30/7/13

Τιτίκα Δημητρούλια, Εμείς και οι "ξένοι"

(Καθημερινή 28 Ιουλίου 2013)


Γιάννης Η. Χάρης, Στοιχήματα 
Εθνικισμός - Ρατσισμός - Μετανάστευση

Εξαίρετος και βραβευμένος μεταφραστής, λεπτολόγος επιμελητής όπως αποδεικνύει και η ανά χείρας έκδοση, δεινός χειριστής της νέας ελληνικής και καυστικός σχολιαστής των λαθών και των παθών της (για να θυμηθούμε τον τίτλο των βιβλίων του στις εκδόσεις Πόλις), σταθερά παρών στη δημόσια σφαίρα και στο λογοτεχνικό πεδίο ως διανοούμενος και δημιουργός, ο Γιάννης Χάρης δημοσιεύει σήμερα τον πρώτο από τους τέσσερις τόμους των νεότερων κειμένων του, με τον γενικό τίτλο «Στοιχήματα». Συγκεντρώνει κείμενά του δημοσιευμένα την τελευταία ως επί το πλείστον πενταετία, την πενταετία κατά την οποία η ελληνική κοινωνία παρακολούθησε την αύξηση και τη διαφοροποίηση των μεταναστευτικών ροών να δημιουργεί ή, καλύτερα, να ξυπνά όπως σωστά επισημαίνει ο Χάρης, ρατσιστικά αντανακλαστικά εξαιρετικά επικίνδυνα για το ίδιο το μέλλον της ––ένα μέλλον που διαγράφεται μελανό με δεδομένο το φίδι του φασισμού που ήταν επικίνδυνο μεν αλλά μικρούτσικο όταν το 2009 το περιέγραφε ο Χάρης, αλλά στο μεταξύ γιγαντώθηκε και απειλεί να καταπιεί αμάσητους όχι μόνο τους ξένους και όσους Έλληνες δεν ταιριάζουν στην αρρωστημένη, προκρούστεια κλίνη του αλλά, εάν και εφόσον το ανεχθεί, και ολόκληρη τη χώρα.

Θεωρώ την επιλογή του Γιάννη Χάρη να προτάξει, στον πρώτο αυτόν τόμο, τα κείμενα για τη μετανάστευση, τον ρατσισμό και τον εθνικισμό που συνήθως τον συνεπικουρεί και τον στηρίζει, μια επιλογή βαθιά πολιτική. Δεν μπορούμε να μιλάμε για γλώσσα, για λογοτεχνία, για μετάφραση, για βιβλία, για εκδόσεις, για ιδέες, χωρίς να έχουμε μια ακριβή εικόνα του κόσμου που μας περιβάλλει αλλά και του ίδιου του εαυτού μας κυρίως ––ειδικά σε μια στιγμή που αυτή η εικόνα συστηματικά και εμπρόθετα αμαυρώνεται διεθνώς. Αυτή την εικόνα συνθέτουν, ψηφίδα την ψηφίδα, τα σύντομα αυτά κείμενα, αναστοχαστικά, καυστικά, πνευματώδη, πολεμικά και συμπονετικά, βαθιά ανθρωπιστικά αλλά και απολαυστικά για τον αναγνώστη, παρά τη σκοτεινιά που περιγράφουν, αρχής γενομένης από τα πρώτα ήδη κείμενα που μιλούν για τη ρατσιστική αντιμετώπιση τον προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, με τα οποία ο Χάρης ξεκινά τον καλό αγώνα κατά των στερεοτύπων στη συγκρότηση της συνείδησης και της ταυτότητας του σύγχρονου Έλληνα και υπέρ της μνήμης που δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι επιλεκτική (κι αυτό ισχύει για όλες ανεξαιρέτως τις πλευρές). Έτσι, ο τόμος ξεκινά με τα μαρτύρια που πέρασαν οι ομοεθνείς μας, ωστόσο, Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου, όταν η κακή τους μοίρα και οι ελληνικοί πολιτικοί χειρισμοί τούς έφεραν στα χωριά και τις πόλεις μας πριν από εκατό χρόνια: την περιφρόνηση, την αναλγησία, την ταπείνωση, τον φαρισαϊσμό, τη διαπόμπευση, την εκμετάλλευση, τη δίωξη τέλος - τέλος, επειδή ακριβώς ήταν οι «ξένοι», οι διαφορετικοί, οι επικίνδυνοι, οι «άλλοι»... Για να περάσει στον ρατσισμό που οι Έλληνες γνώρισαν στο πετσί τους, πηγαίνοντας στις αρχές του αιώνα στην Αμερική: «Οι Έλληνες είναι τα κατακάθια της Ευρώπης, με φαύλο και ανήθικο χαρακτήρα, ακατάλληλοι για να είναι πολίτες της χώρας αυτής.» (σ. 30). Ως επικίνδυνοι άλλοι, αδέλφια των σημερινών Πακιστανών και Μπανγκλαντεσιανών.

Καθώς λοιπόν η σύσταση των μεταναστευτικών ρευμάτων αλλάζει και όλο και περισσότεροι ξένοι προέρχονται πια από τη μακρινή μας Ανατολή, οι Έλληνες θέλουν να ξεχνούν την Ιστορία, αλλά και αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον καιρό, τα πολυσύνθετα προβλήματα που η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης και της κοινωνικής δομής φέρνει στο προσκήνιο, από τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας σε συνδυασμό με τον σεβασμό του ανθρώπου ως προσώπου, με θέματα αιχμής, λόγου χάρη, τη μαντίλα και την μπούρκα, ως την αντιμετώπιση της γκετοποίησης, της αυτοδικίας, των θεσμικών και μη πογκρόμ. Μια άσκηση ύφους και ήθους.

buzz it!

27/7/13

Ασκήσεις μνήμης, 37 (Απλώς αστοιχείωτος; - Ο Δένδιας των Βαΐων)


απντέιτ για τα έργα του Δένδια, στο τέλος

(Εφημερίδα των συντακτών 27 Ιουλίου 2013)


Απλώς αστοιχείωτος;


(Ο Χριστόφορος Μαρίνος, από τους αναρχικούς 
που έκαναν απεργία πείνας, 
χωρίς να ενημερώσουν τον κ. Πρετεντέρη)












Με τίτλο «Μονά-ζυγά!...» (Βήμα 21/7) ο Γιάννης Πρετεντέρης έγραψε:

«Ένας αναρχικός κάνει απεργία πείνας επειδή θεωρεί [sic· δηλαδή ο κ. Πρετεντέρης δεν θεωρεί;] ότι στο πρόσωπό του παραβιάζεται η κείμενη νομοθεσία.

»Ώς τώρα γνώριζα ότι οι αναρχικοί είναι εναντίον του νόμου, της τάξης, του κράτους, του Συντάγματος κτλ., τα οποία και προτίθενται να καταργήσουν διά της βίας [σαν πόσα sic εδώ;].

»Αν δεν απατώμαι, λοιπόν, μάλλον έχουμε την πρώτη παγκοσμίως περίπτωση αναρχικού ο οποίος δραστηριοποιείται υπέρ της εφαρμογής του νόμου...»

Φευ, απατάστε, κύριε Πρετεντέρη· διότι να μας εξαπατάτε, δεν το πιστεύω! (Μία φορά μας εξαπατήσατε, κι αυτή για το καλό μας –όταν είπατε πως είναι βιώσιμο το χρέος, και πάλι, βγήκατε μόνος σας και ομολογήσατε την απάτη σας.)

