9/12/17

Ανύψωσέ το, το τιμημένο! - Η ελβετική ουδετερότητα της ΕΡΤ

(Εφημερίδα των συντακτών 9 Δεκ. 2017)


Ανύψωσέ το, το τιμημένο!

Όταν σήκωναν το γαμημένο, αλλά ανύψωναν το τιμημένο!
Πρόσφατα ένας 17χρονος αθλητής, ο Βαγγέλης Γαλιατσάτος, κατέκτησε το χρυσό στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Άρσης Βαρών, στην Πρίστινα: «Ο Κεφαλλονίτης αθλητής αγωνίστηκε στην κατηγορία των 94κ. και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, σηκώνοντας στο σύνολο 320 κιλά» διαβάζω λ.χ. στον Sport 24.

Ή, στην ιστοσελίδα του Αθήνα 984: «Ο νεαρός δικαίωσε τις προσδοκίες, κατακτώντας την πρώτη θέση στο σύνολο των 94κ., καθώς σήκωσε 320 κιλά κι επιβεβαίωσε την κυριαρχία του στην κατηγορία».

Τι έκανε, λέει; «Σηκώνοντας» τόσα κιλά; Και «σήκωσε» τόσα κιλά; Όπως εξάλλου λέγαμε και γράφαμε οι πάντες, ιδίως τότε που γνώρισε δόξες και μεγαλεία η άρση βαρών; Α, τρε μπανάλ, σκέφτηκε η Μαντάμ Σουσού: «ανυψώνοντας» θα το πούμε, και «ανυψώνω» –ακούς εκεί «σηκώνω»!

Αμ έπος αμ έργον:

«Ο Βαγγέλης Γαλατσιάτος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο σύνολο των 94κ. ανυψώνοντας 320 κιλά…» η EPT-Sports· «Ο Βαγγέλης Γαλατσιάτος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο σύνολο των 94κ. ανυψώνοντας 320 κιλά…» το Left.gr· πανομοιότυπα και το TVXS, και καμιά δεκαπενταριά ιστοσελίδες ακόμα. Προφανώς η είδηση μεταφέρθηκε κόπι-πέιστ από το Αθηναϊκό Πρακτορείο, το οποίο κατακτά το χρυσό για την ανύψωση, και το ακόμα πιο χρυσό όλοι οι άλλοι. Όχι γιατί αντέγραψαν τυφλά μια είδηση, κάτι πολύ συνηθισμένο, ιδίως για μικροειδήσεις (ώστε μικροείδηση το πανευρωπαϊκό χρυσό ενός νέου παιδιού;), αλλά γιατί κανείς αντιγραφέας δεν αντέδρασε στον νέο γλωσσικό ευπρεπισμό, και ευχαρίστως πέταξε στα σκουπίδια όλη του τη γλωσσική σκευή, για να ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής:

Αυτό που καιρό τώρα απέβαλε, όπως έχουμε χιλιοπεί, το παίρνω, και επέβαλε παντού το λαμβάνω:[1] «τα άτομα που ακολουθούσαν διατροφή με πολλές πρωτεΐνες [...] δεν έλαβαν βάρος, [ενώ] οι εθελοντές που ακολουθούσαν άλλα διατροφικά σχήματα έλαβαν μισό κιλό». Το λαμβάνω ακόμα και εκεί που δεν είναι η θέση του: «δεν θα λάβουν το πανδημικό εμβόλιο», με την έννοια ότι δεν θα εμβολιαστούν, δεν θα κάνουν εμβόλιο, αφού: κάνουμε εμβόλιο, δεν παίρνουμε εμβόλιο. Ή: «εξερχόμενος ο Μπάγεβιτς, έλαβε τη στήριξη των φιλάθλων» και πλήθος άλλα.

Το ρεύμα της εποχής που σιγά σιγά εκτοπίζει το ρήμα διαβάζω, και π.χ. στις παρουσιάσεις βιβλίων: «αποσπάσματα αναγιγνώσκει (συχνά: αναγινώσκει) / θα αναγνώσει / ανέγνωσε ο Χ», σε μια πολιτική συγκέντρωση «θα αναγνωσθεί χαιρετισμός του Ψ» κ.ά.

Το ρεύμα της εποχής που βάζει τον έναν να παίζει με όντινα, άτινα και ούστινας, και τον άλλον «να αυγάζει το μέγεθος αδιαφορίας…»

Το μέγεθος αδιαφορίας απέναντι στη γλώσσα εντέλει, τη φυσική μας γλώσσα και το γλωσσικό μας αισθητήριο, καθώς αγοράζουμε με κλειστά μάτια το καθετί που ρίχνουν στην αγορά οι πάσης φύσεως αλμπάνηδες, τη «θεωρία», εν προκειμένω, για τη φτώχεια της νεοελληνικής μπροστά στην ευκλεή και μόνη ζωοδότρα αρχαία. 


Η ελβετική ουδετερότητα της ΕΡΤ

Για τις «κακές παρέες» της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπίπτουσας ΕΡΤ έγραφα το περασμένο Σάββατο, καθώς εμφανιζόταν χορηγός επικοινωνίας σ’ ένα συνέδριο για τη «μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας», εξώφθαλμα παραεπιστημονικό και ουσιαστικά ακροδεξιάς κατεύθυνσης. Στους 33 «ειδικούς» ομιλητές, όπως χρηματιστηριακούς συμβούλους, τηλεοπτικούς παραγωγούς, γυναικολόγους και αντιστράτηγους, ήταν και ο Κωνσταντίνος Πλεύρης και ο Λεωνίδας Γεωργιάδης.

Τη Δευτέρα κιόλας μου τηλεφώνησε ο «Διευθυντής Εταιρικής Επικοινωνίας» της ΕΡΤ και με διαβεβαίωσε πως καμία χορηγία δεν έδωσε η ΕΡΤ, ούτε καν της ζητήθηκε –έπειτα μάλιστα από επέμβασή του αφαιρέθηκε το λογότυπο της ΕΡΤ από τη σχετική ιστοσελίδα. Χάρηκα για τη διάψευση, επιβεβαιωνόταν από μια ακόμα σκοπιά η εξαπατητική πολιτεία των άλλων, του ζήτησα να στείλει μέιλ στην εφημερίδα, και ιδού:

«Σχετικά με το άρθρο του κ. Γιάννη Χάρη στο φύλλο του Σαββάτου 02.12.2017, θα ήθελα να επισημάνω ότι η Επιτροπή Χορηγιών της ΕΡΤ ουδέποτε εδέχθη αίτημα για χορηγία επικοινωνίας στο συνέδριο “Η μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας” και ως εκ τούτου δεν δόθηκε διαφημιστικός χρόνος για την εν λόγω διοργάνωση.

»Παραμένω στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση…» κτλ.

Με ξένισε, ομολογώ, η ελβετική ουδετερότητα της διάψευσης. Είπα πως χάρηκα, αρχικά· αλλά, μην κοροϊδευόμαστε, θα χαιρόμουν περισσότερο αν η ΕΡΤ δήλωνε πως, και να δεχόταν σχετικό αίτημα, δεν θα στήριζε με κανέναν τρόπο μια τέτοια διοργάνωση.

Και θα χαρώ ακόμα περισσότερο αν η ΕΡΤ, ένα κρατικό κανάλι επιχορηγούμενο, και μάλιστα άμεσα, από εμάς, κινηθεί νομικά εναντίον όσων την εξαπάτησαν με τέτοιον χονδροειδή τρόπο –αυτήν και μέσω αυτής και εμάς.




[1] Βλ. λ.χ. «Λαμβάνω, ένα ρήμα πασπαρτού», Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, Β΄ τόμ., 2η έκδ. Γαβριηλίδης 2017, 249-54.

buzz it!

