

Του οποίου Ήλεκτρου οι εκδόσεις παρουσιάστηκαν στην «αλυσίδα πολιτισμού» Ιανός στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, σε σειρά εκδηλώσεων με «Γνήσιους Έλληνες». Ξαναματασυνεννοηθήκαμε.

Του οποίου Ιανού τώρα είναι γνωστή η «φιλεργατική» πολιτική, με τα μηχανάκια-μετρητές πωλήσεων που είχε κρεμάσει στον λαιμό των εργαζομένων του, γνωστή και η καταδίκη για ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου. (Αυτά τα λίγα του Ιανού, αφιερωμένα εξαιρετικά σε όσους εξακολουθούν να τον ξεπλένουν, παρουσιάζοντας εκεί τη δουλειά τους, όπως καληώρα, τούτες μόλις τις μέρες, και πρώην υπουργός της αριστερογενούς πάντως κυβέρνησής μας.) Παρασυνεννοηθήκαμε, φτάνει.

Η ΕΡΤ, είπαμε, μας ενδιαφέρει, η κρατική τηλεόραση. Που σε πολιτιστική εκπομπή της παρουσίασε ένα ογκώδες πόνημα μιας μαθήτριας της Ελληνικής Αγωγής και της κυρίας Τζιροπούλου, της «Θεοφανούς», εμ πώς αλλιώς, Πολυμέρη, με την ετυμολογία για 1.500 κύρια ονόματα και τοπωνύμια των ομηρικών επών, εκδόσεις Ήλεκτρον.

Στο φόντο, γιγαντιαία προβολή του εξωφύλλου, και δίπλα ακριβώς, αχρείαστα εντελώς, μας ξαναδίνει η ΕΡΤ τα ίδια στοιχεία του τίτλου, με σάλτσα την τσαπατσουλιά της: «Ετυμολογία κυρίων ονομάτων και τοπΟνυμίων των ομηρικών επών»· και στο κάτω μέρος της οθόνης: «1.500 κύρια ονόματα και τοπΟνύμια σε ένα σύγγραΜα για τα ομηρικά έπη», αργότερα: «Ετυμολογία κυρίων ονομάτων και τοπΟνυμίων των ομηρικών επών της Θεοφανούς Πολυμέρη», κάποια στιγμή διορθώθηκαν, στο κάτω μέρος, τα τοπωνύμια αλλά ποτέ το «σύγγραμα» –και ποτέ τα «τοπΟνύμια» στο φόντο.

Τις συστάσεις τις κάνει ένας εντυπωσιακά στομφώδης και αμετροεπής παρουσιαστής, ονόματι Ανδρέας Ροδίτης, που ίδια περίπου εκστασιάζεται μπροστά στη Φαραντούρη αλλά και στον Πασχάλη Αρβανιτίδη, τον οποίο καλεί  να μας δίνει δύναμη με τα τραγούδια του που τόσο αγαπάμε! Η κ. Θεοφανώ Πολυμέρη (ΘΠ), μας λέει, είναι κόρη του Φώτη Πολυμέρη, που «υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους τροβαδούρους που πέρασε από αυτό τον τόπο, μ’ ένα πολύ σπουδαίο έργο [...], από αυτούς τους κυρίους, Θεοφανώ, ήταν ένας κύριος [αργά και με περισσότερο στόμφο], ένας ταλαντούχος κύριος…» κτλ.· έπειτα, η κ. ΘΠ είναι σύζυγος «ενός από τους σημαντικότερους μουσικούς», που είναι προσωπικός φίλος του κ. Ροδίτη –ο οποίος, παραταύτα, τελείως τυχαία έπεσε στο ίντερνετ πάνω στο έργο της κ. ΘΠ. Και εντυπωσιάστηκε που «ένα νέο κορίτσι», και ξανά «το κορίτσι», έκανε ένα τέτοιο έργο! (Λεπτομέρεια, η κ. Πολυμέρη νέα είναι, κορίτσι δεν είναι, άλλωστε δηλώνει η ίδια ευθαρσώς την ηλικία της στο ίντερνετ: «εγεννήθη το 1964», έστω όμως το «νέο κορίτσι» άλλο ένα δείγμα της αμετροέπειας του παρουσιαστή –σαν τον άλλο, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, θυμάμαι τώρα, που αναφωνεί: «Μπράβο, κοριτσάρα μου!» στον ζωντανό θρύλο Ξανθίππη Καραθανάση!)