Απατάστε λοιπόν, γιατί μόνο στα δικά μας και μόλις χτεσινά να σταθούμε, θα βρούμε πλήθος αναρχικούς να «δραστηριοποιούνται», όπως τόσο αμοραλιστικά το λέτε, να κάνουν δηλαδή απεργία πείνας. Δεν μπορεί, χρόνια δημοσιογράφος, εκτός απ’ το να γράφετε, θα διαβάζετε κιόλας! Όχι τίποτα ιδεολογικώς ύποπτα φυλλάδια, αλλά την ίδια σας την εφημερίδα. Θα διαβάσατε τότε για τον Χριστόφορο Μαρίνο, τον Γιάννη Μπουκετσίδη, τον Γιάννη Σκανδάλη, από όσους δεν βρίσκονται πια στη ζωή, ή για τον Φίλιππα Κυρίτση, τον Κυριάκο Μοίρα, και τόσους άλλους… Απλώς θα ξεχάσατε.

Αλλά τι ιδέα κι αυτή, κύριε Πρετεντέρη, ο αναρχικός που είναι εναντίον του νόμου, του κράτους κτλ. (εδώ κι αν είναι ν’ απορεί κανείς, τι διαβάσατε τάχα ποτέ σας για αναρχία!), να μην έχει δικαιώματα, κι έτσι να οφείλει να υπομείνει αγόγγυστα, σαν πρωτοχριστιανός, την εξόντωσή του! Ειδικά λοιπόν για τον αρνητή του κράτους έχει τάχα το κράτος το δικαίωμα να παραβαίνει τους δικούς του νόμους, να αυτοκαταργείται δηλαδή, να στρέφεται το ίδιο κατά του εαυτού του, δημιουργώντας από μιαν άποψη, και πάντως δικαιώνοντας, τους αρνητές –άρα και πολέμιούς του;

Είπα «ιδέα»; Σοφιστεία, θλιβερή εντέλει, με αντικείμενο μάλιστα τη ζωή ενός ανθρώπου!


Ο Δένδιας των Βαΐων


(ενδεχομένως, από το 99,52% των αθώων που συλλαμβάνονται ["προσάγονται"] και αφήνονται έπειτα ελεύθεροι)
Πού να τις προλάβει μόνος τόσες δάφνες ο Ξένιος Ζευς, ζευγάρωσε τώρα κι έγινε: «Αστυνόμευση Κέντρου Αθηνών-Ξένιος Ζευς», σύμφωνα με το αναθεωρημένο, λέει, Σχέδιο Αστυνόμευσης του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας.

Πρώτοι καρποί του αναθεωρημένου; Μέσα σε δύο μόλις μήνες, Απρίλιο και Μάιο, ό,τι θα αρκούσε και με το παραπάνω να στιγματιστεί σαν παταγωδώς αποτυχημένος ο εμπνευστής του σχεδίου. Με τα νούμερα λοιπόν του αρμόδιου υπουργού, αυτούς τους δύο μήνες ελέγχθηκαν, που σημαίνει με κάποιον τρόπο ενοχλήθηκαν, ταπεινώθηκαν, 16.580 άτομα. Από αυτά, «προσήχθησαν», που σημαίνει ενοχλήθηκαν, ταπεινώθηκαν, έως εξευτελίστηκαν, μπορεί και κακοποιήθηκαν, σίγουρα πάντως ταλαιπωρήθηκαν, σωματικά και ψυχικά, 5.353 άτομα. Από τα 5.353 άτομα κρατήθηκαν τελικά μόλις 26. Ποσοστό 0,48%!

Με άλλα λόγια, από τους 5.353 οι 5.327, ποσοστό 99,52%, ίσον όλοι, σχεδόν όλοι, αθώοι! Παναπεί, στη χώρα του Δένδια, ο καθένας μπορεί να συλληφθεί (ας αφήσουμε το νομικίστικο παραμύθι της «προσαγωγής»!), να καταταλαιπωρηθεί, ακόμα και να βασανιστεί, και έπειτα να αφεθεί ελεύθερος.

Να κοκκίνισε άραγε όταν ανακοίνωσε αυτές τις «επιτυχίες» ο κ. Δένδιας; Μπα, μάλλον μακάριζε τη θεία τύχη του. Ποια τύχη του;

Νά, 5.327 αθώοι και άδικα ταλαιπωρημένοι και διασυρμένοι –από αυτήν και μόνο τη φουρνιά– είναι δυνάμει 5.327 μηνύσεις εναντίον του κ. Δένδια και των οργάνων του.

Ώστε πέρα από την αποτυχία, φωτίζεται αλλιώς η ιταμότητα μα και η γελοιότητα μαζί της πρόσφατης δήλωσής του στο BBC ότι, «από τους 86.000 παράνομους μετανάστες που ελέγχθηκαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης “Ξένιος Ζευς”, ούτε ένας δεν υπέβαλε μήνυση κατά της αστυνομίας» (απροπό, αν ήταν και οι 86.000 παράνομοι, πώς και δεν ήταν ισάριθμες οι συλλήψεις;)…

Καλπάζει νικηφόρα ο κ. Δένδιας. Ας θυμηθούμε τις πρώτες δάφνες, τους 4 πρώτους μήνες του Ξένιου Δία: 65.017 προσαγωγές, που κατέληξαν σε 4.133 συλλήψεις αλλοδαπών χωρίς χαρτιά και 50 άλλων, αλλοδαπών και ημεδαπών, για αδικήματα έως «παρακώλυση κυκλοφορίας οχημάτων σε φωτεινούς σηματοδότες» (!), δηλαδή ποσοστό ούτε καν 6,5%. Κι από κει, κατά κανόνα με φθίνοντα ποσοστά, που σημαίνει όλο και μεγαλύτερα ποσοστά αθώων, φτάσαμε στο σημερινό μηδέν κόμμα κάτι τοις εκατό, ουσιαστικά, με πολιτικούς πια όρους, το απόλυτο μηδέν.

Στο οποίο μηδέν, σ’ αυτή την άπατη τρύπα, κατακρημνίζεται ολόκληρη η κοινωνία.


ΥΓ. Δεν κατόρθωσα να βρω το σχετικό απόκομμα που είχα κρατήσει, ούτε και να διασταυρώσω τώρα πια την ιστορία ενός από τα πρώτα θύματα του Ξένιου Δία, που από την Αθήνα τον κουβάλησαν (η περίφημη «προσαγωγή» είναι αυτή!) σε κάποιο από τα κέντρα κράτησης στη Βόρεια Ελλάδα, και έπειτα από έλεγχο τον άφησαν ελεύθερο, ούτε γάτα τάχα ούτε ζημιά. Πλην τον αντάμωσαν στον δρόμο όπου γύριζε χαμένος τα παιδιά με τα μαύρα, κι αφού δεν είχε έτσι κι αλλιώς πώς να γυρίσει στην Αθήνα, τον έστειλαν στο νοσοκομείο… (Θερμή παράκληση, αν κάποιος αναγνώστης έχει κρατήσει κάτι σχετικό, ας ελεήσει…)

απντέιτ, χάρη στην άμεση ανταπόκριση της Έφης Γιαννοπούλου, που την ευχαριστώ ολόθερμα και από εδώ:
"Ξυλοκόπησαν μετανάστη που έκανε ωτοστόπ στην Εγνατία οδό"

buzz it!