2/12/17

Οι κακές παρέες της ΕΡΤ, ξανά

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Δεκ. 2017)


Κωνσταντίνος Πλεύρης, ομιλητής σε συμπόσιο με θέμα «Η Μοναδικότητα της Ελληνικής Γλώσσας»: θα είχατε την παραμικρή αμφιβολία για τον ιδεολογικό καταρχήν προσανατολισμό του συμποσίου; Λεωνίδας Γεωργιάδης, ομιλητής στο ίδιο συμπόσιο: θα είχατε την παραμικρή αμφιβολία για το γενικότερο τώρα επίπεδο του συμποσίου, πέρα από το ιδεολογικό και πάλι;

Όχι. Εκτός κι αν ήσασταν η αθώα παιδούλα ΕΡΤ. Γιατί «η ΕΡΤ είναι το θέμα, η κρατική τηλεόραση [...]· η ΕΡΤ θεούσα, όπως είδαμε πολλές φορές, η ΕΡΤ προαγωγός της Χρυσής Αυγής, όπως επίσης είδαμε πολλές φορές, με τις τυφλά “νομότυπες” αναμεταδόσεις κάθε φιέστας της νεοναζιστικής οργάνωσης, η ΕΡΤ τώρα διαφημίστρια και πλυντήριο εκδοτικού οίκου βιβλίων φιλοναζιστικού περιεχομένου, και μαζί της “σχολής” του Άδωνη Γεωργιάδη»:

Έτσι άρχιζα ένα παλιότερο άρθρο  («Η Κοκκινοσκουφίτσα ΕΡΤ στο δάσος με τους φιλοναζιστικούς λύκους», 4.2.17), με θέμα μια πολιτιστική εκπομπή που πρόβαλλε το ετυμολογικό πόνημα κάποιας Θεοφανούς τάδε, σ’ έναν εκδοτικό οίκο που «σκοπός της υπάρξεώς του είναι η “ΕΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΙΣ” των Ελλήνων», μέσα από τα έργα του Κ. Πλεύρη και τις εκδόσεις του Άδωνη.

Τώρα η ΕΡΤ είναι χορηγός επικοινωνίας, παναπεί δίνει (απ’ τα δικά μας) λεφτά στον Πλεύρη και στον αδερφό Γεωργιάδη («Εκδότης - Διδάσκαλος Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας»!) να μας μιλήσουν για τη μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας. 

Υπάρχει όντως ένα θέμα, πώς ελέγχει κανείς τα μύρια όσα αντιεπιστημονικά και ψευδή γράφονται συνέχεια για τη γλώσσα. Πώς ξεχωρίζει κανείς τα ασύστατα και φαιδρά –και οπωσδήποτε απατεωνίστικα στην πηγή τους– από τα όποια σοβαρά; Δύσκολο έως αδύνατον, και όχι μόνο για τον μέσο αναγνώστη –αν δεν προσφύγει, εννοείται, σε έγκυρα λεξικά. Αλλιώς, όταν μας πει κάποιος, κι ας είναι ο Άδωνης αυτός, πως η ομηρική αλς, η θάλασσα, πήρε τάχα το όνομά της από το αλς-αλς που κάνει το κύμα στην ακρογιαλιά, πώς να ξέρουμε αν είναι αλήθεια ή όχι; Έτσι, οχτώ στους δέκα εξακολουθούν να πιστεύουν την παμπάλαιη και γοητευτική, είναι αλήθεια, παρετυμολογία ότι άνθρωπος είναι ο άνω θρώσκων.

Τελευταία γνώρισε μεγάλη διάδοση άλλη φανταχτερή ανοησία, πως η ελληνική είναι η μόνη γλώσσα που έχει φράση αποκλειστικά με φωνήεντα: οία ηώ ω υιέ αεί ει· τάχα: «σαν την αυγή να είσαι πάντα γιε μου», φράση εσφαλμένη (π.χ. Ηώς και όχι Ηώ, ίσθι και όχι ει), που έφτασε να γραφτεί και στο «μνημείο πεσόντων» της ΕΡΤ: πώς την ελέγχουμε όμως και αυτήν;[1] Ή γιατί να μην πιστέψουμε πως η ελληνική έχει δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια λέξεις, όπως μας σερβίρουν όσοι μετρούν ένα ουσιαστικό π.χ. σε όλες του τις πτώσεις, ένα ρήμα σε όλους τους χρόνους και τα πρόσωπα κ.ο.κ.;

Αλλά η ΕΡΤ δεν είναι μέσος Έλληνας, είναι επίσημος οργανισμός, οφείλει να ενημερώνεται. Παραταύτα, ετούτη τη φορά αρκούσε να δει μερικά ηχηρά ονόματα, και μαζί τα πολλά και κατά κανόνα άγνωστα ονόματα. Ή την ειδικότητα καθενός. Παραθέτω όσες μπορώ εδώ, αφού σημειώσω ότι στους 33 ομιλητές και ομιλήτριες μόνο μία δηλώνεται γλωσσολόγος –ενώ η ίδια στο ίντερνετ δηλώνει μεταφράστρια και διερμηνέας! (Ας θυμηθούμε συναφώς ότι στην περιλάλητη «Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά», στα 185 ιδρυτικά μέλη δεν υπήρχε ούτε ένας γλωσσολόγος!) Έτσι, έχουμε τώρα: καθηγητές Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Διακόσμησης, Φυσικής Διαστήματος, Αστροφυσικής, Περιβαλλοντικής Χημείας…, Σεμιναρίων Αυτοβελτίωσης, αντιστράτηγο (με το πηλήκιο στη φωτογραφία)-πολιτικό μηχανικό-δικηγόρο, Κληρικό Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας Αμερικής, διευθυντή φαρμακοποιό ΕΣΥ, γυναικολόγο, πνευμονολόγο-φυματιολόγο, μαθηματικό-ερευνητή-συγγραφέα (τον γνωστό λεξαριθμοτέτοιον), Διεθνή (!) συγγραφέα-τηλεοπτικό παραγωγό κτλ.

Όμως η παραεπιστημονική πλευρά (ως προς τη γλώσσα, αν μη τι άλλο) δεν είναι η μόνη. Μπείτε στη διεύθυνση: http://www.heptapolis.com/events/9th-international-forum-humanitas/, ξεχάστε έστω τα ιδεολογικά, και ταξιδέψτε στο βασίλειο της γραφικότητας και του κιτς. Μέσα σε γαλάζιες κορνίζες λοιπόν με χρυσαφιά σχέδια και άλλα εκτυφλωτικά γραφίστικα θα δείτε: Heptapolis / International Green Polis (City), πάνω πάνω. Έπειτα: 9th International Forum Humanitas (αλλού Hummanitas). Έπειτα ο οργανωτής: Όλυμπος / Παγκόσμιο Πνευματικό Κέντρο, ζουγραφιές των αρχαίων μας, πρόλογο του προέδρου του Ολύμπου στα αγγλικά (!), και μετά το πρόγραμμα, με πρώτους τους χαιρετισμούς: από Δαλάι Λάμα, παρακαλώ, αρχιδούκες, πρίγκιπες και σουλτάνους! Ακολουθούν οι ομιλητές με τον πλήρη τίτλο τους και το θέμα· αλλά και τα διαλείμματα: «χαμηλές τιμές γεύματος» σημειώνεται πάνω από φωτογραφίες γαστριμαργικού ενδιαφέροντος· έχει και θεατρικό δρώμενο από το «Ιδεο-θέατρον» του Ραδάμανθυ: γκουγκλίστε, αν δεν σας αρκεί η φωτογραφία, και κυρίως ο Προμηθέας μποντιμπιλντεράς! 

Φευ, καμία περιγραφή δεν δίνει την ελάχιστη εικόνα. Στο τέλος πια, ο Μέγας Χορηγός: η Heptapolis και κάτι πίτες, ο Αργυρός: σουβλάκια και μπιφτέκια στη σχάρα κ.ά., και ακολουθούν οι χορηγοί επικοινωνίας, με την ΕΡΤ στην πρώτη σειρά.

Εδώ ήρθαμε, εδώ θα φύγουμε, αφού προσγειωθήκαμε άτσαλα. Ναι, γι’ αυτό το τσίρκο έδωσε χρήματα και η ΕΡΤ. Όχι, δεν είναι για διασκέδαση πια.


[1]. Βλ. εκτενώς στον Νίκο Σαραντάκο, https://sarantakos.wordpress.com/2015/11/04/oia-hw/, ο οποίος ασχολείται και με το γνωστό μυθοποιητικό «μόνο στα ελληνικά…», παραθέτοντας φράσεις από άλλες γλώσσες μόνο με φωνήεντα. Βλ. και Παντ. Μπουκάλας, «Η αποσφαλμάτωσηκαι το «οία ηώ ω υιέ αεί ει», Καθημερινή 16.7.17 


buzz it!

