18/1/17

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, σίκουελ

η ελαχιστότης και αναξιότης του, o άγιος Πειραιώς, απαντά στην ελαχιστότητα και αναξιότητά μου

- το "Ανακοινωθέν" του Σεραφείμ 

- και η ανταπάντησή μου (ΕφΣυν 11.1.17):

Φαίνεται πως το τελευταίο που διανοείται ότι θα του καταλογίσουν ο άγιος Πειραιώς είναι τα ελληνικά του, κι έτσι βλέπει επιθέσεις στον προστάτη άγιό του ή κρίσεις για την οικονομία της χώρας κ.ά., εκεί που στόχος των ελάχιστων επισημάνσεών μου ήταν το υπεραρχαΐζον ύφος του με την παραπαίουσα σύνταξη, την προβληματική στίξη κ.ά.

Έτσι, σ’ ένα εξίσου αφρόντιστο κείμενο («Ανακοινωθέν» το ονομάζει), με πάσης φύσεως αβλεψίες («διαδύκτιο», «συνομοσιολογούντα» κ.ά.), επιμένει, την εποχή μάλιστα του γκουγκλ, να μας ενημερώνει «φιλικά» για το νόημα του τάδε όρου, εκεί που το πρόβλημα ήταν ακριβώς η σύνταξή του και η στίξη του, να μιλάει για τις υπεύθυνες για την κρίση εταιρείες εκεί που το πρόβλημα ήταν πως θέλει να γράψει: «του χειμαζομένου λαού», αρχίζει: «του χειμαζομένου», ξεστρατίζει με 65 λέξεις υπερβατό, και έπειτα ξεχνά να κλείσει με τη λ. «λαού» (!) κ.ά.

Ή, στα όρια του κωμικού πλέον, για να στηρίξει τη χρήση του επιρρήματος εναύλως, αντιγράφει από το Μεγάλο Λεξικό του Δημητράκου το λ. έναυλος, και διαπράττει κατά την αντιγραφή σαράντα δύο (42!) λάθη (το οιονεί με ψιλή, δις· «εντυπωσιακός» αντί για εντυπωτικός· «αυτή», δίχως νόημα, αντί για αυλή κ.ά.). Ε, αν έτσι αντιγράφει, ας αναλογιστεί πώς γράφει. Και τότε, αν μάλιστα θελήσει να μας πει απλώς αλλά νεοελληνιστί πώς το εννοεί το εναύλως στο επίμαχο κείμενό του, του υπόσχομαι να του φροντίζω αμισθί όσα κείμενά του θέλει.

Τέλος, λυπάμαι που στο κείμενό μου που δημοσιεύτηκε στις 23/12 δεν αναφέρθηκα στα 5.000 δέματα και τα λοιπά αγαθά που διένειμε «η ελαχιστότης του» την ίδια εκείνη μέρα, στις 23/12!

Γιάννης Η. Χάρης

buzz it!

14/1/17

Ω έλατο, ω έλατο, κι άγιε μου Βαλεντίνε!

(Εφημερίδα των συντακτών 14 Ιαν. 2017)

  
Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών Νοσοκόμων, με τον μεγαλύτερο αδερφό

«Σαν τρελή θα ’θελα να πάω στη Βαρκελώνη, είναι και όλα πληρωμένα, αλλά, μωρέ, πέφτει του αγίου Βαλεντίνου!» είπε μία στη φίλη της, και κόντεψα να πνιγώ στα δύο μέτρα νερό της πισίνας.

Την κρατάω κοντά δέκα χρόνια αυτή την ιστορία, αυτό το θέμα, πώς ενσωματώνεται ένα ξενόφερτο έθιμο, πώς σχηματίζεται εντέλει η παράδοση, κάτι που ιδίως αρχικά λοιδορείται και αμφισβητείται, όμως για τις επόμενες γενιές έχει χαθεί, ή πάντως είναι άδηλη η καταγωγή του, και αποτελεί κάτι δεδομένο, παραδεδομένο, τη δική τους δηλαδή παράδοση –και από ένα σημείο και έπειτα, ίσως και τη δική μας, όχι ακριβώς παράδοση, όμως πραγματικότητα.

Την κρατάω χρόνια, λέω, αυτή την ιστορία, ήρθε η ώρα της, όχι επειδή τάχα κοντοζυγώνει του αγίου Βαλεντίνου αλλά επειδή μόλις χτες, με τα Χριστούγεννα, ξανακούστηκε, κάποτε εμφατικά, η ένσταση πως το χριστουγεννιάτικο έλατο είναι ξενόφερτο έθιμο ενώ το πατροπαράδοτο «δικό μας» είναι το καραβάκι, γι’ αυτό και καλά έκανε ο δήμος και έστησε στο Σύνταγμα καραβάκι –«μπα, για να μην κακοκαρδίσει τους λαθρομετανάστες», ακούστηκαν και κάποιες ξενοφαγικές φωνές, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Κι ακούγεται όλο και πιο συχνά η «ένσταση» αυτή τα τελευταία χρόνια, διόλου τυχαία, ίσως, σε εποχή έξαρσης των εθνικισμών, συντονισμένη με την εθιμική μίρλα που της φταίνε οι στολισμένες με λαμπάκια μπαλκονόπορτες και βεράντες –που της φταίει η χαρά, θα πω εγώ, μπορεί κάποτε επιδεικτική, όμως χαρά· έστω η αναζήτηση της χαράς, λέω και σκέφτομαι την κουβέντα της φίλης μου της Βάσως, που πέρασε τις γιορτές κοντά στη μάνα της στους Μολάους: «τα πιο στολισμένα σπίτια ήταν των ξένων που ζουν εκεί, των μεταναστών».

Πίσω όμως στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, το έλατο, την πιο οικεία εικόνα μου από τα καλοκαίρια στο ορεινό χωριό του πατέρα μου, την πιο μαγική από το στολισμένο τα Χριστούγεννα, και ιδίως εκείνο, το μεγάλο, στη σχολή νοσοκόμων όπου δίδασκε η μάνα μου –στον παράδεισο, με τις μαθήτριες άλλωστε ντυμένες αγγέλους: γιατί στο χριστιανικό μας σπίτι εμείς δέντρο δεν στολίζαμε, όχι επειδή ήταν ξενόφερτο, αλλά επειδή ήταν τάχα ειδωλολατρικό.