20/7/13

Η πετυχία, η ποτυχία και ο γκουρού - Το σούσι και η φουστανέλα - Ναι, ρε φίλε, στραβώνω με τους φασίστες!

(Εφημερίδα των συντακτών 20 Ιουλίου 2013)

Η πετυχία, η ποτυχία και ο γκουρού


«Ένα μεγάλο Πι βλέπω στον καφέ σου» λέει η τσιγγάνα σκεφτική: «τώρα πετυχία είναι; ποτυχία; τι να σε πω…» Έπεσε έτσι μέσα η τσιγγάνα, όπως τα μέντιουμ π.χ. των πρωινάδικων, και πιο πολύ όσοι στηθοκοπιούνται, εξ επαγγέλματος θρηνωδοί, για το κακό που θα μας εύρει… Ε, όλο και κάποιο κακό μας βρίσκει, μα φυσική καταστροφή, χαλάζι Μάη μήνα, μα κοτζάμ κρίση, και ιδού, μέσα έπεσαν όλοι!

Έτσι κι ο Σαββόπουλος· μας τα ’λεγε από παλιά αυτός, είπε στον Πλούτο του. Στους «Κωλοέλληνες», φαντάζομαι, αναφέρεται, με το περίφημο: «Στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς», επιτομή του σκανδαλισμένου μικροαστικού λόγου, ίδιο με το άλλο περίφημο του άλλου, το «Finis Graeciae» του Γιανναρά. Από την άλλη, σκέφτομαι, μας έλεγε για «των Ελλήνων τις κοινότητες», που με την Ορθοδοξία «φτιάχνουν άλλο γαλαξία»!

Τελικά, πλαστουργοί ή κωλοέλληνες; Πετυχία ή ποτυχία;

Μας έλεγε ωστόσο κι άλλα. Για τον «πονηρό πολιτευτή», ένα τραγούδι που, μέσα από τη συνθηματολογική και υπεραπλουστευτική φύση του είδους, μπορούσε κάλλιστα να απευθύνεται εξίσου στον προβληματισμένο αριστερό και στον αντικοινοβουλευτικό ακροδεξιό. Και οπωσδήποτε στον απολίτικο, σκανδαλισμένο, ξαναλέω, μικροαστό –που εξ αντικειμένου ανταμώνει και αυτός, αν όχι την ακροδεξιά, σίγουρα τη δεξιά.

Απ’ αυτή την άποψη, ναι, ο Σαββόπουλος προεικόνισε τη σημερινή ιδεολογική πραγματικότητα. Αλλά προεικόνισε μόνο;


Το σούσι και η φουστανέλα


Ο Σαββόπουλος Πάγκαλος, στο πέρα για πέρα ασύστατο μα και φαιδρό εντέλει έργο «Μαζί τα φάγαμε», ενοχοποίησε τα διακοποδάνεια, που μπορεί να έπαιρναν κάποιοι για το Μπαλί, όπως είπε, έπαιρναν όμως κι όσοι δεν είχαν βίλες και εξοχικά, για να λαϊκίσω κι εγώ μια στάλα μαζί του, ενοχοποίησε τα θηριώδη τζιπ, μαζί και το δικό του, υποθέτω, τα πούρα, μαζί με τα δικά του, είμαι σίγουρος, και το βαρβαρικό, καθότι ξένο στην ελληνική μας παράδοση, σούσι.

Μα και το σούσι; Είπα, φαιδρό το έργο. Και το χειρότερο, για έναν Σαββόπουλο, κοινότοπο, όσο δεν παίρνει άλλο. Γιατί το σούσι του είναι το αντίστοιχο της αστακομακαρονάδας, που την ανέδειξαν άλλοι από καιρό σε σύμβολο νεοπλουτισμού και εξανδραποδισμού, ειρωνευόμενοι τους «Νεοέλληνες» πως έτρωγαν τάχα και στο χωριό τους αστακομακαρονάδα.

Γιατί οι καθαυτό Έλληνες, από αρχαίο σόι και βυζαντινό, κυκλοφορούν, άτεγκτοι φύλακες της παράδοσης, με χλαμύδα ή φουστανέλα και τρώνε, δίχως άλλο, κολοκυθοκορφάδες και τραχανά.

Είπα τραχανά; Θα ανατριχιάσουν! Τραχανότο!


Ναι, ρε φίλε, στραβώνω με τους φασίστες!

«Τραμπουκίζουν τους καθηγητές στο Συμβούλιο Διοίκησης! Τους μπουζουριάζουν τα ΜΑΤ!! Μπουκάρουν έξι, (6), six, βουλευτές του Σύριζα για “συμπαράσταση”!!!... Και στραβώνεις με τους φασίστες ρε φίλε;;;»

Η (ρητορική) ερώτηση είναι του Γρηγόρη Βαλλιανάτου. Του γνωστού γκέι ακτιβιστή, που διέπρεπε, καίριος και ετοιμόλογος, σε πάνελ με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικότερα των ομοφυλοφίλων, και δεν χαριζόταν σε κανέναν, φτάνοντας και να διακόπτει τον συνομιλητή του, συχνά με κάπως παραπανίσια, κατά την αίσθησή μου, ειρωνεία.

Έτσι ριζοσπαστικό και ανυποχώρητο τον γνωρίσαμε, ώσπου παρακολουθήσαμε πέρσι την τραγικωμωδία της εκλογικής σύμπραξής του με τον γνωστό και παραδοσιακά δεξιό Στέφανο Μάνο και τον άγνωστό μας τότε πλην εύγλωττο στις ακροδεξιές θέσεις του Τζήμερο. Λέω τραγικωμωδία, γιατί παρακολουθήσαμε τον Τζήμερο να βάζει βέτο να φύγει από το τριαδικό σχήμα ο (γκέι και αντιεθνικιστής) Βαλλιανάτος· τον Μάνο να υποκύπτει· τον Βαλλιανάτο να μην τους διαολοστέλνει· τους δύο να τον ξαναδέχονται στο σχήμα, αλλά σε μη εκλόγιμη θέση· τον Βαλλιανάτο να μην τους διαολοστέλνει, και όλα αυτά με αοριστολογίες και μισόλογα απ’ όλες τις πλευρές, συν ευφυολογήματα από τον Βαλλιανάτο: το μικρό παιδί που το πετάξαν έξω απ’ την παρέα, κι αυτό κοιτάζει πώς θα το ξαναπαίξουν και πώς θα διασκεδάσει την ταπείνωσή του. (Κι ας αφήσουμε για την ώρα τον άλλο ριζοσπάστη, τον Μάνο, βετεράνο πάντως πολιτικό, που δέχτηκε να γίνει ουρά της διαφημιστικής φούσκας του Τζήμερου.)

Από μιαν άποψη, μπαίνουν ίσως τα πράγματα στη θέση τους. Ο καθένας προχωράει καταπώς νομίζει. Και στραβώνει ή δεν στραβώνει με τους φασίστες.

Εγώ, προσωπικά, αφού με ρωτάνε, ναι, στραβώνω με τους φασίστες. Και πιο πολύ μ’ αυτούς που με ρωτάνε!

buzz it!