26/11/17

Ο Άδωνης «ρητοροδιδάσκαλος» και οι Αδωνίτσες

(Εφημερίδα των συντακτών 25 Νοεμ. 2017)



Κανάλι δικό του στο YouTube άνοιξε ο Άδωνης και ξεκίνησε με εβδομαδιαία διαγγέλματα, να λέει τα πιο δεξιά τα δικά του, εκεί που το κόμμα του οποίου είναι αντιπρόεδρος καμιά φορά κωλώνει. Γιατί όχι; Δεκαεφτά ολόκληρα χιλιάρικα έδινε κάθε μήνα νοίκι στο κανάλι του Κουρή για το τηλεπωλητήριό του, σημάδι πως οι δουλειές πήγαιναν περίφημα, πως εντέλει ήταν ολόσωστη η τακτική του, η αυτοκαραγκιοζοποίηση, όπως έχω ξαναπεί –έχει κι ολόκληρο φαν κλαμπ, όχι μονάχα από τον χώρο του, αλλά και από τον ευρύτερα δημοκρατικό, άρθρα επί άρθρων καίνε θυμίαμα στο εικόνισμά του. Και φυσικά, είμαστε έπειτα κι εμείς, με την αρνητική κριτική που πάντα διαφήμιση είναι, επίσης οι σατιρικές εκπομπές που αναπαράγουν τα θεατρικά του σόου, τα οποία εξάλλου απευθύνονται κυρίως σ’ αυτές, να διευρύνουν το κοινό του και να του κάνουν έτσι τη μισή δουλειά.

Κατέβασε ρολά το τηλεπωλητήριο (δεν είναι πάντως η πρώτη φορά!), όταν πια το τερμάτισε με τα «θαυματουργά» νανογιλέκα· έγραψε κι ένα επικήδειο άρθρο ο τηλεπωλητής, διόλου αυτοκριτικό, μόνο ότι τον πολεμάνε συνεχώς οι οχτροί, μια για την πολιτική του, μια επειδή πουλούσε «κάποιο βιβλίο» (έτσι αορίστως: «κάποιο βιβλίο» το περιβόητο του Πλεύρη).

Έχουμε γράψει πολλοί πολλές φορές και πολλά, σχεδόν τα πάντα, για τον Άδωνη· από τα πιο προφανή: τα καραγκιοζιλίκια, που είπαμε και παραπάνω, τις συστηματικές, θρασύτατες παλινωδίες του, τις ακροδεξιές, ρατσιστικές κτλ. θέσεις του, ώς τα λιγότερο ή και καθόλου προφανή: τις παρετυμολογίες του, ιδίως τα χωλά ελληνικά του, νέα και αρχαία (χοντρά γραμματικοσυντακτικά λάθη, ανορθογραφίες κ.ά.), την παραχάραξη αρχαίων ρητών κ.ά. Όποιος θέλει, διαβάζει, ψάχνει έπειτα και μόνος του, και τότε λέει μια αυτοκριτική κουβέντα, ή σιωπά.

Πληθαίνει όμως το φαν κλαμπ και οι Αδωνίτσες, δεν λέω τόσο για τους θαυμαστές και τις θαυμάστριες του καθαυτό πολιτικού του έργου, θέμα ιδεολογίας και πολιτικής είναι στο κάτω κάτω, όσο για αυτούς που κόπτονται γιατί να δέχεται επικρίσεις σαν τηλεπωλητής (επιμένουν ακόμα;) ή του λουστράρουν το καινούριο κοσκινάκι του, τη ρητοροδιδασκαλία!

Έτσι, ανατρέχω σε διάφορα άρθρα για τα θαυμαστά που έπραξε, λέει, ο Άδωνης υπουργός: του Αθανάσιου Έλλις (Καθημερινή 12.6.14), του Πάνου Πολυζωίδη (Protagon 10.6.14) και της Ρέας Βιτάλη (Protagon 16.12.13): στα δύο τελευταία είχα ξανααναφερθεί· επανέρχομαι, γιατί η κ. Βιτάλη, γράφοντας για τη μετάλλαξη του Άδωνη από γραφικό σε τάχα σοβαρό, σημείωνε και πως «παρενέβη στον ήχο του. Μείωσε τα ντεσιμπέλ. Πιάσαμε εξαιρετικό τόνο»: τα ξαναλέει τώρα αυτά; Ενώ ο κ. Πολυζωίδης σχολίαζε και τις επικρίσεις για την ιδιότητα του τηλεπωλητή: τα ξαναλέει κι αυτός τώρα αυτά;

Τα ξαναλέει όμως άραγε ιδίως η Κατερίνα Παναγοπούλου, που είχε αφιερώσει ολόκληρο άρθρο στο θέμα: «Όταν η πώληση βιβλίων χρησιμοποιείται ως βρισιά» (Athens Voice 29.4.17); Το –ασύστατο, βεβαίως– δίπολο κατά την κ. Παναγοπούλου είναι οι αργόμισθοι του δημοσίου και οι βιοπαλαιστές του ιδιωτικού τομέα· όπου οι αργόμισθοι παραβλέπουν τις εκδόσεις των αρχαίων (τις οποίες σίγουρα δεν έχει ανοίξει η ίδια ούτε ξέρει τίποτα για την ποιότητά τους, όπως άλλωστε δεν –θέλει να– ξέρει και τι άλλα βιβλία εξέδιδε ή προωθούσε ο Άδωνης), «κάνουν face control για το είδος της δραστηριοποίησης στον ιδιωτικό τομέα» και ασχολούνται καθημερινά με το αν «ο τρόπος με τον οποίο ο Γεωργιάδης πουλάει τα βιβλία του [...] είναι γλαφυρός, υπερβολικός ή γελοίος». Όλα ήταν μπροστά της τής κ. Παναγοπούλου: και οι εκδόσεις και η γελοιότητα. Δεν ήθελε να τα δει. Τα νανογιλέκα τώρα τα βλέπει;

Φτάσαμε στο καινούριο κοσκινάκι, τα σεμινάρια ρητορικής που οργανώνει τελευταία ο Άδωνης σε διάφορες πόλεις, για «να μεταλαμπαδεύσει τη γνώση του στη ρητορική», όπως διαφήμιζε το Protagon (15.2.17). Και ακολούθησε ολόκληρο άρθρο («Μαθαίνοντας ρητορική από τον Άδωνι», 20.2.17) πρώην βουλευτίνας του Ποταμιού, της κ. Χριστίνας Ταχιάου. Που παρακολούθησε σχετικό σεμινάριο στη Θεσσαλονίκη, και γράφει για το «one Adonis show», με το «αξιοζήλευτο κέφι», τις «ενδιαφέρουσες και γλαφυρές ιστορίες» που τους είπε ο Δάσκαλος, τον Επιτάφιο του Περικλή που τους διάβασε, τις «ασκήσεις για τη διαφραγματική αναπνοή» που τους έκανε, τα ντιμπέιτ που τους οργάνωσε με διάφορα θέματα, όπως για την παγκοσμιοποίηση –όπου στο «επιχείρημα “θέλετε σούσι ή σκουμπρί;”, ασυναίσθητα θα πεις “σκουμπρί κι ας λυσσάξω απ’ τη δίψα, θα πλακωθώ στα τσίπουρα και θα έχω αιώνιο καλοκαίρι στο μυαλό”»!

Γελάτε, κύριοι; Γελάτε; Τι γελάτε; όπως θα έλεγε ο πρόεδρος του αντιπροέδρου.

Πόσο άλλο να ασχοληθεί κανείς… Ας ξανακούσει όμως τον αντιπρόεδρο (γεμάτο βιντεάκια είναι το διαδίκτυο), σε πάνελ του Αυτιά, του Παπαδάκη κ.ά., σε αντιπαραθέσεις στη Βουλή, στο τηλεπωλητήριό του, και ας προσέξει πώς μέσα στον «χειμαρρώδη» λόγο του ρητοροδιδασκάλου ισοπεδώνονται φωνήεντα και εξαφανίζονται συλλαβές ολόκληρες! Κι όμως, θα αρκούσαν μερικά απλά μαθήματα φωνητικής, π.χ. από τη μουσικό γυναίκα του: παρατεταμένο μμμ, με τα διάφορα φωνήεντα: μμμα, μμμο, μμμαμμμά…, κ.ο.κ. Ίσως να έβρισκε τη γλώσσα που του αρμόζει…

Γελάμε, κύριοι; Γελάμε; Τι γελάμε;

buzz it!

19/11/17

Τάλεντ σόου; Πφφφ! - Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!

(Εφημερίδα των συντακτών 18 Νοεμ. 2017)


Τάλεντ σόου; Πφφφ!

άσχετο, αλλά τέτοιες μέρες μπορείς να βάλεις άλλο από Νικ Κέιβ;


Την εποχή που σε πολιορκεί από παντού και σου επιβάλλεται, σχεδόν βίαια, το ιδιωτικό, η μεγαλόφωνη λογοδιάρροια στο κινητό μέσα στ’ αφτί σου, από τον διπλανό ή τη διπλανή στο τρόλεϊ, στην αίθουσα αναμονής, στην παραλία, για να μην αναφερθώ στην επιδεικτική ανακοίνωση των πιο ιδιωτικών στιγμών σου στο φέισμπουκ, σε μια τέτοια λοιπόν εποχή μού μοιάζει κάπως υποκριτικός ο ηθικός πανικός που προκαλείται με τα λεγόμενα «παιχνίδια επιβίωσης», όπως πρόσφατα το Σαρβάιβορ.