Η οποία κ. ΘΠ σπούδασε, μας λέει τώρα η ίδια, «computer science, προγραμματισμό υπολογιστών» (στο Hunter College του City University of New York, γράφει στο σάιτ του Ήλεκτρου),[1] και μουσική, είχε όμως «τη μεγάλη ευτυχία και χαρά» να παρακολουθήσει έναν «τριετή κύκλο σπουδών εκμαθήσεως της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με τη σπουδαία φιλόλογο, την κυρία Τζιροπούλου», η οποία και την παρότρυνε να προχωρήσει σ’ αυτό το εγχείρημα, να ετυμολογήσει όλα τα ονόματα των ομηρικών επών.

«Κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι τελικά ο Νεοέλληνας μιλάει ομηρικά;» ρωτάει ξαφνικά η συμπαρουσιάστρια.

«Ε βέβαια» επιβεβαιώνει η κ. ΘΠ, «αυτή είναι η ομορφιά σ’ αυτή την εργασία· θεωρούμε ότι δεν γνωρίζουμε καλά την αρχαία ελληνική, ενώ από το “καλημέρα” που λέμε, μιλάμε ομηρικά δίχως να το γνωρίζουμε.»

«Να πούμε, ομηρικά μιλούν οι Κύπριοι» παίρνει τη σκυτάλη ο παρουσιαστής, κι εγώ σας ορκίζομαι ότι δεν παραλείπω τίποτε από την ουσία, δηλαδή από το «αποδεικτικό υλικό» για το ότι μιλάμε ομηρικά· «ομηρικά μιλούν οι Πόντιοι» συνεχίζει, «ομηρικά μιλάει το Αιγαίο, ομηρικά μιλάνε όλοι…»· και παίρνει στροφή τώρα, καθώς κάτι κάπου άρπαξε τ’ αφτί του: «απλώς, και μην τρομάζουμε, έλεγε ο Τσαρούχης να μην τρομάζουμε, όταν ακούμε διάφορες εκφορές [!] από την ευρωπαϊκή γλώσσα, ή κάποια αρχικά: YOLO –δεν είναι κακό, δεν πειράζουν καμία γλώσσα· μία τόσο βαθιά γλώσσα, η σημαντικότερη του πλανήτη μαζί με την κινέζικη, δεν μπορεί να πειραχτεί, αν μπούνε και είκοσι –και δάνεια έχουμε από την τουρκική –»· εδώ σαν να ξινίζει η κ. ΘΠ: «αυτοί έχουν δάνεια από μας»· «και έχουν δάνεια από μας», συμφωνεί ο παρουσιαστής.

Το μονόπρακτο βαίνει προς το τέλος του. Η ερευνήτρια δηλώνει πως έχει προσθέσει και εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, πληροφορίες, περιλήψεις των ραψωδιών κτλ. «Μαθαίνουμε λοιπόν την ιστορία, τη γεωγραφία, τη γλώσσα μας» συμπεραίνει η συμπαρουσιάστρια.

«Βεβαίως, και όχι μόνο» επαυξάνει η κ. ΘΠ: «Ξαναθυμόμαστε το αξιακό σύστημα που διαβιβάζει ο Όμηρος μέσα από τα έπη, διότι θεωρώ ότι πρωτίστως αυτή η κρίση που βιώνουμε είναι αξιακή, γι’ αυτό υπάρχει και μια γενικευμένη παρακμή, σε όλα τα επίπεδα δυστυχώς του βίου, και είναι μια ωραία ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε αυτά που πρέπει».