Κι έτσι όπως βρέθηκα στα παιδικά μου χρόνια, να πω ότι τότε τα γενέθλια ήταν περίπου άγνωστα σαν γιορτή. Η μόνη γνωστή και «αποδεκτή» προσωπική γιορτή ήταν η ονομαστική. Λίγο λίγο τα μάθαμε όλοι τα γενέθλια και τα γιορτάζαμε, με τον καιρό συνήθισαν κι οι δικοί μου να τους γιορτάζουμε, κι ας μην το νιώθαν, μόνο η μάνα μου έκανε πάντα την κατάπληκτη: «Καλέ πού το θυμηθήκατε;» αναφωνούσε, όταν της χτυπούσαμε την πόρτα με μια τούρτα με αναμμένα κεράκια στα χέρια.

Ξεμάκρυνα όμως απ’ την αρχική μου ιστορία. Πάνε κοντά δέκα χρόνια, όπως είπα, και μια προπονήτρια στο κολυμβητήριο, γύρω στα τριάντα, λέει στη φίλη της πως μάλλον δεν θα πάει σε μια συνάντηση συγχρονισμένης κολύμβησης στη Βαρκελώνη, επειδή πέφτει του αγίου Βαλεντίνου! Έμεινα ενεός, γιατί δεν ήμασταν δα και τόσο μακριά από τη χλεύη και την κριτική που συνόδευε την εγκατάσταση του καθολικού συν τοις άλλοις αγίου στα μέρη μας, εκεί, δεκαετία του ’80 με δεκαετία του ’90. Δεν πά’ να κοροϊδεύαμε την ανούσια γιορτή, τον άγιο κυρίως ζαχαροπλαστών και ανθοπωλών, ο άγιος κέρδιζε έδαφος, τώρα χλεύαζε αυτός τις αντιδράσεις π.χ. της εκκλησίας ή τις αντιπροτάσεις να γιορτάζεται το ορθόδοξο ζεύγος Ακύλα και Πρισκίλλης, που θεωρούνται προστάτες των συζύγων, ή ο «Έλληνας άγιος της αγάπης», ο Υάκινθος. Και πια ο Βαλεντίνος αποτελεί παράδοση για τους νεότερους: έτσι τον βρήκαν, δεν είχαν να «επιλέξουν», όπως άλλοι πριν, ενώ εγώ, ίσως την ίδια εποχή που έμενα ενεός με την τριαντάχρονη προπονήτρια, έπιανα τον εαυτό μου να συγκινείται βλέποντας ένα εφηβάκι στη στάση του λεωφορείου, ανήμερα του αγίου Βαλεντίνου, να περιμένει την καλή του μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι.

Ώστε δεν την ορίζουμε εμείς κατά τα γούστα μας και με διατάγματα την παράδοση, μόνη της φτιάχνεται, με τον χρόνο, που είναι βεβαίως πάντα σχετικός, και οπωσδήποτε διαφορετικός, με τις διαφορετικές γενιές. Άντε να πείτε τώρα σε οποιονδήποτε Έλληνα, ιδίως της ηπειρωτικής Ελλάδας, οποιασδήποτε ηλικίας, πως το παραδοσιακότατο κλαρίνο δεν είναι παραδοσιακό, ελληνικό, παρά το φέραν ίσως στην Ελλάδα περιοδεύοντες Τούρκοι, άπαπα, μουσικοί, κατά την Τουρκοκρατία και διαδόθηκε κυρίως από στρατιωτικές, άπαπα και πάλι, μπάντες.

Όμως το κλαρίνο, ακούω τον αντίλογο, μετράει εδώ αιώνες, ενώ ο Βαλεντίνος είναι μόλις χτεσινός, και προχτεσινό το έλατό σου. Ναι, αλλά στο χτεσινό παιδί το έλατο και στο σημερινό ο Βαλεντίνος τούς παραδόθηκαν, αποτελούν δηλαδή τη δική τους παράδοση.

Όπως για τα αυριανά παιδιά, πιστεύω, όσο κι αν προσωπικά το βρίσκω κωμικό, παράδοση θα αποτελεί η ξενότροπη πρόταση γάμου που έχει αρχίσει να διαδίδεται, με το γνωστό στιλ, δαχτυλίδι, γονάτισμα κτλ.

Και το χειρότερο; Μπορεί και να μου αρέσει· και, μελό όπως είμαι, να συγκινούμαι πάλι.

buzz it!

8/1/17

Τα διαόλια οι καλικαντζάροι

(Εφημερίδα των συντακτών 6 Ιαν. 2017)


«Την άφησε κωφάλαλη και παράλυτη ο άγιος, διά να μετανοήσουν με το θαύμα οι αμαρτωλοί», ο τίτλος της είδησης, Κόρινθος 25.4.1955 τα στοιχεία, από το ημερολόγιο που κυκλοφόρησε με το πρωτοχρονιάτικο Βήμα: Σαν άλλοτε, σαν τώρα – Στοιχεία της δεκαετίας του 1950 από το Βήμα. Η είδηση:

Πάει ένας στον παπά και του λέει πως η 15χρονη κόρη του η Μαίρη είδε στον ύπνο της, 3 Απριλίου, τον άγιο Γεώργιο, ο οποίος της είπε να μιλήσει στους χριστιανούς, να μετανοήσουν. Σε λίγες μέρες, το ίδιο, οπότε και η Μαίρη το λέει στον πατέρα της κι εκείνος στον παπά. Μεγάλη Τρίτη, ξανά ο άγιος, τη φορά αυτή λέει στη Μαίρη να ανάψει τας κανδήλας του ναού. Την επομένη πάει η Μαίρη με τον πατέρα της στην εκκλησία του αγίου, προσεύχεται, ανάβει τα καντήλια, και καθώς βγαίνει μία αόρατος χειρ την τραβάει απ’ το παλτό. Ξανά ο πατέρας στον παπά. 20 Απριλίου η Μαίρη βλέπει τέταρτη φορά τον άγιο, που της λέει ότι ξέρει πως οι χριστιανοί δεν πιστεύουν στον Θεό, και για να πιστέψουν θα κάνει ένα θαύμα: «Θα σε αφήσω κωφάλαλη και παράλυτη την παραμονήν της εορτής μου, και την άλλη μέρα θα σε κάνω καλά». Όντως, την παραμονή, 8 το πρωί, μένει κωφάλαλη η Μαίρη και παραλύει και το δεξί της χέρι. Αλλά τη μέρα της γιορτής την ξαναβρίσκει τη φωνή της. Τέλος καλό, όλα καλά, τα ανωτέρω «κρατούν εις βαθυτάτην συγκίνησιν τους κατοίκους», ενώ για την εξακρίβωσή τους «θα διενεργηθή έρευνα υπό της Μητροπόλεως Κορινθίας».