13/7/13

Ασκήσεις μνήμης, 35 (School-Tube vs Βουλή των εφήβων - Η «ανήκεστος» Αριστερά)

(Εφημερίδα των συντακτών 13 Ιουλίου 2013)



School-Tube vs Βουλή των εφήβων

Τον έχετε δει τον περήφανο γονιό που βάζει το τσιγάρο στο στόμα του βλαστού του, μωρού ακόμα, και καταδιασκεδάζει με τα γουρλωμένα ματάκια και τις γκριμάτσες του, καθώς τον φαντασιώνεται ήδη άντρα. Έτσι καμαρώνουν οι πολιτικοί μας, και πρώτος ο εμπνευστής του θεσμού της Βουλής των εφήβων Απόστολος Κακλαμάνης, που βλέπουν τα νέα παιδιά να μικρομεγαλίζουν, αναπαράγοντας την ίδια ρητορεία και, αλίμονο, τις ίδιες μ’ εκείνους ιδέες, έως εθνικιστικές και ρατσιστικές ––εξασφάλιση πως ο χορός καλά κρατεί, ίδιοι μ’ εμάς θα γίνουν και οι έφηβοι βουλευτές, που είναι μάλιστα επιλεγμένοι απ’ τους δασκάλους τους, και όχι εκλεγμένοι απ’ τους συνομηλίκους τους.

Απέναντι σ’ αυτούς τους εφήβους κάποιοι άλλοι παρέλασαν πέρσι τέτοιον καιρό από τη ΝΕΤ, σε μια εξαιρετική σειρά εκπομπών, που πέρασε μάλλον απαρατήρητη«School-Tube» την έλεγαν, και κατέγραφε την καθημερινότητα των εφήβων σε όλη την Ελλάδα.

Από κάποιο λύκειο στη Λευκάδα, δεν κράτησα δυστυχώς ονόματα, στην ερώτηση ποια θα ’ταν η πιο τρελή επιθυμία τους, είπε ένας:

«Να είμαι μέσα στη θάλασσα, να μπω μέσα και να μην ξαναβγώ, να αναπνέω μέσα στη θάλασσα –αν γινόταν αυτό, θα ’μπαινα και θα ’μενα εκεί, και θα ξέχναγα τον πάνω κόσμο», και μεγαλούργησε ένας άλλος:

«Νομίζω ότι απλά θα ’θελα ο κόσμος να είναι σαν τα παιδικά, έτσι ζωγραφισμένος, σβήνεις, ξαναγράφεις τον άνθρωπο, σβήνεις τα πόδια του, τα κάνεις πιο μεγάλα, σχεδιάζεις το τι θες να κάνεις, πού θες να πας, ένα τοπίο δικό σου…»

Έφηβοι και έφηβοι…


Η «ανήκεστος» Αριστερά

Ψυχροπολεμική εποχή, τώρα πίσω πίσω; Ο αντικομμουνισμός έδωσε τη θέση του σ’ έναν γενικότερο αντιαριστερισμό, που βάλλει κατά πάντων, έπειτα και από την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από τον Συνεταιρισμό Διαχείρισης της Κρίσης. Στον τοίχο έχει πια στηθεί γενικώς και αορίστως η Αριστερά, ουσιαστικά οτιδήποτε ξεφεύγει από τον αναστηλωμένο δικομματισμό, τη μειοψηφική οπωσδήποτε, σε απόλυτους αριθμούς και ποσοστά, Νέα Δημοκρατία και το μειοψηφικό νέτα σκέτα, στα όρια της ανυπαρξίας και οπωσδήποτε της πολιτικής ανυποληψίας, ΠΑΣΟΚ.

Ήρθε καιρός να πάρουν άλλα όνειρα εκδίκηση. Όλοι της γης οι άλλου τύπου κολασμένοι, που στέναζαν κάτω από την κυριαρχία, λέει, της Αριστεράς, θρέμματα, σχεδόν όλοι, το σχεδόν αστείο πια, ακριβώς της Αριστεράς, ντουφεκάνε τώρα με μανία δεξιά κι αριστερά ––κατά τη στερεότυπη έκφραση και μόνο: αλλιώς όχι δεξιά, ούτε ακροδεξιά δεν ντουφεκάνε, παρά μόνο όταν είναι για να εξισώσουν Ακροδεξιά και Αριστερά.

Δεν χρειαζόταν σοφία να προβλέψει κανείς πως, έτσι και στραβοπατήσει κάπου η ΔΗΜΑΡ, θα πάψουν αυτοστιγμεί οι αίνοι και οι ύμνοι για την υπεύθυνη Αριστερά, που θα δεχτεί όλα τα πυρά και τον οχετό που στόχο είχε ώς τώρα τον ΣΥΡΙΖΑ ––και περιέργως (;) όχι λ.χ. το ΚΚΕ. Και ιδού, γύρισε ο διακόπτης, και η υπεύθυνη χρίστηκε αμέσως ανεύθυνη, ίσα κι όμοια με τον ΣΥΡΙΖΑ ––προς μέγιστη απελπισία της, πώς θα αποδείξει πως δεν έχει σχέση με τον Ξαποδώ, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Όλο και περισσότερο, όλο και πιο απροκάλυπτα, από τις μεγάλες παραδοσιακά δημοκρατικές εφημερίδες ώς τα κάποτε «αντισυμβατικά» φρη πρες, λέξεις όπως «αριστερός» και «αριστερά» έγιναν πλέον κακέμφατες, σκέτες βρισιές, κουδούνα στον λαιμό των λεπρών, κίτρινο άστρο στο πέτο των υπανθρώπων, ορισμός της ίδιας της αμαρτίας! Και μάλιστα του προπατορικού αμαρτήματος, αφού η Αριστερά ευθύνεται έτσι κι αλλιώς για τα πάντα, για την εξαπανέκαθεν κακοδαιμονία της Παιδείας, όπως από παλιά έγραφαν διάφοροι, για όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο και βάλε, για την ίδια την κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας, όπως διαβεβαίωσαν τώρα πρωθυπουργικά χείλη. Και η «παλαβή» Αριστερά, κατά την απολιτική, το ’χουμε χιλιοπεί, ορολογία που καθιερώθηκε από την Καθημερινή, βρήκε τη λόγια εκδοχή της, διόλου απρόσμενα, από την ίδια εφημερίδα: «ανήκεστος Αριστερά»!

Νόμος σχεδόν φυσικός, θα πείτε. Όσο δεξιότερα μετατοπίζεται το πάλαι ποτέ Κέντρο (δεν μιλάμε εδώ για την ακροδεξιότερη στροφή της Δεξιάς) τόσο θα εμφανίζει όλο και πιο ακραίο αριστερό το παραμικρότερο που του ξεφεύγει και του αντιστέκεται. Κυρίως που μαρτυρεί, με την ύπαρξή του και μόνο, τη δεξιά στροφή εκείνου. Θέμα στοιχειώδους αυτοπροστασίας, εντέλει. Εξού και η λυσσαλέα μάχη.

buzz it!