«Με τέτοια βιβλία αποδεικνύεται η συνέχεια μέσα στους αιώνες», επιχειρεί να αρθρώσει στο τέλος ο παρουσιαστής, γιατί: «Όποιος μας πειράξει τη γλώσσα, διέλυσε το κράτος, τον ελληνισμό, το έθνος. Γι’ αυτό λοιπόν η γλώσσα μας δεν μπορεί να πειραχτεί, όσοι ενδιαφέρονται για το βιβλίο…» κτλ.

Αυλαία. Τραγωδίας; κωμωδίας; τραγικωμωδίας; Όπως το πάρετε.

Ως προς την κρατική όμως τηλεόραση, τραγωδία, χωρίς υπερβολή, ας μου επιτραπεί να επιμείνω.




[1] Στο σύντομο βιογραφικό της κ. ΘΠ στην ιστοσελίδα του Ήλεκτρου, που καταλήγει: «Επίσης πολυτονίζει τα τελευταία έτη συγγράμματα για διαφόρους εκδοτικούς οίκους», μέτρησα 13 λάθη τονισμού (χώρια από ορθογραφικά και συντακτικά).

buzz it!

28/1/17

Τρέχω, τρέχοντας ένα πρόγραμμα

(Εφημερίδα των συντακτών 28 Ιαν. 2017)


«Τραμπουκίζει την Ευρώπη» ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος εδώ τις προάλλες (17/1), απολύτως εύγλωττος, καθώς τυπωνόταν πλάι σε φωτογραφία του νέου πλανητάρχη, αλλά και με το όνομά του: «Τραμπ», μέσα στο «Τραμπουκίζει», τυπωμένο με διαφορετικό χρώμα από τον υπόλοιπο τίτλο. Μολονότι δεν είναι απολύτως του γούστου μου αυτοί οι λογοπαικτικοί τίτλοι, με ενθουσίασε, θα έλεγα, η μεταβατικοποίηση του νεότατου, έτσι κι αλλιώς, ρήματος τραμπουκίζω. Γιατί παλιός είναι ο τραμπούκος και ο τραμπουκισμός, νεότερο όμως το ρήμα, που σχηματίστηκε θαρρείς για να χρησιμοποιηθεί αμέσως σαν μεταβατικό: «τραμπούκισαν τον βουλευτή τάδε», παραστατικότατο συνώνυμο του λόγιου προπηλακίζω.

Ανάλογα θα λέγαμε για το επίσης νεότερο βανδαλίζω, που ήρθε να πλουτίσει την οικογένεια των παλαιών βάνδαλος και βανδαλισμός, πάλι σαν μεταβατικό: «οι γνωστοί άγνωστοι βανδάλισαν τα αγάλματα…»

Κι όμως, είναι εντυπωσιακή η συχνότητα με την οποία καταγγέλλεται, σαν επιτομή της αγραμματοσύνης, της κακοποίησης της γλώσσας κτλ., η μεταβατικοποίηση λ.χ. τού διαρρέω: «διαρρέει/διέρρευσε την είδηση», αντί: άφησε να διαρρεύσει η είδηση, ή διέρρευσε η είδηση. Είναι όμως παμπάλαιη η τάση να γίνεται μεταβατικό ένα αμετάβατο ρήμα, η ίδια που έκανε μεταβατικό το αμετάβατο ανεβαίνω: ανεβαίνω τη σκάλα, ή το κατεβαίνω: κατεβαίνω το ποτάμι. Στο διαρρέω μάλιστα, πέρα από την ισχυρή αυτή τάση, μπορούμε επιπλέον να εντοπίσουμε έναν βασικό λόγο που οδηγεί στην απόκλιση/αλλαγή και την υποστηρίζει: η διαρροή μιας είδησης, αντίθετα από τη διαρροή νερού από την τρύπια σωλήνα, κρύβει σκοπιμότητα, υπάρχει δηλαδή δρων υποκείμενο, υπάρχει δράστης: ιδού: ο ορισμός του μεταβατικού ρήματος.