Και αν υπάρχει κάποια βάση στην καταδίκη τέτοιων παιχνιδιών επιβίωσης, βρίσκω ανεξήγητη την άλλοτε με μισόλογα και άλλοτε απερίφραστη απαξίωση, ακριβέστερα: το σνομπάρισμα των τραγουδιστικών τάλεντ σόου –που μάλιστα δεν έχουν πια σχέση με τα παλιά, άγρια ριάλιτι, όπως το Φέιμ Στόρι κ.ά.

«Και τι θα απογίνουν όλα αυτά τα παιδιά;» είναι το τάχα επιχείρημα, που ποτέ δεν ακούστηκε στις στρατιές που συνωθούνται ανέκαθεν στις πύλες π.χ. της Νομικής Σχολής. «Σαν πόσα έκαναν καριέρα τόσα χρόνια;» συνεχίζει ένας ευνουχιστικός ρεαλισμός. Όχι, δεν θα έπαιρνε, λέει, ποτέ στη Σπείρα Σπείρα του ο Κραουνάκης παιδιά από τάλεντ σόου, κι ας είχε πάει επίσκεψη στο πρώτο, αν θυμάμαι καλά, Φέιμ Στόρι (όπου είχε κάνει πάντως μια εξαιρετική, ομολογώ, υπόδειξη, να μην προφέρουν τα ελληνικά σαν ξένη γλώσσα, κάτι αρκετά συχνό, ιδίως στο ποπ τραγούδι –λέγε με Σάκη)! Αλλά και η Γλυκερία, που ή ίδια βγήκε από το Νά η ευκαιρία, δεν θα πήγαινε, λέει, κριτής σε τάλεντ σόου: δεν τα βρίσκει αξιόλογα τα παιδιά εκεί!

Συνήθως Τετάρτη ολοκληρώνεται η δουλειά γι’ αυτήν τη σαββατιάτικη στήλη, το βράδυ πια οι ζόρικες ώρες κυλούν με το ’να μάτι στην οθόνη του υπολογιστή, το άλλο στην τηλεόραση, στο Βόις, όπου είναι στραμμένα και τα δύο αφτιά, ενώ το δόλιο το μυαλό πηγαινοέρχεται. Κάθε φορά λέω θα γράψω, γι’ αυτό ή π.χ. για το περσινό  Ράιζινγκ Σταρ, πρέπει να γράψω ανυπερθέτως, τις δύο μου έστω γραμμές, μέσα στη μικρόχαρη εθιμική γκρίνια. Να γράψω όμως εντέλει τι;

Τίποτα παραπάνω από την απόλαυση, τον ενθουσιασμό, τη συγκίνησή μου, με τις πλήθος υπέροχες φωνές, νέων παιδιών γύρω στα 20, αλλά και μεγάλων, συχνά ακαλλιέργητες ακόμα, πολλές όμως εντυπωσιακά ώριμες, φωνές αλλά μαζί και ερμηνείες, που μπροστά τους ωχριούν πολλές, πάμπολλες από τις διάφορες γυαλιστερές φίρμες, που μια άτυπη επετηρίδα τις χρίζει μεγάλες και μεγάλους, και τις προσφωνεί κυρίες και κυρίους.

Ας τ’ ακούσουμε αυτά τα παιδιά, κι ας είναι αυτή η μόνη εμφάνισή τους. Δεν είναι όλα τα λουλούδια αμάραντα ή πολυετή.


Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!

«Όλα μέλια, όλα με το μαχαίρι!» διαλαλεί τα καρπούζια του ο μανάβης στη λαϊκή, δηλαδή όλα-αυτά-που-βλέπεις-εδώ είναι γλυκά, και όχι όλα τα καρπούζια της γης, προφανώς.

Έτσι λοιπόν, αν τιτλοφορήσουμε έναν τόμο: «Όλα διηγήματα», εννοούμε πως δεν θα βρείτε μέσα ποιήματα ή δοκίμια κτλ. –διηγήματα μόνο. Άλλο όμως, τελείως άλλο, αν θέλουμε να δηλώσουμε ότι ο τόμος περιέχει «Όλα ΤΑ διηγήματα» του τάδε συγγραφέα, «Όλα ΤΑ ποιήματα» κ.ο.κ.

Αλλάζει τίποτα από αυτό το πιο απλό δεν γίνεται σχήμα, αν, αντί για «όλα», θελήσουμε το παλαιότερο «Άπαντα»; Όχι! «Άπαντα ΤΑ διηγήματα» πρέπει να πούμε, «Άπαντα ΤΑ ποιήματα» κ.ο.κ.

Άπαντα πεζά, μ’ αυτόν τον τίτλο –που ωστόσο σύντομα διορθώθηκε, σπεύδω να πω– κυκλοφόρησαν πριν από μερικά χρόνια όλα ΤΑ πεζά του Μπόρχες, μεταφρασμένα από τον κατεξοχήν πρέσβη του στην Ελλάδα, τον Αχιλλέα Κυριακίδη· ακολούθησε όμως νέα, οριστική έκδοσή τους: Άπαντα τα πεζά, πάντα από τον Κυριακίδη, εννοείται.

Όμως, Άπαντα διηγήματα διαβάζουμε στο εξώφυλλο του τόμου με όλα/άπαντα ΤΑ διηγήματα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου-Μπαράχας· και ιδού, νέο κρούσμα: Αλέξανδρος Μάτσας, Άπαντα ποιήματα!

Μόδα; Ας το προσέξουμε τότε.

Απλό, είπα, το σχήμα, και στη σημερινή και στην παλαιότερη γλώσσα. Ας το ξαναδούμε: άλλο το «όλοι φίλοι είμαστε εδώ μέσα», άλλο το «όλοι οι φίλοι μαζευτήκαμε τις προάλλες»· άλλο το «άπαντες μαθηταί εσμέν», άλλο το «συνεκεντρώθησαν άπαντες οι μαθηταί αυτού».

Τι στο καλό; Μια τόση δα λεξούλα: άπαντα, διόλου δυσπρόσιτη, και διόλου ξένη στον νεοελληνικό λόγο, κάθε άλλο, με συγκεκριμένη ωστόσο θέση εδώ (ως προς το συνολικό έργο) ή σε στερεότυπες εκφράσεις: στον αιώνα τον άπαντα κ.ά.: δεν υποκαθιστά, προφανώς, τη λέξη όλα σε όλες [άπασες;] τις θέσεις, δεν λέμε «άπαντα τα μαγαζιά είναι κλειστά αύριο», «άπαντες οι φίλοι μου λείπουν διακοπές» κ.ο.κ. Όμως, αρκεί, φαίνεται, ο λόγιος αέρας που φέρνει μαζί της («αρχαιοπρεπή» τη χαρακτηρίζει και ο Μπαμπινιώτης) να μας βγάλει από το φυσικό γλωσσικό μας περιβάλλον –και να μας ρίξει τότε σε ξέρες.


buzz it!

11/11/17

Ο ενοχικός κρεατοφάγος και ο αντισπισισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 11 Νοεμ. 2017)


«Είσαι ισόβια (!) και σου ζητάνε να διαλέξεις φαγητό για την υπόλοιπη ζωή σου: κρέας ή ψάρι;» με ρώτησε ο Ελληνοφιλιππινέζος ολιστικός τον οποίο επισκέφτηκα πριν από μερικά χρόνια. «Ζυμαρικά!» είπα αποφασιστικά. «Κρέας ή ψάρι;» επέμεινε αμείλικτος. «Κρέας» ψέλλισα, σχεδόν με ντροπή. Μην τα πολυλογώ, ο περίπου μάγος, έπειτα από διάφορα τεστ κάποιας κορεατικής σχολής, αποφάνθηκε ότι ανήκω σε μία από οχτώ κατηγορίες, σύμφωνα με την οποία η διατροφή μου πια απέκλειε κρέας, γαλακτοκομικά, ζάχαρη, άσπρο αλεύρι και άλλα πολλά, μια βασανιστική διατροφή που όμως, τους λίγους μήνες που την ακολούθησα, είχε αισθητό αποτέλεσμα. Κι όμως την εγκατέλειψα: ήταν ασύμφορη οικονομικά, έπρεπε να τρέχεις σε ειδικά μαγαζιά, να έχεις τον προσωπικό σου μάγειρα, και την περίεργη αίσθηση, περπατώντας στον δρόμο, πως κάθε περίπτερο, φούρνος, τυροπιτάδικο κτλ. σού είναι απαγορευμένο –άσε πια τις ταβέρνες. Ακόμα πιο βασανιστικό όμως ήταν οι αναπόφευκτες ερωτήσεις φίλων και γνωστών: και δηλαδή τι τρως; ούτε αυτό; ούτε εκείνο; ούτε τ’ άλλο;

«Ανήκα πάντα σε επαίσχυντες μειονότητες· δεν άντεχα να είμαι πάλι ο διαφορετικός» εξήγησα στον γιατρό.