9/7/13

Αριστοτέλης Σαΐνης, «της πατρίδας μου η σημαία (θα) έχει χρώμα μελανό…»

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Ιουνίου 2013)



(φωτ. Μισέλ Φάις)


Γιάννης Η. Χάρης,  «Στοιχήματα: Εθνικισμός, Ρατσισμός, Μετανάστευση», 
εκδ. Γαβριηλίδης, 2013, σ. 189, 12Χ16, 10,65 ευρώ

Απανωτά «στοιχήματα» απέναντι σε ιδεολογήματα και στερεότυπα, ημερολογιακές καταγραφές που σχολιάζουν την επικαιρότητα ψαύοντας την εικόνα του «Άλλου»· κείμενα ήδη δημοσιευμένα και πλαισιωμένα από καινούργια, όαση στο χαμηλό επίπεδο στο οποίο έχει καθηλωθεί ο δημόσιος λόγος στις μέρες μας: «από τα τηλεπαράθυρα έως μέσα στον ναό της Δημοκρατίας»· «ασκήσεις μνήμης», για τον συντάκτη τους, παρακολουθούν την επικαιρότητα της τελευταίας δεκαετίας και την εξέλιξη των ξενοφοβικών αισθημάτων μας: η Νέα Μηχανιώνα και οι «αλβανοφάγοι» των αλλοδαπών σημαιοφόρων, η ελληνική σημαία να κυματίζει στη μαλαισιανή αύρα σε εικόνες από τηλε-ριάλιτι, επίθεση με στειλιάρια σε Μαροκινούς στα Χανιά, πογκρόμ σε γειτονιές Πακιστανών στου Ρέντη, ο εγκληματικός εμπρησμός ενός αυτοσχέδιου υπόγειου τζαμιού, η εισβολή χρυσαυγιτών στην ΕΣΗΕΑ, η δολοφονία εικοσάχρονου Αλβανού στη Ζάκυνθο (πανηγύριζε για τη νίκη της Εθνικής Αλβανίας)… Και από κοντά να σιγοντάρουν βραχυκυκλωμένοι οι πνευματικοί ταγοί, οι μισαλλόδοξοι ιεράρχες κατηχητές και οι προοδευτικοί λαϊφστάιλ διανοούμενοι. Είναι ακριβώς τα χρόνια που ο επίσημος πολιτικός λόγος, κρύβοντας την ένδεια του, ψάρευε στα θολά νερά των πιο ταπεινών μας ενστίκτων και στο όνομα της ελευθερίας του λόγου οι λάιτ «γραφικές» εκδοχές των Γιακουμάτων και των Παπαθεμελήδων παρέδιδαν τα τηλεοπτικά στασίδια τους στους Καρατζαφέρηδες του ΛΑΟΣ και σε χουντικά υπολείμματα που έτσι νομιμοποιήθηκαν στην κοινή συνείδηση. Από την εξοικείωση με το «τέρας» μέχρι τον απόλυτο σκοταδισμό, μια δρασκελιά: «όχι πια το αβγό του φιδιού, μα φίδι νεογνό» (σ. 104). Με μια καληνύχτα μάς αποχαιρετά ο συγγραφέας στον επίλογο!

Μακάριοι στη φαιδρή και ψεύτικη ευημερία της Ολυμπιακής Εποχής (μια όψη αυτού που άλλοι πρόσφατα, χυδαιολογώντας, ονόμασαν προσωπικό «Ελληνικό τους δράμα») βαδίζαμε προς τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού χωρίς να ακούμε τη «βοή των πλησιαζόντων γεγονότων». Ίσως έχει δίκιο ο Γιάννης Χάρης: «Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Επαναλαμβάνεται ίδια και απαράλλακτη, σε όλες της τις διαστάσεις. Φάρσα είναι, αλίμονο, ο τρόπος που (δεν) τη διαβάζουμε εμείς». Πράγματι όλα μαζί τα γεγονότα που σχολιάζονται στον τόμο και καλύπτουν το άνυσμα μιας δεκαετίας, σήμερα καθρεφτίζονται σωρευτικά σε ένα μόνο πρωτοσέλιδο μιας εφημερίδας, αποτελώντας την εφιαλτική δυστοπική καθημερινότητά μας.

Η πολιτιστική υποχώρηση, η ολιγωρία της συντεταγμένης πολιτείας (απουσία σοβαρής μεταναστευτικής πολιτικής), που ξέρει να απαντά στο πρόβλημα μόνο με επιχειρήσεις-σκούπα «Ξένιος Ζευς» (σχήμα κατ’ ευφημισμόν), όπλισε κάποια στιγμή τους επιστάτες της Μανωλάδας, οι πέτρες στα χέρια «οργισμένων» πιτσιρικάδων έχτισαν το νέο Σινικό στον Εβρο και το κοτετσόσυρμα στα παγκάκια έξω από κεντρικό θέατρο της Αθήνας γιγαντώθηκε και τύλιξε το στρατόπεδο στην Αμυγδαλέζα.

Την ίδια ώρα στη Βουλή, σε μια ακόμα παρωδία δημοκρατίας, το συνταγματικό, λεγόμενο, τόξο κονταροχτυπιέται πάνω από διαφορετικές εκδοχές ενός αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, ενώ οι αποθρασυμένοι απόγονοι του Γιοσμά καταθέτουν τη δική τους πρόταση νόμου για την «πάταξη του ρατσισμού κατά των… Ελλήνων»! «Ούτε η πιο προβοκατόρικη, άντε η πιο ασεβής σατιρική πένα, δεν θα επινοούσε τέτοιο σουρεαλιστικό σενάριο» σημείωνε, σε ανύποπτο χρόνο, ο Γιάννης Χάρης, σχολιάζοντας μια ανυπόγραφη πρόσκληση προς τους δημότες του Δήμου Αιγάλεω, που τους καλούσε να ενώσουν τις δυνάμεις τους ενάντια στους «λαθρομετανάστες», ώστε να βάλουν τέλος «στη ρατσιστική αντιμετώπιση και την κοινωνική υποβάθμιση των Ελλήνων πολιτών». Ήταν 30 Οκτωβρίου του 2007. Εξι ολόκληρα χρόνια πριν.

buzz it!

6/7/13

Τα χριστιανόπουλα θα πάμ’ ακροδεξιά - Ο εκτροφέας - Τον θέλει την Τούρκο της η Ρεπούση!

(Εφημερίδα των συντακτών 6 Ιουλίου 2013)



Τα χριστιανόπουλα θα πάμ’ ακροδεξιά

Πρόγευση από την εθιμική, ετήσια συναυλία του Σπανουδάκη στο Ηρώδειο, που ανάμεσα στα γλυκερά χριστιανικά του, επιπέδου «Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά», θυμάται και την άλλη όψη της θρησκείας της αγάπης, τον Ιησού με το φραγγέλιο, και εξαπολύει κεραυνούς για τα «πράσινα σκουλήκια» κ.ά.

Φέτος ο πολιτικός του λόγος θα είναι χάρντκορ. Μας προετοίμασε ο ίδιος απ’ το φέισμπουκ:

«Δεν θεωρώ ότι πια έχουμε πραγματική Δημοκρατία. Σε ποια δημοκρατία θα ήταν αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως ο αρχηγός ενός κόμματος του 4-5%
και θα διώριζε και υπουργούς. Και σε ποια δημοκρατία ένα κόμμα τού 10-15%, δεν “δικαιούται διά να ομιλεί” και υβρίζεται καθημερινά από όλους, χωρίς να του δίνεται βήμα, να απαντήσει. Συμφωνείς ή όχι μαζί του…»

Έτσι κι αλλιώς, ξεκαθαρίζει: «Ουδέποτε υπήρξα, σοσιαλιστής, αριστερός, προοδευτικός και τα τοιαύτα». Και «το “δεξιό” κόμμα της ΝΔ είναι για μένα το πιο αποκρουστικό».

Σιγά το νέο, θα πείτε. Τα χριστιανόπουλα αυτού του τύπου πηγαίναν πάντα ακροδεξιά.