Άλλο παράδειγμα, ακόμα πιο φρέσκο, όπου ένας καθαρός αγγλισμός, η μετάφραση της φράσης to run a business: «τρέχω μια επιχείρηση», με την έννοια προφανώς τού διευθύνω, με μεταβατικό τώρα το αμετάβατο τρέχω, βρήκε απροσδόκητα ισχυρό σύμμαχο από τη γλώσσα των υπολογιστών: σήμερα ακόμα κι ένα μικρό παιδί «τρέχει ένα πρόγραμμα». Θεωρώ και εδώ αρκετά πιθανό να επικρατήσει ο παραστατικός αγγλισμός, όπως σημείωνα πιο παλιά, σε κείμενο για τους ξενισμούς, και το τρέχω να γίνει μεταβατικό, καθώς μάλιστα προσφέρεται και σε συναφείς χρήσεις: «τρέχει την υπόθεση»· «ο Χ. τρέχει τα πράγματα όσο καλύτερα γίνεται»· «γιατί δεν το τρέξατε αυτό το θέμα;» κτλ.

Ταχύτατα μοιάζει να μετατρέπεται σε μεταβατικό και το επικοινωνώ: «ένα είναι σίγουρο, και το λέω, και το επικοινωνώ στον κόσμο» είχα ακούσει να λέει εμφατικά ο Καραμανλής ο νεότερος. Από τότε βαρέθηκα να το σημειώνω, και στον ίδιο μάλιστα: ήταν το αγαπημένο του –του λογογράφου του, προφανώς. Σήμερα διάφοροι «επικοινωνούν τις απόψεις τους», ενώ άκουσα και για «τραγούδια που πρέπει να επικοινωνηθούν» κ.ά.

Προφανώς το ρ. επικοινωνώ έχει μεγαλύτερη εκφραστική δύναμη από το μεταφέρω, διαδίδω, κοινοποιώ κτλ., εμπεριέχει το λογιότερο: κοινωνώ, που αυτό είναι και αμετάβατο («την Κυριακή θα κοινωνήσω») και μεταβατικό («τον κοινώνησε ο παπάς»), και βοηθά έτσι στην παραπέρα μεταβατικοποίηση, και του επικοινωνώ αλλά και του ίδιου, με την ίδια ακριβώς σημασία: «είναι απαραίτητο να κοινωνήσουμε τις απόψεις μας». Ενώ κάποιο ρόλο πρέπει να παίζει και η πλούσια και λόγια προίκα τού κοινωνώ: κοινωνός των ιδεών, κοινωνός των απόψεών του κτλ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δίπλα ιδίως στο διαρρέω, παρουσιάζει η απολύτως σιωπηρή μεταβατικοποίηση του απαντώ! Το οποίο δηλαδή έχει γίνει επί των ημερών μας μεταβατικό, δίχως ν’ ανοίξει ρουθούνι, δίχως να το πάρει είδηση κανείς απ’ όσους έμαθαν και στηλιτεύουν το διαρρέω την είδηση: στη φράση απαντώ την ερώτηση, βλέπετε, είναι ασήμαντη η διαφορά από το στην στο την, όταν μάλιστα αποπίσω είναι το πανίσχυρο αγγλικό to answer the question, απαντώ λοιπόν «την ερώτηση» και κυρίως: «να απαντηθεί / δεν απαντήθηκε η ερώτηση» κτλ., αντί: να δοθεί απάντηση / δεν δόθηκε απάντηση: άλλος ένας ξενισμός, που πατάει στην ισχυρή τάση της μεταβατικοποίησης, συν άλλος ισχυρός μηχανισμός της γλώσσας, η βραχυλογία, και η αλλαγή είναι γεγονός –στάθηκα ελάχιστα εδώ, ενώ είναι τεράστιο το θέμα τι και πότε συνειδητοποιούμε σαν απόκλιση/αλλαγή και κυρίως πώς (ή πού, πότε και γιατί) διαβαθμίζεται η αντίδρασή μας απέναντι στην απόκλιση και έπειτα στην αλλαγή.