Και ήταν η δεύτερη ήττα μου αυτή: πολύ παλιά είχα γίνει για ένα διάστημα χορτοφάγος, κάτι πολύ πιο εύκολο από την τωρινή δίαιτα. Εγκατέλειψα ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο, κι ας άργησα να το καταλάβω. Φίλος του κρέατος δεν ήμουν ποτέ, πιο πολύ από μιζέρια παρά από ιδεολογία: από μικρός ξεψείριζα ψυχαναγκαστικά το κρέας, βγάζοντας όχι απλώς πέτσες και λίπη αλλά και την παραμικρή ίνα: παϊδάκια ούτε που τ’ αγγίζω, οι μπριζόλες δεν μου λένε απολύτως τίποτα, μ’ αρέσει όμως ο κιμάς, και περιέργως τα βρόμικα: συκωταριές, κοκορέτσια, έπειτα από το σχετικό ξεδιάλεγμα βεβαίως. Οπότε φίλος όχι, κρεατοφάγος όμως ναι, άκρως ενοχικός ωστόσο, με άλυτες τις βασικές αντιφάσεις ανάμεσα στη ζωοφιλία και την κρεατοφαγία, κουβαλώντας πλήθος ζοφερές εικόνες, ήδη από παιδί το σφάξιμο της κότας τα καλοκαίρια στο χωριό, με το ακέφαλο σώμα να τινάζεται στον πέρα τοίχο, και το χειρότερο με δήμιους τις πιο ακριβές τότε μορφές, μάνα και γιαγιά, το διαπεραστικό γρύλισμα του γουρουνιού από τον πέρα κιόλας μαχαλά, καθώς το σφάζαν, το σπαραχτικό βέλασμα, ολόιδιο με κλάμα μωρού, του αρνιού που το έφερνε από μακριά μια βάρκα, Πάσχα στην Πάτμο αυτό –αλλά τι κάθομαι και αραδιάζω, λες και χρειάζεται τίποτα παραπάνω από το βλέμμα των ζωντανών, μαζί και το σπαρτάρισμα του ψαριού στα δίχτυα ή στο αγκίστρι, κάτι στο οποίο σπάνια στεκόμαστε, ίσως γιατί το ζωικό βασίλειο του νερού είναι λιγότερο ορατό και προπαντός λιγότερο ανθρωπομορφικό από της στεριάς.

Διατελώ έτσι, ξαναλέω, μετρίως κρεατοφάγος, αγρίως ενοχικός, που τρέφει ειλικρινή θαυμασμό έως ζήλια για τους χορτοφάγους, αλλά ώς εκεί· με τους βέγκαν μπερδεύομαι, με την αποχή δηλαδή από οτιδήποτε ζωικό: αβγά, γαλακτοκομικά προϊόντα κτλ., που θεωρούνται αποτέλεσμα βίαιης εκμετάλλευσης του ζώου. Αν δηλαδή αρνείσαι το αβγό της κότας που μεγαλώνει σε συνθήκες ανελέητου όντως εγκλεισμού, το αβγό της δικής σου κότας στο χωριό τι το κάνεις; Ή όλα αυτά είναι ηθικά διλήμματα του ανθρώπου της πόλης, ενώ ο άνθρωπος του χωριού ας βουλιάξει στην καταστατική βαρβαρότητά του; Και πάντως, ο άνθρωπος της πόλης εγώ, σαν ζωόφιλος πια, θα μεταφέρω τον βεγκανισμό μου και στα ζώα μου; στη γάτα και στον σκύλο μου, αλλά και στα αδέσποτα της γειτονιάς;

Σίγουρα το θέμα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ όσο αφήνουν να φανεί τέτοιες ερωτήσεις, ήρθε όμως στην επικαιρότητα με τη δράση κάποιων «αντισπισιστών», που έσπασαν ακόμα και κρεοπωλεία της γειτονιάς. Έτσι, από τον αντισπισισμό, μάθαμε και τον σπισισμό, ή σπισισισιμό, μεταφορά του αγγλικού speciecism (από το species= είδος), που δηλώνει τη διάκριση μεταξύ δύο ειδών και τη συναφή υπεροχή του ενός, που εκμεταλλεύεται έτσι το άλλο.

Δεν θα σταθούμε σε κριτική της δράσης των συγκεκριμένων αντισπισιστών, καθώς είναι ξεκάθαρη η κριτική και η στάση μας, ιδίως της αριστεράς, απέναντι στην αυτοδικία και γενικότερα την τρομοκρατία. Άλλο ήταν το κίνητρό μου, άλλος ψυχαναγκασμός μου, που τον ομολογώ χωρίς ενοχές αυτήν τη φορά: να δούμε κάποια γλωσσικά για τούτον τον σπισισισμό, που τύχη αγαθή μας έρχεται σαν σκέτα σπισισμός, μέσα από μια ασύνειδη, ενστικτώδη προφανώς εφαρμογή ενός βασικού νόμου της γλώσσας, της ανομοίωσης ή της απλολογίας. Όπως μετατράπηκε δηλαδή ο αμφιφορεύς σε αμφορέα, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, η τετράπεζα σε τράπεζα, το αστραποπελέκι σε αστροπελέκι κ.ά. Και πιο πρόσφατα, χωρίς να έχει τελεσιδικήσει η περίπτωσή τους (ο β΄ τύπος πάντως πέρασε στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας), η αποστρατιωτικοποίηση σε αποστρατικοποίηση, η ανεξαρτητοποίηση σε ανεξαρτοποίηση κ.ά.

Βασική ένσταση όμως αφορά τον σχηματισμό της ελληνικής λέξης με βάση την αγγλική προφορά: «Δεν λέμε “κομιουνισμός”, ούτε “χιουμανισμός”, επειδή έτσι τα λένε οι Άγγλοι.  Ας σχηματιστεί τουλάχιστον πάνω στο λατινικό σπέκιες: σπεκισμός» μου έγραψε, συμπτωματικά πριν από λίγους μήνες, παλιά φίλη και συνάδελφος.

Προσυπογράφω, φυσικά, και μακάρι οι αντισπισιστές να γίνονταν αντισπεκιστές, και να ’ταν αυτό η πρώτη τους έλλογη χειρονομία.

buzz it!

5/11/17

Περσινά σταφύλια, ξινά από τ' αμπέλι ήδη, ή Ποίος σήμερα ο φασισμός

(Εφημερίδα των συντακτών 4 Νοεμ. 2017)


Παρατράβηξε η απουσία από τη στήλη, καιρός να μαζευτούμε, προπάντων να συμμαζέψουμε μερικά έστω από τα διάφορα που συσσωρεύτηκαν όλο αυτό το παρατεταμένο καλοκαίρι –ποια διάφορα, τα ίδια και τα ίδια, που χρόνια τώρα μας βαραίνουν, και ελάχιστη πράξη λυτρωτική είναι να τα βγάζει κανείς αποπάνω του, εν προκειμένω να τα μοιραστεί με τον αναγνώστη. Περσινά ξινά σταφύλια, από μιαν άποψη, που όσο μένουν, ξινίζουν περισσότερο· από μιαν άλλη ωστόσο άποψη: σταφύλια περσινά, ξινά όμως από μιας αρχής.

Μια τέτοια περίπτωση, που την κουβαλώ απ’ το μεσοκαλόκαιρο, καθώς μάλιστα δεν έτυχε να δω να σχολιάζεται κάπου, είναι η αντιφασιστική αυλαία της συναυλίας του Σαββόπουλου στο Καλλιμάρμαρο, όταν όλοι οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες ένωσαν τις φωνές τους στο Ακορντεόν του Λοΐζου, με τη γνωστή κατακλείδα: Δε θα περά- δε θα περάσει ο φασισμός!