– Άλλο θαύμα, σ’ ένα χωριό του Πύργου, σύμφωνα με λιγόλογη είδηση της ίδιας μέρας: Ένας χωρικός, «ενώ εκαλλιέργει τον αγρόν του δι’ ιπποκινήτου αρότρου, έπαθεν απολίθωσιν και παρέμεινεν ακίνητος ως στήλη άλατος, με τας χείρας τεταμένας προς τα εμπρός». Έτσι τον βρήκαν έπειτα από δύο ώρες οι συχωριανοί του, που ανησύχησαν όταν είδαν να γυρίζουν μόνα τους τ’ άλογα στο χωριό: θαύμα, είπαν, και «το γεγονός παραμένει μέχρι στιγμής ανεξήγητον», καταλήγει το ειδησάριο, που δεν μας λέει καν πότε και πώς επήλθε η ξεαπολίθωσις.

Το Βήμα τα φταίει· μέρες που αλωνίζουν τα διαόλια οι καλικαντζάροι γράφονται οι γραμμές αυτές, δεν θέλει και πολύ να τσιμπήσεις, το θέμα σ’ το υποβάλλει ο τίτλος κιόλας της είδησης, σκέφτεσαι πού αρχίζει και πού τελειώνει η θρησκοληψία, μήπως, λέω μήπως, και η θεομπαιξία –εξ αντικειμένου ή εξ υποκειμένου, λίγη σημασία έχει εντέλει.

– Μα είναι κι άλλη σύμπτωση: σ’ ένα τηλεοπτικό περιοδικό της βδομάδας που τρέχει, στην επετειακή στήλη «Πώς να ξεχάσω… πώς…», με χαρακτηριστικές στιγμές του 2016, διάβασα ένα εντυπωσιακό παραμιλητό του Πέτρου Γαϊτάνου στη νυχτερινή εκπομπή του Αρναούτογλου. Εντάξει, Γαϊτάνος, Αρναούτογλου, κλέβω εκκλησία, όμως τον φιλοχρυσαυγίτη Γαϊτάνο ξεπλένει ο καθωσπρέπει και υπεράνω Χατζηνικολάου, μοιράζοντας συνέχεια τα άγευστα ψαλτικά του –μαζί με τα εθνοπατριωτικά ιστορικά πονήματα του Σαράντου Καργάκου, βεβαίως.

Αναζητήστε το στο διαδίκτυο, ελάχιστα μπορώ να βάλω εδώ:

«Ακόμα και η τεκνογονία και ο γάμος είναι αμαρτωλές καταστάσεις. Νομίζουμε ότι ο γάμος είναι απάγκιο και προορισμός. Ο προορισμός μας δεν είναι ο γάμος, ούτε η τεκνογονία. Το μυστήριο του γάμου είναι μια συγκατάβαση Θεού. Είναι αμαρτία και αυτό. [...] Δεν χρειάζεται να υπάρχει ο ανθρώπινος πληθυσμός. Ο ανθρώπινος πληθυσμός υπάρχει, γιατί αυτή είναι η αμαρτία του. [...] Η ανθρωπότητα όπως υπάρχει τη στιγμή αυτή, που γεννιέται και πεθαίνει, είναι απόδειξη της ατέλειάς της, δεν είναι κάτι υγιές, είναι αρρωστημένο. [...] Εδώ σε αυτή τη ζωή το ότι πεθαίνουμε δείχνει την κατάντια μας. Ο θάνατος δεν ταιριάζει στον άνθρωπο, ούτε ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να πεθαίνει, τον έπλασε αθάνατο».

– Όμως ο θάνατος είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο, μου θύμισαν τα διαόλια οι καλικαντζάροι –μου θύμισαν πως τέτοια έλεγε ο Παΐσιος, τα ’χω γράψει και ξαναγράψει, τώρα όμως μου θύμισαν τον πολυδοκτοράτο άγιο Μεσογαίας, με τα Χάρβαρντ και τα ΜΙΤ του, τις αστροφυσικές και τις βιοϊατρικές τεχνολογίες του. Ο οποίος άγιος, σε διεθνές συνέδριο πρόπερσι στη Χάλκη, με θέμα τον άνθρωπο μπροστά στον θάνατο από καρκίνο, είπε αυτό ακριβώς, ότι ο θάνατος είναι δώρο Θεού, και όσο νεότερος πεθαίνει κανείς τόσο μεγαλύτερο το δώρο. Και γύρισε και τον ρώτησε ο Παντελής Μπουκάλας πώς τότε έγραψε πενήντα τόσα επιτάφια επιγράμματα ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός για τη μητέρα του τη Νόννα και ουκ ολίγα για τον αδερφό του τον Καισάριο, που πέθανε νέος, στα 38 του.

Όντως: «Τι σόι δικαιοσύνη είναι αυτή;» ποία δίκη; αναρωτιέται ο άγιος Γρηγόριος (επίγρ. 75), να δέχεται ο τάφος το παιδί πριν από τους γονείς του; «Ποιος νόμος, ποια δικαιοσύνη», επαναλαμβάνει αλλού (80), και «βλασφημεί» κιόλας: «Πώς το δέχτηκες αυτό, βασιλιά των θνητών;»

Διαφωνίες αγίων, διαολιές των καλικαντζάρων. Χρόνια πολλά και πάλι.

buzz it!

31/12/16

Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γελάσουμε, παιδιά!

(Εφημερίδα των συντακτών 30 Δεκ. 2016)


Πολλές πίκρες μάς έδωσε ο χρόνος που φεύγει, φοβάμαι πως δεν θα μας δώσει λιγότερες ο καινούριος, ας τον αποχαιρετήσουμε ωστόσο μ’ ένα γέλιο τον παλιό, να μας βρει να γελάμε ο καινούριος.

Το υλικό πλούσιο, μοιραία θα περιοριστούμε σε ελάχιστα από τα πιο πρόσφατα, σκόρπια κι αυτά. Κι ας προσπαθήσουμε κυρίως να μείνουμε όσο γίνεται στο κωμικό από το κωμικοτραγικό. Γιατί σκέτα κωμικό ουσιαστικά δεν υπάρχει.