Γενικότερα, η γλωσσική κυρίως αλλαγή συναντούσε πάντα και εύλογα αντιδράσεις. Αρκεί ωστόσο να αναλογιστούμε τις αντιδράσεις τις οποίες θα γέννησε η αλλαγή λόγου χάρη από το ανήρ στο άνδρας, ή, στο θέμα μας και ανατρέχοντας στα πρώτα παραδείγματά μας, το ανεβαίνω τη σκάλα και κατεβαίνω το ποτάμι:

Όπου τώρα ούτε το αρχικά λάθος, δηλαδή η μεταβατικοποίηση ενός αμετάβατου ρήματος, ανιχνεύεται πια, ούτε καν έχουμε συνείδηση πως αυτές οι εκφράσεις αποτελούν προϊόν ακριβώς γλωσσικής αλλαγής –και φυσικά ούτε την αλλαγή από το αναβαίνω στο ανεβαίνω και από το καταβαίνω στο κατεβαίνω αντιλαμβανόμαστε!

Μένει να κατέβουμε τη σκάλα της λαθολογίας και της συναφούς κινδυνολογίας.

buzz it!

21/1/17

Τραγούδια στη σωστή τους ώρα

(Εφημερίδα των συντακτών 21 Ιαν. 2017)

Στη βόλτα στο Πασαλιμάνι, με καλό καιρό, στα φαρδιά πεζούλια, παρέες ολόκληρες, πιτσιρικάδες με τα σουβλάκια και κυρίως τις μπίρες τους, ζευγάρια μ’ ένα κουτί πίτσα ανάμεσά τους, κι έπειτα παρέες ξένων, μεταναστών, με σκέτη, στεγνή κουβέντα, αλλά και άλλοι ξένοι, μοναχοί, σκυμμένοι πάνω από ένα κινητό, σπανιότερα ένα τάμπλετ ή και λάπτοπ, σερφάρουν χάρη στο αναιμικό γουάι-φάι του λιμανιού, ψάχνοντας νέα της πατρίδας, υποθέτω, ή, πιο λίγοι αυτοί, μιλώντας στο Σκάιπ, σίγουρα τώρα με δικούς τους στην πατρίδα, μιλώντας και βλέποντάς τους μαζί. Με το Σκάιπ λοιπόν κάποιοι, αλλά όλοι τηλεφωνώντας με το κινητό, επικοινωνούν σήμερα οι ξεριζωμένοι –ποιος γράφει γράμμα πια…

Πώς λοιπόν Γράμματα από τη Γερμανία, τώρα πίσω πίσω –αναφέρομαι στον κύκλο τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη (στίχοι Φώντα Λάδη), που από το καλοκαίρι που μας πέρασε κάνει μια δεύτερη, λαμπρή καριέρα, αν τάχα έκανε ποτέ του πρώτη. Έχει η τέχνη τους δικούς της δρόμους και προπάντων νόμους, ας μείνουμε για την ώρα σ’ αυτή την τετριμμένη απάντηση, όμως η αλήθεια είναι, πιστεύω, άλλη.

Τώρα πάω στο 1973, λίγο πριν από το Πολυτεχνείο, στα τότε γραφεία του τότε Ολκού, το έμψυχο υλικό σε πλήρη σύνθεση, ο από χρόνια φευγάτος εκδότης Αντώνης Καρκαγιάννης και ο πρωτόπειρος διορθωτής, η αφεντιά μου, έχουμε βάλει στη μέση τη γλυκιά Νινέτα και τη σταυρώνουμε. Είχε έρθει η καλή μας Νινέτα Μακρυνικόλα, η Νινέτα «του Κέδρου» τότε, έπειτα βιβλιογράφος του Ρίτσου, κρατώντας τα άγια των αγίων, τα ανέκδοτα ακόμα 18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, μια κασέτα που είχε στείλει ο Μίκης στον ποιητή τους τον Ρίτσο, φίλο και θεό της Νινέτας: ο λόγος που πάντα την πειράζαμε, μα εκείνη πάντα χαμογελούσε, με κάτι σαν εγκαρτέρηση. Δεν θυμάμαι αν η κασέτα ήταν από συναυλία ή τραγουδούσε παίζοντας στο πιάνο ο ίδιος ο Μίκης, η αλήθεια είναι ότι, πέρα από το πείραγμα, δεν μας φάνηκαν διόλου σπουδαία τα τραγούδια εκείνα –και πάλι η αλήθεια είναι ότι αρκετά όντως δεν είναι.