Ο εκτροφέας

Στο τοπίο της καταστροφής, μακάριος ο αυτουργός, στον προσφιλή του ρόλο, του βρομόστομου και προβοκάτορα, τροφοδοτεί τα μίντια με πάσης φύσεως χρησμούς και αφορισμούς –ο ασφαλέστερος τρόπος να παραμένει στη δημοσιότητα, βεβαίως. Μια για τον «κάφρο» και «αγράμματο» Τσίπρα, μια για τους κολλημένους κομμουνιστές (!) συλλήβδην της ΔΗΜΑΡ, με μόνο καλό λόγο για τον Άδωνη. Που ήταν, λέει, ο πιο επιτυχημένος υπουργός Ναυτιλίας, και άρα θα ’ναι και Υγείας. Δεν πρωτοτυπεί ο Πάγκαλος. (Αλλά και πώς αλλιώς θα δικαιολογούσε ότι συγκυβέρνησε με την Ακροδεξιά, ότι και τώρα ο φυσικός του χώρος συγκυβερνά και με Ακροδεξιά.)

Το θέμα όμως είναι βαθύτερο και ουσιαστικότερο από τις προβοκατσιούλες του Παγκάλου, όπως το βλέπουμε και στις ηπιότερες και «πραγματιστικές» εκτιμήσεις πολιτικών και αναλυτών όλου του πολιτικού φάσματος. Το θέτει έξοχα, με άλλη αφορμή, στην Αυγή της 30/6 ο Νικόλας Σεβαστάκης:

«Δεν αναγνωρίζ[εται] πλέον καμία αξία στους πολιτικούς συμβολισμούς και στην τομή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. [...] Η διακυβέρνηση παρουσιάζεται [...] ως μια σφαίρα τεχνικών αποχρώσεων όπου μπορούν να δοκιμαστούν όλοι σχεδόν οι συνδυασμοί. Τα μοναδικά προβλήματα που προβάλλουν πλέον είναι προβλήματα επαρκών ή ανεπαρκών πολιτικών μάνατζερ, ευφυών ή ανόητων αξιωματούχων και διαχειριστών. Η έννοια της ευθύνης χάνει πλέον κάθε ηθικοπολιτικό επίχρισμα, για να ταυτιστεί απλώς με την επαγγελματική ικανότητα του πολιτικού».

Ηθικοπολιτικό εντέλει το θέμα, και από μιαν άποψη πρωτίστως ηθικό. Έτσι κι αλλιώς, πολιτικά η βελόνα δείχνει προ πολλού ακροδεξιά. Αφού, συνεχίζει ο Σεβαστάκης,

«Η κατάργηση των πολιτικών συνόρων και η περιφρόνηση για τους συμβολισμούς εκτρέφει ακόμα περισσότερο τον πρωτόγονο αντικοινοβουλευ­τισμό και την ισοπέδωση».

Και ο αντικοινοβουλευτισμός και η ισοπέδωση, με τη σειρά τους, εκτρέφουν ακριβώς τον χρυσαυγίτικο νεοφασισμό.


Τον θέλει τον Τούρκο της η Ρεπούση!

«Η κυρία αυτή ίσως καταχαιρόταν αγκαλιά με τους φίλους της τους Τούρκους και πράγματι της είναι αδιανόητο να πεθάνει κάποιος, αν είχε τη μεγάλη τύχη να βιαστεί από έναν… Σουλεϊμάν!»

Ο λόγος για τη Μ. Ρεπούση και τον χορό του Ζαλόγγου. Της τα γράφει μια «πανεπιστημιακή συνταξιούχος» (!): «είναι αληθινό πέρα ώς πέρα γεγονός και [...] ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι δεν έγινε έτσι». Γιατί; «Για τον απλούστατο λόγο, [ότι] το ίδιο ακριβώς θα έκανα και εγώ. Θα έπεφτα από τον πιο ψηλό βράχο, [...] αν έβλεπα μπροστά μου βάρβαρους Τούρκους καβαλάρηδες να ορμάνε με λύσσα επάνω μου». Ενώ η Ρεπούση, «η παραμορφωμένη αυτή κυρά», πολύ θα ήθελε να βιαστεί από Τούρκο…

Αλλά ας όψονται οι «διασυνδέσεις» της, που «την έχουν στα υπουργεία τους –και δεν έχουν εμένα επί παραδείγματι», άντε, τον είπε τον καημό της η «πανεπιστημιακή συνταξιούχος» Βούλα Λαμπροπούλου. Μέσα από μια παραληρηματική επιστολή της. Που δημοσιεύτηκε! Στην Καθημερινή (26/6)! Την Καθημερινή όχι απλώς της πιο άγριας δεξιάς φάσης της, δικαίωμά της και δεν μας πέφτει λόγος, αλλά της πιο χυδαίας, του Φαήλου! Που στο τουίτερ του έγραφε ακριβώς σε κάποια που κάτι του σχολίασε: «θες το Σουδανό σου κι εσύ να στανιάρεις»…

Ε, εδώ μας πέφτει λόγος!

buzz it!

4/7/13

«Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες»

(από τα Στοιχήματα Α΄)
 

«Δεν είμαστε ρατσιστές εμείς…» και γενικότερα «Οι Έλληνες δεν ήμασταν ποτέ ρατσιστές…» –με ή χωρίς το περίφημο «αλλά», που εισάγει τους «αντικειμενικούς λόγους» που εξηγούν τη στάση μας: «αλλά δεν μπορείς πια να κυκλοφορήσεις το βράδυ / μας κλέβουν / μας σκοτώνουν / μας βιάζουν / εν πάση περιπτώσει βρομάνε, βρε αδερφέ». Αυτή η καταγωγική άρνηση της ρατσιστικής ταυτότητας είναι ο ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες που υποβαστάζουν την εθνική μας αυταρέσκεια και τον επίσης εθνικό μας εφησυχασμό, ότι το πρόβλημα είναι πάντοτε οι άλλοι.

Ο άλλος πυλώνας είναι το «εμείς ήμασταν πάντοτε νόμιμοι μετανάστες» –«κύριοι πήγαμε, κύριοι φύγαμε», όπως είπε παραστατικά κάποιος στην κάμερα, σ’ ένα ντοκιμαντέρ για τη δράση της Χρυσής Αυγής.

Σ’ αυτά τα δύο στερεότυπα, που έχουν αναχθεί στη σφαίρα του αυτονόητου: το «δεν ήμασταν ποτέ ρατσιστές» και το «ήμασταν πάντοτε νόμιμοι μετανάστες», σκοντάφτει γρήγορα κάθε συζήτηση και στομώνει. Έτσι, βασική προϋπόθεση για την προσέγγιση φαινομένων τόσο σύνθετων όπως ο εθνικισμός και ο ρατσισμός είναι η ανασκευή των δύο στερεοτύπων –βασική προϋπόθεση, έτσι κι αλλιώς, για στοιχειώδη αυτογνωσία, με την οποία και μόνο μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτά τα φαινόμενα. Οι πηγές είναι άφθονες, υπάρχουν ακόμα ζωντανοί μάρτυρες-υποκείμενα της Ιστορίας, χρειάζεται απλώς να μην κλείνουμε μάτια κι αφτιά.