* Δηλαδή, νά, είναι για να γελάς μέχρι δακρύων, όταν βλέπεις τον Καμμένο να σταυρώνει τους πιλότους των μαχητικών αεροπλάνων την ώρα που απογειώνονται για στρατιωτική επιχείρηση, ο Καμμένος Ελληνίδα μάνα που σταυρώνει τον κανακάρη της: «Και κοίτα να ντύνεσαι ζεστά!» Όμως, για να γελάσεις μόνο, πρέπει να ξεχάσεις πως είναι υπουργός, εταίρος σε κυβέρνηση αριστερής πάντως αφετηρίας κτλ. κτλ.

* Και δεν είναι σκέτα κωμική η υπέροχη ατάκα στο τουίτερ κάποιου «Τζονι Μνημονικ», που την κρατάω απ’ την υποδοχή του Ομπάμα: «Το ξέρει άραγε ο Ομπάμα ότι ίδια υποδοχή κάνουμε και σε ένα καντήλι κάθε Πάσχα;»

* Ή του ίδιου, ολόφρεσκο αυτό, για τον Άδωνη που κότσαρε φωτογραφία με το άγαλμα του Ρήγκαν στην Ουγγαρία, γράφοντας ότι «Όσο εμείς εδώ εκθειάζουμε τον Άρη Βελουχιώτη, στην υπόλοιπη Ευρώπη προοδεύουν με τα σωστά πρότυπα…» Και σχολιάζει ο Μνημονικ: «Ποιο άγαλμα του Ρήγκαν στην Ουγγαρία τώρα; Ο Άδωνης στο Άουσβιτς να πάει θα θαυμάσει τους γερμανικούς μεντεσέδες και την ορθογραφία στην πύλη».

* Κανονικό πορτρέτο Άδωνη φιλοτεχνεί στο φέισμπουκ ο Νίκος Σταματίνης: «“Σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου και αν πας”, ο Άδωνης θα ήταν χαρακτήρας από blooperάκι σε οντισιόν κάποιου talent show. Από αυτούς τους πρώτους, τους γελοίους που τους βάζουν απλά για τα και καλά αστεία σχόλια της επιτροπής. Θα έβγαινε πριν τον Σάκη Ρουβά του Πειραιά και μετά από αυτόν που τραγούδαγε το fear of the dark. Μετά θα χανόταν για πάντα. – Εδώ είναι αντιπρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης».

* Πάμε όμως σε κείμενα αξιώσεων στα μέρη τα δικά μας, της αριστεράς εννοώ, π.χ. στην εφημερίδα Εποχή, όπου στο χριστουγεννιάτικο φύλλο τιμάται η πρόσφατα χαμένη Μάρη Θεοδοσοπούλου: «Τέλος δεν άντεξε και γύρισε οίκαδε. Πέταξε στις καλένδες μια διεθνή καριέρα για χάρη της μικρής μας Ελλαδίτσας. Έγινε κριτικός λογοτεχνίας, από το πουθενά, σε μια εποχή τόσο χαλεπή! Ήταν άραγε νόστος ή ξαφνικά τρελάθηκε;» (όπου το τελευταίο που θα μέτραγε είναι το κοινότατο πλέον λάθος, ο «νόστος» με τη σημασία της νοσταλγίας).

* Και άλλο κείμενο, στο ίδιο αφιέρωμα, που αρχίζει: «Έφυγε από τη ζωή το καλοκαίρι που μας πέρασε. Αισθάνθηκα έωλη…» –και σταματάς να διαβάζεις.

* Έτσι είναι, όταν οι πνευματικοί και πολιτικοί πατέρες σε ταΐζουν λέξεις από λεξικό που το άνοιξαν στην τύχη, όμως δεν διάβασαν πλάι τη σημασία, σαν το «εναύλως» που είδαμε την περασμένη φορά από τον άγιο Πειραιώς, και το σημερινό ζουράρειο «άμυδις»:

* Εδώ όμως θα γελάσω γέλιο τρανό, όχι τόσο με το «άμυδις», τους «άμυδις γλωσσοκοπανατζήδες», που γράφει ο Υφυπουργός δίχως νόημα κανένα, σε επίκληση μάλιστα προς τον Σολωμό, σε κείμενο (εδώ, 19/2) που το τιτλοφορεί με το σολωμικό: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», και μ’ αυτό επίσης κλείνει, σαν να μην ξέρει πώς την εννοούσε τη γλώσσα ο ποιητής (χώρια την άποψη που είχε ειδικότερα για πνεύματα και τόνους) και πώς τους περιποιήθηκε τους Ζουράριδες στο πρόσωπο του Σοφολογιότατου στον Διάλογό του.[1]

Όχι, δεν θα γελάσω, λέω, μ’ αυτό, αλλά με το τάχαμου πολυτονικό κείμενο του Υφυπουργού, πιθανότατα προϊόν αυτόματου πολυτονιστή[2] –το οποίο δεν κάθισε να διαβάσει έπειτα μισή φορά: πάνω από είκοσι ορθογραφικά-τονικά λάθη κοσμούν ένα κείμενο με λιγότερες από 500 λέξεις: πρώτα πρώτα, ο πολυτονιστής του Υφυπουργού έχει μόνο τον μισό κανόνα για τη βαρεία, ότι μπαίνει στη λήγουσα· τον άλλο μισό, πως μετατρέπεται σε οξεία, όταν ακολουθεί στίξη (κόμμα, τελεία…) ή εγκλιτικό («τα νησιά μας»), δεν τον έχει, κι έτσι, σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι λάθος. Έπειτα είναι το «εγώ» με περισπωμένη, δύο φορές, προφανώς επειδή ο πολυτονιστής το πέρασε για ρήμα· το «εξήντα», τη μία με δασεία και οξεία, την άλλη με ψιλή και περισπωμένη· «της ξενιτείας», τη μία με βαρεία, λάθος, την άλλη με περισπωμένη, λάθος· «του υπουργείου» με περισπωμένη· «ίνα τι» με ψιλή, «Τούρκοι» με οξεία, «ιστοσελίδα» με ψιλή κ.ά. Εν πάση περιπτώσει, από πολυτονιστή ή –ακόμα χειρότερα– από το ίδιο του το χέρι, η παντελής άγνοια του πολυτονικού επιβεβαιώνεται με τον πανηγυρικότερο τρόπο.

Για γέλια λοιπόν. Που είναι συχνά λυτρωτικά.

Καλή, καλύτερη χρονιά να ’χουμε. Δύναμη να γελάμε.