Αναφέρομαι στη συναυλία που διαφημιζόταν καιρό πριν με τον πολυτονισμένο τίτλο «Ζη το ελληνικό τραγούδι», το ζει με ήτα, έστω, αλλά και με μιαν απρόβλεπτη, κατευθείαν από τ’ αρχαία, υπογεγραμμένη αποκάτω, η οποία μάλιστα κοιτάζει αριστερά αντί για δεξιά (το γράμμα γιώτα είναι υπογεγραμμένο, μαέστρο). Δεν θα σταθούμε πάλι στο μεγαλειώδες φιάσκο του Σαββόπουλου, που νόμισε ότι στον επιτονισμό, στον διαφορετικό κατά περίπτωση χρωματισμό κάθε λέξης, άκουσε μακρά και βραχέα κτλ., κόντρα σε κάθε γλωσσολογική σχολή, ακόμα και την πιο συντηρητική, του Μπαμπινιώτη, όσο κι αν κερδίζει πιστούς κι αν κινδυνεύουμε τώρα να δούμε υπογεγραμμένες και στα λάχανα. Άλλο θέλω να δούμε εδώ.

Η συναυλία, που εντασσόταν στη φιλανθρωπική εκστρατεία του συγκροτήματος Αλαφούζου «Όλοι μαζί μπορούμε», δεν είχε πολιτικές αναφορές, όπως σχολιάστηκε συχνά, σαν κάτι μάλλον θετικό (!), εκτός από την εμφάνιση του Ζουγανέλη στο τέλος, με την παράφραση του σαββοπουλικού: «τον χειμώνα ετούτο, άμα τον πηδήσαμε», σε: «τον χειμώνα ετούτο μας ξαναπηδήξανε», και ένα «σκετσάκι» όπου ο συνθέτης κόβει τάχα τον τραγουδιστή, επειδή του άλλαξε τους στίχους. Εξαιρετικά κακόγουστη, κατά την άποψή μου, και η παρωδία και το «σκετσάκι», αλλά δεν έχει σημασία αυτό όσο το ότι μια «καθαρή» από πολιτικές αναφορές συναυλία χαρακτηρίζεται ακόμα πιο έντονα πολιτικά από τη μία και μόνη πολιτική αναφορά. Η οποία τώρα ήταν ευθέως αντισυριζαϊκή, κάτι απολύτως θεμιτό, αλλά και αναμενόμενο, από την πολιτικοϊδεολογική στάση του Σαββόπουλου –για να μην πω και της οργανώτριας αρχής.

Και ακολουθεί το Ακορντεόν, με τον τελευταίο στίχο και το «αρχινισμένο σύνθημα» που δονεί όλο το Καλλιμάρμαρο: Δε θα περάσει ο φασισμός! Που έφτασε να το τραγουδούν και ο Άδωνης με τον Πορτοσάλτε –είναι το μόνο σχόλιο που βρήκα, με την έννοια πως αναγκάστηκαν να το τραγουδούν, όπως παλιότερα, όταν ο Θεοδωράκης πολιτεύτηκε με τη Νέα Δημοκρατία και βρέθηκε η Δεξιά να τραγουδάει Πάλης ξεκίνημα και Ρωμιοσύνη, και γελούσαμε χαιρέκακα εμείς.

Και εδώ αναρωτιέται εύλογα κανείς: είναι η περίπτωση που ένα παλιό τραγούδι, σαραντατόσων χρόνων, ξαναγίνεται επίκαιρο, εν προκειμένω με τον επελαύνοντα φασισμό της Χρυσής Αυγής και την εντυπωσιακή άνοδο της ακροδεξιάς σ’ όλη την Ευρώπη, αλλά και στην υπερατλαντική υπερδύναμη με τον Τραμπ; Πολύ πιθανό· ακριβέστερα: σίγουρα, για μια μερίδα του κόσμου, μολονότι η συναυλία, είπαμε, δεν είχε πολιτικές αναφορές, αλλά και γενικότερα δεν έχουμε κινητοποιήσεις, εκδηλώσεις, συναυλίες κτλ., ανάλογες με τη σημασία του φαινομένου, την αναγέννηση δηλαδή του φασισμού και τη γιγάντωση της ακροδεξιάς· παράλληλα, η συναυλία οργανωνόταν, όπως επίσης είπαμε, από το συγκρότημα Αλαφούζου, δηλαδή από τα μεγαλύτερα πλυντήρια της Χρυσής Αυγής και εκτροφεία της ακροδεξιάς, καληώρα.

Με άλλα λόγια, αφού φτάσαμε στο θέμα μας, τι θεωρείται σήμερα από άλλη μερίδα του κόσμου, φοβούμαι τη μεγαλύτερη μέσα στο Καλλιμάρμαρο, φασισμός; Ποια είναι η χούντα που υποτίθεται πως ζούμε σήμερα και η Κατοχή, ποιοι οι φασίστες, π.χ. κατά τον Άδωνη, πάλι καληώρα, αλλά και αυτούς που αποσχίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Ζωή, τον Λαφαζάνη κ.ά.; Ποιους ονομάζουν πάλι «χούντα» και «φασίστες» οι νέοι αγανακτισμένοι τους οποίους μας προβάλλουν τα δελτία ειδήσεων, όλων πια των καναλιών, κι όχι μόνο του Σκάι;

Ο Άδωνης δηλαδή κι ο Πορτοσάλτε «αναγκάστηκαν» να βροντοφωνάξουν ενάντια στον φασισμό για τον οποίο έγραφε ο Γιάννης Νεγρεπόντης στους στίχους τους οποίους μελοποίησε ο Λοΐζος και τους τραγουδούσαμε ιδίως τότε, το 1974, αμέσως μετά τη χούντα των συνταγματαρχών; Ή τραγουδούσαν μ’ όλη τους την καρδιά, ενάντια στη «χούντα» και τον «φασισμό» του Τσίπρα; Αυτοί και οι περισσότεροι, νομίζω, εκείνη τη βραδιά;

buzz it!

22/10/17

πάει κι ο Μίλαν

(Μάιος 2005 - Οκτώβριος 2017)







buzz it!

2/9/17

Η διπλή φυγή της Αρλέτας

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Σεπτ. 2017, εδώ με μικροπροσθήκες)


στα Ταβάνια της οδού Μνησικλέους, Πλάκα, Μάιος 1970


Διπλωμένη πάνω στην κιθάρα της, σαν για να μην της την πάρουν· μπα: γαντζωμένη πάνω στην κιθάρα της, σαν από σανίδα σωτηρίας· ούτε: κρυμμένη πίσω απ’ την κιθάρα της, σαν πίσω από ασπίδα προστασίας· όμως το πρόσωπο έκθετο· τι να σου κάνουν οι αφέλειες που κρύβουν, πάλι καλά, το μέτωπο· δεν αρκούσε· έσκυβε λοιπόν κι αυτή όσο πιο πολύ γινόταν το κεφάλι πάνω απ’ την κιθάρα-ασπίδα, όχι μόνο για να μην τη βλέπουν, αλλά θαρρείς και για να μη βλέπει, τουλάχιστον να μη βλέπει πως τη βλέπουν. Κούρντιζε την κιθάρα, κάτι μουρμούριζε μέσ’ απ’ τα δόντια, σπάνια ξεχώριζες τι, και μετά η χαρακτηριστική κίνηση: με προτεταμένο το κάτω χείλι φυσούσε προς τα πάνω το μαλλί που, ε, πια το παράκανε, τη στράβωνε τελείως.

Και άρχιζε. Αυτό που, για να το ονομάσει κανείς, ιδίως τώρα, θα κατέφευγε ενστικτωδώς σε μεγάλες λέξεις, καμπανιστές, και υπερθετικούς, ό,τι πιο αταίριαστο εντέλει με το κορίτσι κι έπειτα γυναίκα-θρόισμα, ναι, θρόισμα, μόνο αυτό θα κρατήσω, γιατί ένα θρόισμα των φύλλων, ένα απαλό ρυτίδιασμα των νερών, αυτό ήταν η φωνή και η ερμηνεία και ο τρόπος γενικότερα της Αρλέτας.

Ψάχνω βρίσκω μια φωτογραφία· αποπίσω γραμμένο σε μιαν άκρη από χέρι άγνωστο: 3-5-70· και η αφιέρωση: «Στο Γιάννη με [λουλούδι· εννοώ σκιτσαρισμένο ένα λουλούδι] Αρλέτα». Στη φωτογραφία, από αριστερά, ο Χρήστος Λεττονός, φευγάτος από χρόνια αυτός, και με τρόπο τραγικό: κάηκε ζωντανός σε σπίτι που άρπαξε φωτιά, κι ούτε καν σαράντα χρονών· έπειτα η Πετρούλα Σαλπέα, έπειτα το ζεύγος των ιδιοκτητών, νομίζω, ονόματα δεν θυμάμαι, έπειτα η Αρλέτα, μπροστά γονατιστός αλλά στραμμένος στην Πετρούλα το γκαρσόνι ο Γιώργος, πάλι νομίζω, έπειτα ο ευαίσθητος πιανίστας Τάσος Καρακατσάνης, το Μαρθάκι η Μιγκρέλια και ο Θέμης Ανδρεάδης ­–στην άκρη, γερτός στον τοίχο, σε μια προσπάθεια να βγει απ’ το κάδρο, κάποιος θαμώνας, ίσως Γιώργος κι αυτός.