Ώστε δεν ήμασταν ποτέ ρατσιστές; Ας ξεκινήσουμε από τον παρελθόντα χρόνο, αφού για το παρόν υπάρχουν τα πολυπληθή «αλλά» που είπαμε, αυτά που στέκουν άλλοθι τάχα ακλόνητα και εξηγούν ή και δικαιολογούν ρατσιστικές συμπεριφορές και στάσεις. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τη στάση μας απέναντι όχι σε αλλοεθνείς αλλά στο «αδελφό αίμα», αυτό που απ’ την άλλη επαιρόμαστε πως ήταν εστία πολιτισμού στη βάρβαρη Ανατολή. Αναφέρομαι στους Μικρασιάτες αδελφούς, που πέρασαν κι αυτοί από μαχαίρι, όπως οι σημερινοί μετανάστες, και κατέφυγαν στη μητέρα πατρίδα –αυτήν η οποία έβαλε άλλωστε σε μεγάλη περιπέτεια όλο τον ελληνισμό, εκστρατεύοντας στη Μικρά Ασία τάχα για να σώσει αυτούς ακριβώς τους αδελφούς.

Ας αφήσουμε για την ώρα τα πιο ακανθώδη της ιστορίας αυτής, πως δηλαδή οι Μικρασιάτες πλήρωσαν ώς έναν βαθμό τα επίχειρα της στάσης της μητέρας πατρίδας, τις αγριότητες δηλαδή του ελληνικού στρατού καθώς προέλαυνε στην Τουρκία, τους εμπρησμούς και τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τις δολοφονίες αμάχων και τόσα άλλα, που κι αυτά αρνούμαστε να τα διαβάσουμε, ακόμα και στις δικές μας «καθαρές» πηγές. Ας αφήσουμε, λέω, το κεφάλαιο αυτό και ας σταθούμε στα απ’ τον ξεριζωμό και δώθε, στην υποδοχή που επιφυλάξαμε στους πρόσφυγες, αφότου πάτησαν τα ελληνικά χώματα.

Όπου δουλειές δεν τους δίναμε, ενώ παράλληλα κλαιγόμασταν ότι μας παίρνουν εκείνοι τις δουλειές και ρίχνουν τα μεροκάματα, όπου η λέξη «πρόσφυγας» ήταν αυτόχρημα απαξιωτική και υποτιμητική, και προπαντός φοβέρα, για να τρώνε το φαΐ τους τα παιδιά («φάε, γιατί θα ’ρθει η πρόσφυγα να σε πάρει!»), όπου τις γυναίκες ειδικά, που, μέσα στην εξαθλίωση της προσφυγιάς, πλένονταν και καλοντύνονταν, επιμένοντας να κρατήσουν ένα κομμάτι αξιοπρέπεια και κάτι απ’ τον χαμένο κοσμοπολιτισμό τους, τις βγάλαμε «παστρικές», εννοώντας πουτάνες, και γενικότερα «κωλοσμυρνιές» τις φωνάζαμε –για να μην πω πως ήδη το «Σμυρνιά» από μόνο του αποτελούσε βρισιά.

Αυτά στην κοινή συνείδηση, στην καθημερινή ζωή, γι’ αυτό και πιο ανατριχιαστικά.

Είχαν ξεκινήσει όμως νωρίτερα τα πράγματα, με το πρώτο κύμα προσφύγων, μετά το 1914, όταν άρχισαν οι σφαγές και οι εκτοπισμοί ελληνικών πληθυσμών απ’ τους Νεότουρκους. Όπου όσοι Έλληνες επέζησαν, κατέφυγαν στον Άνω Πόντο, στην ΕΣΣΔ, κι εμείς κάναμε έπειτα τα πάντα για να εμποδίσουμε τον ερχομό τους στην Ελλάδα,[1] κι άλλοι έφτασαν ώς εδώ, όπου δεν συνάντησαν διόλου θερμή υποδοχή: «να μη επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών...» ζητά το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, με ψήφισμά του προς τον πρωθυπουργό και όλα τα εργατικά σωματεία της χώρας (21.8.1914).[2]

Γενικότερα οι πρόσφυγες ταυτίζονται, στη συνείδηση ιδίως των μοναρχικών, με το βενιζελικό στρατόπεδο, και βρίσκονται αυτόματα στο κέντρο των διώξεων. Στα περίφημα Νοεμβριανά του 1916, στα οποία πρωτοστατούν οι ένοπλες παρακρατικές ομάδες των «Επιστράτων», που εμπνευστή και ιδρυτή τους είχαν τον Ιωάννη Μεταξά, εξαπολύεται πογκρόμ κατά των προσφύγων, σπίτια και μαγαζιά σημαδεύονται με κόκκινη μπογιά, γύρω στους 20 πρόσφυγες οδηγούνται κοντά στο φθισιατρείο «Σωτηρία» και δολοφονούνται. Συνολικά, και ανάλογα με τους διάφορους υπολογισμούς, έχουμε 100 έως 300 ανώνυμους νεκρούς πρόσφυγες, θαμμένους σε μαζικούς τάφους:

«Κατά τον Χουρμούζιο, μαζικές εκτελέσεις [προσφύγων] σημειώθηκαν σε ένα στρατόπεδο του Πυροβολικού στις όχθες του Ιλισού, στο στρατόπεδο του Γουδιού και στο Πεδίον του Άρεως. [...] Οι πρόσφυγες σκοτώθηκαν επειδή ήταν πρόσφυγες: οι δολοφονίες τους αποτέλεσαν εν ψυχρώ και απρόσωπα εγκλήματα μίσους, το οποίο είχε καλλιεργηθεί συστηματικά από τα μέσα ενημέρωσης. Επιστέγασαν έτσι την πολιτική της κυβέρνησης, η οποία προηγουμένως είχε απαλλάξει την πρωτεύουσα από αρκετές χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, στέλνοντάς τους να αποδεκατιστούν από την πείνα και τις επιδημίες σ’ ένα αυτοσχέδιο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σούδα...»[3]

Το αντιπροσφυγικό μένος αποτυπώνεται στο σύνθημα «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες», που κυριαρχεί σε συλλαλητήριο των μοναρχικών στις 9 Νοεμβρίου 1923 στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Γιατί «τουρκόσποροι» χαρακτηρίζονταν γενικά οι πρόσφυγες, «τουρκομερίτες», «ογλούδες» κ.ά., στο στόμα του απλού λαού, «προσφυγική αγέλη» στα χείλη ευγενών, όπως ο Γεώργιος Βλάχος της Καθημερινής.

Πιο πρακτικός ο Πρωινός Τύπος ζητά να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινο περιβραχιόνιο, για να τους ξεχωρίζουν οι γηγενείς και να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό μαζί τους. Αυτά το 1933, λίγα χρόνια πριν από το κίτρινο άστρο που φόρεσαν άλλοι στο πέτο άλλων –κι εδώ πρωτοπορία λοιπόν εμείς.