Έπειτα από λίγο, το Πολυτεχνείο. Όπου κάποια μέρα κάνω τρεχάτος τρεις και τέσσερις φορές τη διαδρομή Πολυτεχνείο-Δεριγνύ, στο εργαστήρι του μακαρίτη αρχιτέκτονα Κώστα Φινέ, που έχει φτιάξει μήτρες από ξύλο ή φελλό και μαζί με τη γυναίκα του τη Μαρία, αδερφή της Νινέτας, τυπώνει αυτοσχέδια τρικάκια με τα συνθήματα των ημερών. Παίρνω τη μία δόση, την πάω στο Πολυτεχνείο, και γυρίζω για την επόμενη. Στο γραφείο η Νινέτα παίζει ασταμάτητα τα Λιανοτράγουδά της. Φυσικά την πειράζω, όχι με ζήλο όμως πια.

Δεν ξέρω αν είχα αρχίσει ήδη να τα ακούω μ’ άλλο αφτί, όμως σίγουρα, λίγο μετά, στην μπουάτ όπου ο Θάνος Μικρούτσικος παρουσίαζε πρόγραμμα αποκλειστικά με Θεοδωράκη, «Το παλικάρι που ’πεσε μ’ ορθή την κεφαλή του», με την υπέροχη Αφροδίτη Μάνου, και το «Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν οι καμπάνες, σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του», με την αξεπέραστη Μαρία Δημητριάδη, μας κάνουν να κλαίμε κάθε βράδυ με αναφιλητά. Είχαν βρει την ώρα τους τα τραγούδια αυτά, είχαν βρει και είχαν εκφράσει μια νέα, δραματική πραγματικότητα, όπως παλιότερα τα βαριά όπλα του Θεοδωράκη, η Ρωμιοσύνη, ο Επιτάφιος κ.ά., έπειτα τα Τραγούδια του αγώνα, γέννημα καθαυτό της εποχής της δικτατορίας, μπροστά στα οποία τα εκτός τόπου, παλιομοδίτικα θα ’λεγες, Λιανοτράγουδα έμοιαζαν φτωχικά, δίχως αντίκρισμα. Τώρα όμως ήταν το παλικάρι που ’πεσε· και είχε το δικό του τραγούδι. Και το τραγούδι είχε εφεξής το δικό του συγκεκριμένο, πραγματικό νόημα, όπως είχαμε κι εμείς πια, οι νεότεροι, τους δικούς μας νεκρούς.

Έτσι σκέφτομαι βρήκαν την ώρα τους τα μάλλον αδύναμα Γράμματα απ’ τη Γερμανία, που πρωτοπαρουσιάστηκαν το 1966, και μετά τα κατάπιε η δικτατορία –και δεν εννοώ την απαγόρευση, που ίσχυε για όλον τον Θεοδωράκη, αλλά ότι ακριβώς τα βαριά όπλα που είπα παραπάνω εξέφραζαν με πολύ μεγαλύτερη δύναμη τη συγκεκριμένη εποχή. Το μεταναστευτικό ήταν ήδη πίσω. Και όταν με τη μεταπολίτευση κυκλοφόρησαν σε δίσκο, το 1975, πάλι χάθηκαν στην ευφορία της ελεύθερης κυκλοφορίας όλων των μεγάλων έργων του Θεοδωράκη. Ενώ συμπτωματικά, έναν χρόνο πριν,  οι Μετανάστες του Μαρκόπουλου, στίχοι Γ. Σκούρτη, είχαν σημειώσει τεράστια εμπορική επιτυχία και προπάντων καλλιτεχνική, χάρη στη μοναδική ερμηνεία της Μοσχολιού («Μιλώ για τα παιδιά μου», «Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια» κ.ά.).