[1] Σχετικά βλ. επιστολή του Μιχαήλ Πασχάλη, «Ο Διονύσιος Σολωμός και ένας υφυπουργός», Καθημερινή 29.12.16. 
[2] Όπως εικάζει και ο Ν. Σαραντάκος, στο ιστολόγιό του, 24.12.16.

buzz it!

24/12/16

Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω

(Εφημερίδα των συντακτών 23 Δεκ. 2016)



Όσο να βγει η φουρνιά με τους 100.000 Έλληνες που θα γράφουν και θα μιλούν αρχαία ελληνικά, όσο να δώσουν δηλαδή καρπούς τα μεγαλόπνευστα εκπαιδευτικά σχέδια του Ζουράρι, ας εγκύψουμε στον ανθηρό Έλληνα λόγο συγκαιρινών μας.

Ούτε λέξη δεν μου κάνει καρδιά να κόψω· ιδού:

«᾿Αγαπητοί Πατέρες καί ᾿Αδελφοί,

»Ἐναύλως κατά τάς δυσχειμέρους ἡμέρας ταύτας καθ’ ἅς ἐπερίσσευσεν ἡ ἀνοησία καί τό ἔγκλημα τοῦ λεγομένου “λευκοῦ κολάρου” ἐν τῇ Ἁγιωτάτῃ ἡμῶν ᾿Αποστολικῇ καί Ὀρθοδόξῳ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἀκούεται ὁ Παύλειος λόγος: “τίς ἀσθενεῖ, καί οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται καί οὐκ ἐγώ πυροῦμαι; ( Β΄ Κορ. 11:29) καί ὑποχρεοῖ τούς διακόνους τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος εἰς συσταύρωσιν μετά τοῦ δοκιμαζομένου καί βαρυαλγοῦντος λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

»Ὅθεν πληροφοροῦμεν πάντας ὑμᾶς περιπόθητοι ἀδελφοί, ὅτι κατά τήν ἑόρτιον μνήμην τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ, ἐπισκόπου Φαναρίου καί Νεοχωρίου τοῦ σούβλῃ διαπερασθέντος ὑπό τῶν ὁμοπίστων τῶν σημερινῶν Ἰσλαμιστῶν, τήν 4ην μηνός Δεκεμβρίου ἐ.ἔ., καθ’ ἥν ἑορτάζομεν τά ἡμέτερα ὀνομαστήρια, συμμετέχοντες εἰς τήν δοκιμασίαν τοῦ χειμαζομένου ὑπό τοῦ ἀναισχύντου καί ἀναλγήτου συστήματος τῶν διεθνῶν ἀγορῶν, ἐγνωσμένων διά τήν πεισιθάνατον ἐγκληματικήν των δρᾶσιν ἐχουσῶν ὄνομα φθορᾶς καίτοι ὁρισμένοι ἐκ τοῦ καταρρέοντος πολιτικοῦ συστήματος πειρῶνται νά συγκαλύψουν τήν πραγματικότητα ὅταν οἱ πάντες γνωρίζουν π.χ. ὅτι καί οἱ τρεῖς παγκόσμιες ἑταιρεῖες ἀξιολογήσεως τῆς χρηματοπιστοληπτικῆς ἱκανότητος τῶν κρατῶν Standards and Poors, Moody’s καί Fitch ἀνήκουν εἰς ἕν ἐπίλεκτον μέλος τοῦ γνωστοῦ σιωνιστικοῦ λόμπυ, τόν Βαρῶνο Ρότσιλντ, δέν θά ἑορτάσωμεν ἐπισήμως, δέν θά δεχθῶμεν ἑορτίους εὐχάς, οὔτε θά παραθέσωμεν ἑόρτιον τράπεζαν, προσφέροντες ταπεινῶς τήν ἀναίμακτον θυσίαν ὑπέρ εὐσταθείας τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Γένους καί τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καί τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τῆς καθ’ἡμᾶς θεοσώστου Ἱ. Μητροπόλεως καί συμπάσης τῆς οἰκουμένης.

»Ὅθεν παρακαλοῦμεν ὅπως ἐν ταῖς ὑμετέραις θεοπειθέσι προσευχαῖς μνημονεύητε τῆς ἡμετέρας ταπεινότητος».

Υπογράφει ο Πειραιώς Σεραφείμ, ούτε κόμμα δεν πείραξα, κυρίως δεν πρόσθεσα, κι έτσι δεν θα μάθουμε, αρχή αρχή, (α) αν περίσσεψε η ανοησία και το έγκλημα του «λευκού κολάρου» μέσα στην εκκλησία, ή (β) αν στην εκκλησία ακούγεται ο Παύλειος λόγος… Ας επιλέξει ο καθείς την εκδοχή του, κι ας συμπληρώσει, επί τη ευκαιρία, την ευκόλως εννοούμενη λέξη «λαού» που δεν συμπληρώνει τη γενική «του χειμαζομένου…» στην τρίτη παράγραφο, έπειτα από ένα ανυπέρβλητο υπερβατό με 65 λέξεις (έβαλα εγώ με πλάγια, για να βοηθηθεί ο αναγνώστης), το οποίο αποδίδει τα δεινά του «βαρυαλγούντος λαού» στη δράση ούτε λίγο ούτε πολύ του σιωνιστικού λόμπι.

Σοβαρά μάλλον τα λάθη, σκέφτεται τώρα κανείς, σ’ ένα κείμενο που με την πρώτη του κιόλας λέξη, το «εναύλως», τα λεξικά αυτοκτονούν, όμως δεν θα ’πρεπε να επισκιάσουν την υψηλόφρονα χειρονομία του αγίου Πειραιώς να μη δεχτεί ευχές κατά την εορτή τού σούβλη διαπερασθέντος οσιομάρτυρος Σεραφείμ, του σουβλισθέντος δηλαδή, και προσοχή: από ποιους; τους ομοπίστους των σημερινών ισλαμιστών –έτσι, για να μη μας διαφύγει το άλλο κορυφαίο μήνυμα.

Το μνημειώδες αυτό κείμενο κυκλοφόρησε τώρα τελευταία στο διαδίκτυο, το οποίο μας χαρίζει σπάνιες στιγμές ευφορίας, έστω καθυστερημένα, γιατί η εγκύκλιος είναι του 2011: αρχή δηλαδή της κρίσης, με τας δυσχειμέρους ημέρας, μες στην ανοησία και το έγκλημα, της εκκλησίας ή όχι, με τον λαό στο έλεος των σιωνιστών και των ισλαμιστών.