Διακύβευμα; Η καθαρότητα τάχα του αίματος; από το τύποις αδελφό αίμα, που είχε ωστόσο μολυνθεί από το προαιωνίως εχθρικό τούρκικο αίμα; Μπα, η τσέπη. Τα μεροκάματα που είπαμε, και πιο πολύ η γη, στην επαρχία, τα ανταλλάξιμα κτήματα που είχαν δοθεί στους πρόσφυγες και επιχειρούσαν να τα καταπατήσουν οι γηγενείς, με οργανωμένες, ένοπλες επιδρομές. Από τις θλιβερότερες σελίδες, η επιδρομή στον οικισμό των προσφύγων του Κιούπκιοϊ, στις Σέρρες, το φθινόπωρο του 1924. Όπου «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς...»[4]

Αλλά και αργότερα, μετά την καταστολή του βενιζελικού κινήματος τον Μάρτιο του 1935 και τις βίαιες ταραχές που ξέσπασαν στη Μακεδονία, έχουμε απροκάλυπτο πογκρόμ εναντίον των προσφύγων από οπλισμένες αντιβενιζελικές ομάδες ή πυρπολήσεις προσφυγικών σπιτιών και καταστημάτων, όπως στον Βόλο το 1936.

Και αργότερα… και αργότερα… Ώσπου φτάσαμε στο σήμερα. Που προεικονίζεται πιστά στα όσα διαβάσαμε παραπάνω, αν προσαρμόσουμε απλώς τη γλώσσα της εποχής. Στο σήμερα, που δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, με τέτοια προϊστορία –θητεία, μου ’ρχεται να πω.

«Οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες, εμείς ρατσιστές;» ρωτάει ένα σύνθημα που γράφτηκε τελευταία στους τοίχους.

Ναι, είναι αλίμονο η απάντηση· και μάλιστα την ίδια ακριβώς εποχή που ήταν πρόσφυγες οι παππούδες μας και έφευγαν οι γονείς μας μετανάστες –και ρατσιστές, ξανατονίζω, απέναντι όχι στον ξένο, όπως τώρα, αλλά στον ομοαίματο, υποτίθεται, αδελφό. Χαλασμένη φάρα, που λένε; Όχι. Η ανθρώπινη φύση. Που γι’ αυτό και δεν χρειάζεται εξωραϊσμούς και εξιδανικεύσεις, που σημαίνει εξαπάτηση, ιδίως μέσα από την παραχάραξη της Ιστορίας –η οποία γίνεται κάλλιστα και με τις παρασιωπήσεις. Παιδεία χρειάζεται. Που ξεκινάει από την αυτογνωσία.

Μένει το άλλο στερεότυπο, που είπαμε εισαγωγικά, ότι εμείς όμως «ήμασταν πάντοτε νόμιμοι μετανάστες, κύριοι πήγαμε, κύριοι γυρίσαμε»: θα το δούμε στη συνέχεια το κυριλίκι μας αυτό.[5]




[1] Μολονότι οι Πόντιοι πρόσφυγες εντάσσονταν στη Συνθήκη της Λοζάννης για την ανταλλαγή πληθυσμών, η ελληνική κυβέρνηση ήδη από το 1928 απαγόρευε την ομαδική επιστροφή όσων είχαν εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ. Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε επί Μεταξά, με αποτέλεσμα να θρηνήσουμε πολλά θύματα την περίοδο των σταλινικών διώξεων του 1937-38. Το τελευταίο κεφάλαιο γράφτηκε στις μέρες μας, με αυτούς που με μύρια όσα προσκόμματα άφησε η πολιτεία να επαναπατριστούν κι εμείς τους αποκαλούμε, απαξιωτικά βεβαίως, Ρωσοπόντιους.

[2] Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία: Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα, Αθήνα 1915, σ. ζ-η · για μια σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος της υποδοχής των προσφύγων, βλ. Ιός της Κυριακής, «Πάντα ανεπιθύμητοι: Η διαχρονική ρατσιστική υποδοχή των προσφύγων», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 24.1.2010.

[3] Σπύρος Μαρκέτος, «Τα Νοεμβριανά», στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, τχ. 57, 16 Νοεμβρίου 2000], σ. 16. Γενικότερα, για όσα εκτίθενται εδώ, βλ. την –εθνικώς ανεπίληπτη!– ηλεκτρονική Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού (ΕΜΕ, http://www.ehw.gr/ehw/forms/Default.aspx) του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, ιδίως κεφ. «Αντιπαραθέσεις μεταξύ γηγενών και Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα».

[4] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924· παραθέτει η ΕΜΕ, όπ. παρ. Και προσοχή στο «λεηλατήσαντες και τας αποσκευάς», που προοικονομεί τη δράση των άξιων σημερινών απογόνων, π.χ. Χρυσαυγιτών ή και αστυνομικών, που ξυλοφορτώνουν ή και μαχαιρώνουν Πακιστανούς, «κατάσχοντας» παράλληλα πορτοφόλια και κινητά.

[5] «Λαθραίοι, απειλητικοί και απόβλητοι» και «Και παραβατικοί» (σε μια πρώτη μορφή: http://yannisharis.blogspot.gr/2011/02/blog-post.html και http://yannisharis.blogspot.gr/2011/02/blog-post_26.html).

buzz it!

3/7/13

Ο Σαμαράς στον Αντετοκούνμπο


Κοίτα να δεις, σκυλάραπα, για να ’μαστε ξηγημένοι, έχε χάρη που είναι οι Αμερικάνοι στη μέση, αλλιώς για μπασκετικό ταλέντο κτλ., χέστηκα κι αν έχεις, χέστηκα κι αν δεν έχεις, εμένα καταρχήν μου τη σπάει που είσαι ψηλότερός μου, ένα μπόι είχα και καμάρωνα κι εγώ, και τώρα πρέπει να βγούμε και φωτογραφία μαζί, να δείχνω πλάι σου Σημίτης, και πρέπει και να σου χαμογελάω, και βέβαια να μη μου ξεφύγει και σε πω σκυλάραπα, αν και κατά βάθος έχω ευαισθησίες εγώ, είχα και φίλο τον Ελύτη κι απέξω τα ξέρω τα ποιήματά του, σ’ ένα μάλιστα λέει ακριβώς για σένα: «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί…», ή δεν είναι δικό του αυτό; όμως τέτοιος ακριβώς είσαι, εχθρός, εισβολέας είσαι, εισβολείς είστε όλοι εσείς οι ξένοι, και τύραννοι της κοινωνίας είστε, κι εκεί που πάμε να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας, νά σου εσύ με τα ενμπιέι σου, πού στα κομμάτια τού ξέφυγες του Ξένιου Δένδια, με δυο μέτρα μπόι, ή πώς και δε σε πετύχαν σε καμιά γωνιά τ’ αδέρφια μου με τις μαύρες μπλούζες, και βρέθηκαν τώρα, είπαμε, οι Αμερικάνοι, ας όψονται, που πρέπει ξαφνικά να σου κάνω γλύκες μπροστά στις κάμερες κι οφείλω να λέω διάφορα, ότι μας έκανες περήφανους και τέτοια, κι ένας θεός ξέρει τι κρεβατομουρμούρα θα τραβήξω απ’ τον Φαήλο όλη νύχτα, μάτι δε θα μ’ αφήσει να κλείσω, δε μου ’φτανε, βλέπεις, η ντροπή μου, αλλά είπαμε, οι Αμερικάνοι, αλλιώς σιγά μην έβλεπες ιθαγένεια ποτέ, και δεν πά’ να γεννήθηκες και να μεγάλωσες εδώ, μαύρος ήσουνα, μαύρος θα μείνεις, δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Νιγηριανέ, Νιγηριανέ! 


ΥΓ. Και η εικόνα της Παναγίας που σου 'κανα δώρο δεν είναι για να πιστέψει τάχα ένας ζουλού αλλά για να καθαρίσω τα δικά μου τα χέρια από τις χαιρετούρες και τα λοιπά.

buzz it!