Βρήκαν λοιπόν την ώρα τους τα Γράμματα, τώρα που η μετανάστευση δεν ήρθε απλώς στην επικαιρότητα αλλά ξανάγινε πραγματικότητα, έστω κι αν τώρα φεύγουν κυρίως νέοι επιστήμονες, που «δεν δουλεύουν κάτω στη στοά τη σκοτεινή».

Γράμματα, ταχυδρομικά δελτάρια, τηλεγραφήματα, τότε, ιμέιλ, Σκάιπ, Μέσεντζερ, κινητή τηλεφωνία, τώρα, απόσταση όχι δεκαετιών αλλά θαρρείς αιώνων, μοιάζει να γεφυρώνεται από τον πόνο των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τα επιμέρους δεδομένα της «αντικειμενικής» πραγματικότητας· και τότε ίσως περιττεύουν οι όποιες αισθητικές αποτιμήσεις.


buzz it!

18/1/17

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, σίκουελ

η ελαχιστότης και αναξιότης του, o άγιος Πειραιώς, απαντά στην ελαχιστότητα και αναξιότητά μου

- το "Ανακοινωθέν" του Σεραφείμ 

- και η ανταπάντησή μου (ΕφΣυν 11.1.17):

Φαίνεται πως το τελευταίο που διανοείται ότι θα του καταλογίσουν ο άγιος Πειραιώς είναι τα ελληνικά του, κι έτσι βλέπει επιθέσεις στον προστάτη άγιό του ή κρίσεις για την οικονομία της χώρας κ.ά., εκεί που στόχος των ελάχιστων επισημάνσεών μου ήταν το υπεραρχαΐζον ύφος του με την παραπαίουσα σύνταξη, την προβληματική στίξη κ.ά.

Έτσι, σ’ ένα εξίσου αφρόντιστο κείμενο («Ανακοινωθέν» το ονομάζει), με πάσης φύσεως αβλεψίες («διαδύκτιο», «συνομοσιολογούντα» κ.ά.), επιμένει, την εποχή μάλιστα του γκουγκλ, να μας ενημερώνει «φιλικά» για το νόημα του τάδε όρου, εκεί που το πρόβλημα ήταν ακριβώς η σύνταξή του και η στίξη του, να μιλάει για τις υπεύθυνες για την κρίση εταιρείες εκεί που το πρόβλημα ήταν πως θέλει να γράψει: «του χειμαζομένου λαού», αρχίζει: «του χειμαζομένου», ξεστρατίζει με 65 λέξεις υπερβατό, και έπειτα ξεχνά να κλείσει με τη λ. «λαού» (!) κ.ά.

Ή, στα όρια του κωμικού πλέον, για να στηρίξει τη χρήση του επιρρήματος εναύλως, αντιγράφει από το Μεγάλο Λεξικό του Δημητράκου το λ. έναυλος, και διαπράττει κατά την αντιγραφή σαράντα δύο (42!) λάθη (το οιονεί με ψιλή, δις· «εντυπωσιακός» αντί για εντυπωτικός· «αυτή», δίχως νόημα, αντί για αυλή κ.ά.). Ε, αν έτσι αντιγράφει, ας αναλογιστεί πώς γράφει. Και τότε, αν μάλιστα θελήσει να μας πει απλώς αλλά νεοελληνιστί πώς το εννοεί το εναύλως στο επίμαχο κείμενό του, του υπόσχομαι να του φροντίζω αμισθί όσα κείμενά του θέλει.

Τέλος, λυπάμαι που στο κείμενό μου που δημοσιεύτηκε στις 23/12 δεν αναφέρθηκα στα 5.000 δέματα και τα λοιπά αγαθά που διένειμε «η ελαχιστότης του» την ίδια εκείνη μέρα, στις 23/12!

Γιάννης Η. Χάρης

buzz it!