Το 2012, πάντα η κρίση με τας δυσχειμέρους ημέρας, πάλι δεν εορτάζει ο άγιος Πειραιώς τη μέρα του σούβλη διαπερασθέντος Σεραφείμ. Με δύο μόνο αλλαγές, το ίδιο κι απαράλλαχτο κείμενο, ακόμα και με τις ίδιες «τυπογραφικές» αβλεψίες, αποστέλλεται στις ενορίες της μητρόπολής του. Οι δύο αλλαγές: (α) το έγκλημα του λευκού κολάρου έγινε γενικώς «εγκλήματα», πάντα άγνωστο αν της εκκλησίας ή όχι, ενώ (β) παραλείφθηκαν οι 65 λέξεις για τη σιωνιστική δράση και αποκαταστάθηκε το νόημα: «του χειμαζομένου λαού».

Το 2013, ακόμα οι δυσχείμερες ημέρες, η ανοησία και τα εγκλήματα κτλ., το ίδιο κείμενο του 2012, με τις ίδιες πάντα αβλεψίες: ο άγιος Πειραιώς πάλι δεν εορτάζει.

Από κει και πέρα, χάνονται τα ίχνη: 2014 και 2015, και ενώ, κατά την κοινή εκτίμηση, συνεχίζονται οι δυσχείμερες, άγνωστο αν εόρτασε ο άγιος Πειραιώς τη μέρα του σούβλη διαπερασθέντος.

Όμως εφέτος, όπου θα τέλειωσε, φαίνεται, η κρίση, θα πέρασαν οι δυσχείμερες και θα ήρθαν πιο φωτεινές ημέρες, τη γιόρτασε ο άγιος Πειραιώς τη μέρα τού σούβλη: με πολυαρχιερατικό συλλείτουργο (με οχτώ αρχιερείς, παρακαλώ· όπου πώς θα το ’λεγε η θεούσα ΕΡΤ μας, που μιλούσε για «τρισαρχιερατικό»; οκταρχιερατικό; οκτακισαρχιερατικό;), με πρώτο και καλύτερο τον Νέας Ιωνίας, τον νεαρότατο και προοδευτικό μητροπολίτη, μαθητή του Ιερώνυμου –καμία έκπληξη πια, έπειτα από το γενναίο ξέπλυμα που του έκανε τελευταία του Σεραφείμ ο μακαριώτατος, μιλώντας με τα δικά του λόγια!

Ώστε δεν είναι όλα μόνο για γέλια.

buzz it!

18/12/16

Η σκληρή βροχή που έχει αρχίσει να πέφτει

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Δεκ. 2016)



«Αν πάλι δεν το πήρε ο Κούντερα το Νόμπελ, όποιος και να το πήρε…»: υποκειμενισμός εξομολογημένος…, που ευτυχώς δεν απέχει καθόλου από στοιχειωδώς αντικειμενικά μέτρα· εννοώ πως είναι γενικότερη πεποίθηση ότι του οφειλόταν ένα Νόμπελ του Κούντερα, επί χρόνια φερόταν ανάμεσα στους επικρατέστερους, και πλέον κοσμεί, σε όλες τις πηγές, τον μακρύ κατάλογο των μεγάλων που δεν τους ανοίχτηκαν οι θύρες της Σουηδικής Ακαδημίας: Τολστόι, Μαγιακόφσκι, Τσέχοφ, Τζόυς, Κάφκα, Προυστ, Βιρτζίνια Γουλφ, Μπόρχες και πλήθος άλλοι, την ώρα που τιμήθηκαν ακόμα και μη λογοτέχνες, όπως ο Μόμσεν και ο Τσόρτσιλ.

Φέτος, στην αλυσίδα των παραλείψεων ή των απλώς άστοχων ή των άτοπων επιλογών προστέθηκε η αμφιλεγόμενη επιλογή του Μπομπ Ντύλαν.

Τώρα δηλαδή το αντίπαλο στον Κούντερά σου όνομα είναι, γιά φαντάσου, ο Μπομπ Ντύλαν σου, η μισή σου ζωή, σίγουρα η εφηβεία σου, τα πρώτα σου ακούσματα, τα πρώτα σου μαθήματα. Πώς να μην πανηγυρίσεις, να μη συγκινηθείς, να ξεχάσεις τις εμμονές σου, και κυρίως, τώρα, να ξεχάσεις άλλες απόψεις, για τις οποίες έχεις σκεφτεί, ξανασκεφτεί, γράψει και ξαναγράψει, από εποχή Χατζιδάκι κιόλας, απέναντι στο δόγμα που άνθησε ιδίως τότε, ότι η μουσική είναι, λέει, μία: όμως μπορεί να είναι όλα τα είδη μουσική, επιμένεις, αλλά η μουσική δεν είναι μία, όπως δεν είναι ένας ο έρωτας κ.ο.κ., και έτσι και τώρα, μπορεί να είναι οι στίχοι του Ντύλαν απείρως σπουδαιότεροι και επιδραστικοί, κατά τον εύγλωττο νεολογισμό, από την ποίηση πλήθους μεγαλόσχημων ποιητών, όμως δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε λογοτεχνία –και προπάντων δεν χρειάζεται να είναι, για να αναγνωριστεί η μεγαλοσύνη τους.