Έτος 1970 λοιπόν, στα 17 εγώ αλλά κοντά δυο χρόνια ήδη στους δρόμους, με την επίσης φευγάτη από χρόνια πολύτιμη φίλη και οδηγό Εύη χτυπάμε κάρτα στα Ταβάνια της οδού Μνησικλέους, και στο διάλειμμα ή στο σχόλασμα εύκολα έρχεται η γνωριμία, όπως σε τέτοια μέρη τα χρόνια εκείνα, σε όρια κάποτε σουρεαλιστικά: π.χ. με τον 50άρη, πάντως μεγάλο για τα μάτια μου τότε, Γιάννη, ιδιοκτήτη μάντρας αυτοκινήτων, παλιό γνώριμο της Αρλέτας, φιγούρα από άλλον κόσμο, μαύρο κουστούμι με ψιλή ρίγα, μπαρμπέρικο μουστάκι και χρυσό ρολόι, που άνοιγε κάθε φορά ένα μπουκάλι ουίσκι και έπειτα μας έτρεχε στα σκυλάδικα της Εθνικής, μες στην παλιά, μαύρη Μερσεντές του, την Αρλέτα, αν είναι δυνατόν, τη φίλη μου την Εύη, που ήταν ο στρατηγικός του στόχος, και αναγκαίο κακό εμένα.

Το καλύτερό μου όμως ήταν όταν ξημερωνόμουν στα Ταβάνια μόνος, κολλιτσίδα στην Αρλέτα, στην κουζίνα-καμαρίνια, όπου νά, όλο και κάποια φωτογραφία κέρδιζα, ένα σκίτσο που το σκάρωνε εκείνη την ώρα πίσω από μια παλιά πρόσκληση για τα εγκαίνια της μπουάτ, ή κοτζάμ δίσκο, τα 12+1 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι… Και: «Θα πεις Λόρκα απόψε;» η εναγώνια ερώτηση· «Θα δούμε» ήταν η απάντηση: κάπως σκανάραμε και το κοινό στην αίθουσα, οι ασφαλίτες τότε κάναν μπαμ από χίλια μέτρα, στο τέλος πάντα έλεγε κάποια του Λόρκα: ήταν τα τραγούδια από τον σπουδαίο κύκλο Romancero Gitano του Θεοδωράκη, ποίηση Λόρκα σε μετάφραση Ελύτη, που ήταν έτοιμα από Μίκη και Αρλέτα για ηχογράφηση, αλλά πρόλαβε η 21η Απριλίου (το σημειώνω εδώ, γιατί δεν πολυγράφτηκε τούτες τις μέρες).

Έπειτα κενό, επόμενη εικόνα κάπου το ’72-’73, όταν δουλεύω στις εκδόσεις Ολκός του Αντώνη Καρκαγιάννη, κι άλλο μνημόσυνο εδώ, τον οποίο και πείθω, λες και έλεγε «όχι» ποτέ, να βγάλουμε λεύκωμα με έργα της Αρλέτας. Δυο τρεις βραδιές στο σπίτι της, πάνω σε μια φλοκάτη ή χαλί, ξεδιαλέγουμε από κάτι τεράστια ντοσιέ –εννοείται πως το σχέδιο ναυάγησε, όταν συνειδητοποιήσαμε το κόστος.

Μετά, με τον καιρό, χάνεται αυτή. Και εννοώ τώρα την πρώτη της «φυγή», κατά τον τίτλο, όταν σχεδόν πεισματικά απαρνιέται το νεοκυματικό της παρελθόν: «Με το Νέο Κύμα έχω βγάλει μόνο 3 δίσκους, από κει κι έπειτα έχω άλλους 15» επιμένει· μα άλλο τόσο πεισματικά επιμένω κι εγώ πως η Αρλέτα είναι η πρώτη της περίοδος, εκεί είναι η φωνή της, και φυσικά στον Χατζιδάκι έπειτα και στον Θεοδωράκη, και όχι στη «Σερενάτα» και το «Μπατίντα ντε κόκο», τραγούδια που μπορείς να τα φανταστείς από πολλές και διάφορες φωνές, ή που τίποτα δεν τους προσθέτει η τόσο ιδιαίτερη δική της φωνή: δεν ταιριάζουν εννοώ στη φωνή της, δεν την αναδεικνύουν, ίσα ίσα την αδικούν. Η φωνή και ερμηνεία της Αρλέτας πιστεύω πως βρίσκεται στις βαθιά μελαγχολικές «Σαράντα μέρες» και στο «Σαββάτο απόγιομα», στην ερωτική απόγνωση του «Φώναξέ με», στον σπαραγμό της «Βαλκυρίας του κάδρου». Ή όπως την ξαναβρίσκουμε στα κατοπινά αλλά σαν τα πρώτα, στα «Ήσυχα βράδια» και στο «Πρωινό τσιγάρο».

Όμως, έτσι θέλησε η ίδια. Και είναι μάταιη, όσο και άτοπη, κάθε σχετική συζήτηση τώρα, τώρα που έφυγε οριστικά, κι ας μετράω μπακαλίστικα πρώτη και δεύτερη «φυγή» εγώ, ενώ οι πολλές και διαφορετικές περίοδοι εντέλει της Αρλέτας, οι διαφορετικές γενιές και οι διαμετρικά αντίθετοι, πολλές φορές, κόσμοι που εξέφραζε, ορίζουν ακριβώς το αόριστο, την απεραντοσύνη της.

Στο καλό, Αρλέτα.



Σημ. Η στήλη «Ασκήσεις μνήμης» θα λείψει ένα διάστημα· μπορεί να αργήσει, αλλά θα γυρίσει.

buzz it!

15/7/17

Σεξισμός και πολιτική ορθότητα δι’ αρχαρίους

(Εφημερίδα των συντακτών 15 Ιουλ. 2017)


Πάτμος, πριν από δεκαετίες, χαρακτηριστική ατραξιόν ο Παναγιώτης ο βαρκάρης, κορμί άγαλμα σωστό, Ποσειδώνας πολλά βαρύς, περιφέρεται όλη μέρα ξυπόλυτος και ημίγυμνος, πίσα κατράμι απ’ τον ήλιο, χρυσαφένιες μπούκλες, από τα πρώτα καμάκια, εννοείται. Βράδυ αργά, στο μοναδικό τότε στέκι, τον Αρίωνα, ο Παναγιώτης στο παραδιπλανό τραπέζι έχει πιάσει κουβέντα με μια γλυκύτατη Δανέζα, παλιά γνώριμη του νησιού. Ξαφνικά σούσουρο, φωνές, «όχι, ρε Παναγιώτη, δε γίνονται αυτά!» πέσαμε όλοι απάνω του, ο Παναγιώτης είχε δώσει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι στην κοπέλα, και μούγκριζε κάτι ακατάληπτα. «Ε δε γουστάρω να μου την πέφτει πρώτη η γυναίκα» καταφέραμε και του βγάλαμε με τα πολλά. Ώστε είχε παραβεί τον Κώδικα η γυναίκα!

Τη θυμήθηκα τώρα τελευταία την ιστορία αυτή, όταν κατηγορήθηκε για σεξισμό, μάλλον: όταν σχολιάστηκε ο σεξισμός του γνωστού τσολιά της τηλεοπτικής Ελληνοφρένειας, που σε μια εκπομπή κυνηγούσε τις γυναίκες στον δρόμο και τους κολλούσε στα οπίσθια ή στα στήθη κάτι στρογγυλά αυτοκόλλητα του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλές γελούσαν, κάποιες ενοχλούνταν: «Σταμάτα, μην κάνεις σαν τρελή, δεν είναι και πούτσα, καταλαβαίνω, για τις πούτσες κάνετε σαν τρελές…» είπε σε μία, ενώ σε άλλη το κλασικό: «Έλα που δε σ’ άρεσε!» Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά και διάφορα τότε, ιδίως για τη «φασιστική πολιτική ορθότητα», για τη σάτιρα και τα (μη) όριά της, όπως μας την παρέδωσε άλλωστε γονιδιακώς ο πρόγονός μας ο Αριστοφάνης.