Αλλά δεν έχουν σημασία αυτά, χλομιάζουν και υποχωρούν μπροστά στο αναντίλεκτο μέγεθος του Ντύλαν. Που έμεινε κι αυτός εμβρόντητος με το άγγελμα της βράβευσής του και εξαφανίστηκε από προσώπου της γης. «Απάνω τους, Ντύλαν», ακούστηκαν πολεμόχαρες κραυγές, «σβήσ’ τους με τη σιωπή σου», παρότρυναν όσοι αναθέτουν πάγια στους άλλους τη μάχη με το κατεστημένο ενώ οι ίδιοι κυνηγάνε λυσσωδώς βραβεία και βραβειάκια, όμως ο Ντύλαν τελικά τους απογοήτευσε, κάποια στιγμή εμφανίστηκε, το αποδέχτηκε το βραβείο, απλώς και συγκινητικά ανθρώπινος. Μόνο δεν πήγε να το παραλάβει: έστειλε τον ευχαριστήριο λόγο του, έστειλε προπάντων την Πάττι Σμιθ, άλλη μορφή μεγάλη των ονείρων μας, εμπνευσμένη μουσικό, ποιήτρια και πάντα πολιτικοποιημένη, να ερμηνεύσει ένα από τα πρώτα και τα πιο πολιτικά τραγούδια του, το «It’s a hard rain’s a-gonna fall»: ψηλόλιγνη φιγούρα, με αφτιασίδωτα τα σημάδια του χρόνου στα 70 της και με τα μακριά άσπρα μαλλιά της, δωρικά λιτή και ιερατικά αυστηρή ανάμεσα σε βασιλικά διαδήματα, τουαλέτες και σμόκιν, μόνη θαρρείς με το μήνυμά της, βυθισμένη στον εσχατολογικό χαρακτήρα των (57 τον αριθμό!) στίχων, που κάποια στιγμή τους μπέρδεψε, σταμάτησε, ζήτησε και ξαναζήτησε συγνώμη, μ’ ένα δειλό χαμόγελο αμηχανίας, συγκινητικά ευάλωτη η κάποτε ιέρεια του σκληρού στίχου και του ηλεκτρικού ήχου, προσθέτοντας τώρα έναν σπαραχτικό τόνο στην έτσι κι αλλιώς απαράμιλλη ερμηνεία της.

Το «It’s a hard rain…» ακολουθεί το πρότυπο μιας παλιάς μπαλάντας, της μπαλάντας του Λόρδου Ράνταλ, με τις ερωταποκρίσεις μάνας και γιου, του γιου που επιστρέφει κατάκοπος στο σπίτι, φαρμακωμένος, όπως αποκαλύπτεται στη ροή της στιχομυθίας, από την ερωμένη του. Στο τραγούδι του Ντύλαν, όπου δηλητηριασμένος είναι ο άνθρωπος, η ανθρωπότητα, από οικεία δεινά, μπορεί να ρωτάει ο ίδιος ο βάρδος, «ως φωνή του συλλογικού υποκειμένου και της συλλογικής συνείδησης, ή ακόμη και η μάνα της αρχαίας μπαλάντας, μεταμορφωμένη, με τον φόβο του πυρηνικού ολέθρου, σε μητέρα γη», έλεγε σε μια εκπομπή του στο Τρίτο ο Διονύσης Καψάλης, επισημαίνοντας «τον βαθύ και αδιάκοπο εσχατολογικό και αποκαλυπτικό τόνο που διαπερνά και συνδέει όλες τις σκληρές εικόνες που πλέκει ο Ντύλαν πάνω στον καμβά της παλιάς μπαλάντας» –εικόνες ζόφου λίγο πριν από τη «σκληρή, σκληρή, σκληρή βροχή που θα πέσει».

Γιατί το τραγούδι, όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο του δίσκου (The Freewheelin’ Bob Dylan), αντλεί την έμπνευσή του από την κρίση των πυραύλων της Κούβας, το 1962, όταν Κέννεντι και Χρουστσόφ έπαιζαν με τις τύχες της ανθρωπότητας. Αργότερα ο ίδιος ο Ντύλαν ανασκευάζει τα λόγια του, θέλοντας προφανώς να διευρύνει τους πολιτικούς ορίζοντες του τραγουδιού του: «Όχι, δεν είναι ατομική βροχή, είναι απλώς μια σκληρή βροχή. [...] Εννοώ κάποιο είδος τέλους που θα επέλθει… Στην τελευταία στροφή, όταν λέω: “σβόλοι δηλητήριο πλημμυρίζουν τα νερά τους”, εννοώ όλα τα ψέματα που λένε στον κόσμο ραδιόφωνα και εφημερίδες».

Ναι, εφιαλτικά επίκαιρο το 54 χρόνων τραγούδι. Που, επαναδραματοποιημένο από τη σπαραχτική ερμηνεία της Πάττι Σμιθ, μας έκανε να συγκινηθούμε, να δακρύσουμε, να κλάψουμε –βαθιά.

Ίσως γιατί πέφτει καιρό τώρα η σκληρή, σκληρή, σκληρή βροχή.


ΥΓ. Από ένα υπέροχο κείμενο της Πάττι Σμιθ (New Yorker 14.12.16) μαθαίνουμε ότι, πριν ακόμα ανακοινωθούν τα ονόματα των βραβευμένων, η Σουηδική Ακαδημία την είχε καλέσει να εμφανιστεί να πει ένα τραγούδι στην τελετή απονομής. Πήγε στη Σουηδία, ετοίμασε ένα δικό της τραγούδι, αλλά, όταν ανακοινώθηκε το όνομα του Ντύλαν, διάλεξε να πει το «Its a hard rain…», το πιο αγαπημένο της τραγούδι του Ντύλαν, από τα εφηβικά της χρόνια.  

buzz it!

10/12/16

Τσίρκο υποκρισίας –ή προλήψεων και δεισιδαιμονίας;

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Δεκ. 2016)


Αιγύπτιες μοιρολογίστρες, σε τάφο στη Θηβαϊκή νεκρόπολη


Πέθανε ο Κάστρο τούτες τις μέρες· θρήνος στην Αβάνα, ξέφρενα πανηγύρια χαράς στο Μαϊάμι, από τους αυτοεξόριστους Κουβανούς. Απολύτως φυσική η μία αντίδραση, απολύτως φυσική και η άλλη –όσο βεβαίως και η αμηχανία, μπροστά σ’ έναν χαρισματικό ηγέτη, που ωστόσο η πολιτεία του από ένα σημείο και πέρα προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις.

Ανάλογες αντιδράσεις υπήρξαν, ώς ένα βαθμό, και στη χώρα μας, ανάλογα χρωματίστηκε ο δημόσιος λόγος, φερειπείν στα μίντια, και ιδίως τα κοινωνικά, όπου αποτυπώθηκαν όλες οι τάσεις, εκτός από μία, παλιά μας γνώριμη μάλιστα: αναφέρομαι στη χριστιανίζουσα και ηθικολογική, που εν προκειμένω θα επιτιμούσε σκανδαλισμένη τους πανηγυριστές, γιατί δεν στάθηκαν σιωπηλοί μπροστά σ’ έναν νεκρό, ακόμα και εχθρό τους.

Μπορεί να φταίει η απόσταση, σκέφτηκα, η απόσταση με την έννοια της έλλειψης αμεσότητας: πού ο Κάστρο δηλαδή, πέρα στην Κούβα, πού ο τελείως διπλανός μας, της προσωπικής μας ιστορίας, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος λόγου χάρη, διόλου αμφιλεγόμενος αυτός, κι ωστόσο, όταν πέθανε, βοή μεγάλη σηκωνότανε να πνίξει όποια μεμονωμένη φωνή αποτολμούσε να εκφράσει αισθήματα χαράς για τον θάνατό του: γιατί αναφέρομαι αποκλειστικά στον αναμεταξύ μας σκανδαλισμό, τον σκανδαλισμό ανθρώπων με αναντίλεκτα αντιδικτατορικό φρόνημα.

Αυτή την υποκριτική εντέλει στάση σκεφτόμουν τελευταία με την περιπέτεια της υγείας του υιού Πλεύρη, μια στάση που κυρίως επιζητεί να καμουφλάρει τον τρόμο του θανάτου, να ξορκίσει τον ίδιο τον θάνατο, και ντύνεται γι’ αυτό με κάτι σαν ανωτερότητα, ηθικό μεγαλείο, μια χριστιανικού τύπου συγνώμη απέναντι στον αντίπαλο κι εχθρό. Άκουγα επί ώρα την παραγωγό μιας ραδιοφωνικής εκπομπής να μένει εμβρόντητη και να αγανακτεί που κάποιοι, φαίνεται, χαίρονταν με την προοπτική θανάτου του πρώην βουλευτή· και αναρωτήθηκα τι είναι πιο ακραίο και από μιαν άποψη αφύσικο, να ευχηθεί κάποιος τον θάνατο ενός άλλου ή να εξεγείρεται κάποιος άλλος γι’ αυτό, ακόμα και όταν η «ευχή» αφορά αναγνωρισμένα κοινό εχθρό, εν προκειμένω έναν σκληροπυρηνικό ακροδεξιό, που μεταξύ άλλων έχει προτείνει απερίφραστα κουμπούρι για την αντιμετώπιση των μεταναστών. «Αν είναι ποτέ δυνατόν, χάθηκε πια τόσο η ανθρωπιά μας» έλεγε και ξανάλεγε η παραγωγός, «πώς νοείται να μιλάει κανείς έτσι για νέο άνθρωπο και πρώην βουλευτή [;]» –όπου η «ιδιότητα» του νέου ανθρώπου μαρτυρεί ακριβώς, κατά τη γνώμη μου, τον δεισιδαίμονα τρόμο του θανάτου.

Και αν δηλαδή δεν ήταν νέος, όπως ο υιός Πλεύρης, αλλά ηλικιωμένος, όπως λόγου χάρη ο πατήρ; που τον θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια, σε τηλεοπτικό κανάλι («κανονικό», όχι παρακάναλο), με αφορμή την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, να λέει, και το μάτι του να γυαλίζει, πως θα μας ξαναδέσουνε μια μέρα, αλλά αυτήν τη φορά θα μας δέσουν σωστά; Μπα, πάλι θα επαναστατούσε η παραγωγός, λόγω εν γένει ανθρωπισμού, υποθέτω, και ανώτερου πολιτισμού. Αλλά, με δοκίμασε σκληρά ο πειρασμός: θα αντιδρούσε το ίδιο, ακόμα κι αν ήταν να πεθάνει η γυναίκα που της έκλεψε τον άντρα; Σεξιστικό ακούγεται ίσως αυτό, και ευχαρίστως να μαστιγωθώ, αλλά δεν το αποσύρω, για να απεμπλακούμε προς στιγμήν από δημόσια και πολιτικά πρόσωπα, και να αναρωτηθούμε, πόσο παράλογο αλήθεια είναι να έχει κανείς ανθρώπινα αισθήματα, που σημαίνει δηλαδή όχι μόνο να αγαπάει αλλήλους και να στρέφει και την άλλη παρειά και τα λοιπά, αλλά και να εναντιώνεται, να αποστρέφεται, έως να μισεί. Και τότε και να πολεμάει όσο μπορεί τον αντίπαλο, τον εχθρό, προστατεύοντας καταρχήν τον εαυτό του και τους δικούς του.

Αλλιώς, σε τι κοινωνία αγγέλων καμωνόμαστε πως ζούμε, πάνω από αδυναμίες και  πάθη· και, για να γυρίσω στην πολιτική, πάνω από απόψεις και ιδέες, όπως φοβούμαι πως συμβαίνει εδώ, πάνω ή μάλλον έξω από αγώνες κοινωνικούς και πολιτικούς, με τα πάθη τους, πάλι εννοείται.

«Σκατά στον λάκκο του Ντερτιλή» διαβάζει κανείς ακόμα σ’ έναν τοίχο του Α΄ Νεκροταφείου, από μια κατάρα γνωστή στη λαϊκή παράδοση, κοντά τέσσερα χρόνια απ’ τον θάνατο του πραξικοπηματία και εν ψυχρώ δολοφόνου στο Πολυτεχνείο. Και θυμάμαι ότι, αντίθετα από τον Παπαδόπουλο, με τον Ντερτιλή, όπως και με τον Ιωαννίδη, δεν ακούστηκαν σκανδαλισμένες φωνές που να εγκαλούν όσους χάρηκαν με τον θάνατό τους.

Οπότε, τι; Υπάρχει βαθμολογική κλίμακα σκληρότητας ή ηλικίας, που ανάλογα επιτρέπει ή όχι ανθρώπινα, λυτρωτικά αισθήματα για τον θάνατο ή σκέτα το κακό του εχθρού; Οπότε, νεαρός και νόστιμος ο υιός Πλεύρης, κρίμα το παλικάρι. Άρα θα πούμε κρίμα και για το σεξ σύμπολ, λέει, Κασιδιάρη; Αλλά για τον Λαγό, τον Γερμενή; Ή, πάμε αλλού, για τον Πειραιώς, για τον Αμβρόσιο; Και συνεχίστε τον κατάλογο όσο θέλετε. Ή όπως θέλετε, και αντίστροφα δηλαδή, μπαίνοντας τώρα στη θέση των δικών μας εχθρών απέναντι στον θάνατο τον δικό μας κ.ο.κ. Αλήθεια θα βαρυπενθήσουνε εκείνοι; θα μαυροντυθούμε εμείς;

Με τα μαύρα ξέφτια των ιδεών μας, φοβούμαι, που τα βαφτίζουμε ανώτερο πολιτισμό και ηθική –ενώ είναι, θα τολμήσω να πω, βαθιά μη ηθική.

buzz it!