Δεν σταμάτησε η κουβέντα αυτή στη ραδιοφωνική Ελληνοφρένεια, είναι το αγαπημένο τους ανέκδοτο: «ο σεξιστής τσολιάς», ώσπου ήρθε και δευτέρωσε το πράγμα, με τρόπο που πολλοί τον θεώρησαν υπερβολικό. Βιντεάκι με τίτλο «Ένα στα γρήγορα» δείχνει στη Βουλή κάποιον που σηκώνεται να βγει από την αίθουσα συνεδριάσεων, και στο πέρασμά του σκύβει και κάτι λέει σε μια υπάλληλο: «Πού ’σαι, γλυκιά μου, πάω τουαλέτα, τον λουστράρω, κι έλα σε λίγο» είναι τα λόγια που του έβαλε στο στόμα η εκπομπή. Αυτήν τη φορά 25 βουλευτές και βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν καταγγελία στο ΕΣΡ, και πια σηκώθηκε βοή μεγάλη ότι ιδού, λογοκρισία, φίμωση «της μόνης ανεξάρτητης φωνής», «και από ποιους; από αυτούς που ψηφίζουνε μνημόνια», ή σε παραλλαγή απαράμιλλης διαλεκτικής: «μιλάνε για σεξισμό αυτοί που ψηφίζουν αβέρτα μνημόνια».

Ας πούμε πως είναι όντως υπερβολική η αντίδραση, δηλαδή η καταγγελία στο ΕΣΡ. Ταυτόχρονα όμως ας δούμε μήπως αυτό το άκομψο έτσι κι αλλιώς μα πάντως χιούμορ είναι και στη δεύτερη περίπτωση σεξιστικό, μολονότι γράφτηκε και ότι, ίσα ίσα, εδώ διαπομπεύεται ο άντρας, καθώς εμφανίζεται «λιγούρης και γαμίκουλας» –λες και δεν αποτελεί τίτλο τιμής ο γαμίκουλας, ενώ είναι γνωστό πώς χαρακτηρίζεται μια γυναίκα με αντίστοιχες ορέξεις και επιδόσεις!

Δεν θα σταθούμε τώρα στην πολιτική ευπρέπεια (ή ορθότητα), προσφιλή στόχο της επίσημης δεξιάς και της λούμπεν καφενεδολογίας αλλά και κατά τεκμήριο σοβαρών νεοφιλελεύθερων δημοσιολόγων κ.ά., παρόλο που δεν συνιστά τίποτα παραπάνω από βασικούς κώδικες κοινωνικής συνύπαρξης και σεβασμού του άλλου, όσο κι αν φτάνει κάποτε σε ακρότητες. Και ούτε πρόκειται επιτέλους για κάτι καινοφανές, αν σκεφτεί κανείς ότι από χρόνια πια δεν μιλάμε λόγου χάρη για αράπηδες και γύφτους –χωρίς φυσικά να προγράφονται οι «Αραπίνες λάγνες, ερωτιάρες» του Τσιτσάνη και ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Παλαμά, όπως ανοηταίνουν οι πολέμιοι τέτοιων αλλαγών.

Αλλά ούτε και για τον σεξισμό χρειάζονται αναλύσεις. Ένα απλό πειραματάκι μόνο, με βάση τον περίφημο τσολιά, που συστατικό της περσόνας του και του χιουμοριστικού κώδικά του είναι το μπαλαμούτι με τις γυναίκες. Ας δοκιμάσουμε την εξής απλή (!) αντιστροφή: όλα τα σχετικά αστεία, όλες τις σχετικές ατάκες και χειρονομίες να τις αναλάβει η εντυπωσιακή, πανέμορφη Κυπρία της εκπομπής, είτε με το υπερπαίξιμό της και τα υπερκυπριακά της είτε με όποιον άλλον τρόπο επιλέξουν. Να βγει δηλαδή στους δρόμους και να ζητάει φιλάκι απ’ τους περαστικούς, και να τους κολλάει αυτοκόλλητα στα πίσω και στα μπρος τους. Βάρδα μην πέσει πάνω σε κάναν Παναγιώτη απ’ την Πάτμο.

Με αναμνήσεις ξεκίνησα, με αναμνήσεις θα τελειώσω, δύο μάλιστα.

Η μία ήταν η πρόταση της Σκούπας, αν θυμάμαι καλά, του ιστορικού πια φεμινιστικού περιοδικού της μεταπολίτευσης, όπου προτεινόταν ακριβώς η αντιστροφή των σεξιστικών πειραγμάτων, φυσικά και των πιο χυδαίων. Να πει λόγου χάρη η γυναίκα στον άντρα: «Παίδαρέ μου εσύ!», «Αχ και να ’χυνα στα μπούτια σου!» κ.ο.κ.

Η άλλη, όταν η φίλη μου τότε η Μαρία, απ’ το τιμόνι μάλιστα ενός ταπεινού Ντεσεβώ, άνοιγε στο φανάρι το παράθυρο και φώναζε στον ταξιτζή που της έκανε ταρζανιές: «Βρε άντε πλύνε κάνα πιάτο!» Μοναδικό το θέαμα, ο ταξιτζής στα όρια του εγκεφαλικού,  να χάνει τα λόγια του, και με βλέμμα δολοφονικό.

Μας έσωζε το φανάρι που άναβε. Και την Κυπρία θα τη σώσει το συνεργείο της εκπομπής. Τις άλλες όμως;

buzz it!

2/7/17

στον Δημήτρη Παπαϊωάννου

(Εφημερίδα των συντακτών 1 Ιουλ. 2017)



Όταν μου έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης για επιμέλεια τα σπαραχτικά Ελεγεία της Οξώπετρας, είχε προηγηθεί αρκετών χρόνων συνεργασία, με αντικείμενο όμως πεζά του κείμενα. Διαβάζοντας πια στο δαχτυλόγραφο τα Ελεγεία, και σ’ όλη την εκδοτική διαδικασία έπειτα, που την παρακολουθούσε πάντοτε ο ποιητής από πολύ κοντά, συχνά έλεγα να τον ρωτήσω για κάποιον στίχο, κάποια εικόνα κτλ. Δεν το ’κανα ποτέ, ενστικτωδώς, θαρρείς, παρά από απόφαση, όσο κι αν σε τέτοιες περιπτώσεις σκέφτεται κανείς: «μου ’λαχε να βρεθώ κοντά στον πιο αγαπημένο μου ποιητή· τι ευκαιρία! να ρωτήσω, να μάθω…»

Κι όμως, ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος ο ποιητής, σε ιστορίες, ακόμα και προσωπικές. Δεν ήταν θέμα άνεσης λοιπόν. Έκανα απλούστατα, μάλλον δεν έκανα ό,τι δεν είχα κάνει ποτέ ώς τότε ούτε κι έπειτα, δεν ρώτησα ποτέ φίλους ποιητές και φίλες ποιήτριες που είχα την τύχη, στο πλαίσιο ακριβώς της στενής προσωπικής σχέσης, να διαβάζω σε πρώιμη μορφή τα ποιήματά τους –αφού, ως γνωστόν, και η ποίηση, όπως η φύση, κρύπτεσθαι φιλεί.

Ας μένουν ανερμήνευτα λοιπόν, στίχοι και εικόνες, να τα προσεγγίσει με τον δικό του τρόπο ο καθένας, προβάλλοντας δικά του βιώματα –για να μη θίξουμε εδώ άλλο κεφάλαιο μεγάλο, ότι πολλές φορές η προσωπική (η αυθεντική!) εκδοχή του ποιητή ενδέχεται να περιορίζει, ακόμα ακόμα και να συρρικνώνει, τις διαστάσεις του ίδιου του του έργου. Ώστε μπορεί να μας συγκινεί ένα ποίημα και να μας συνταράζει, ακόμα κι αν πολλές φορές δεν ξεκλειδώνουμε όλα του τα στοιχεία, όλα του τα συστατικά.

Έπειτα από την ποίηση, που είναι μάλιστα λόγος αρθρωμένος, είναι νομίζω περιττό να συνεχίσουμε με τις άλλες τέχνες, από την πιο αφηρημένη, τη μοντέρνα ζωγραφική, αλλά και τον μοντέρνο χορό, ώς την πιο προσιτή καταρχήν σε όλους τέχνη, τη μουσική: από το τραγούδι, όπου μας συγκινούν τραγούδια ξένα που δεν ξέρουμε τα λόγια τους, ώς την κλασική μουσική, που προφανώς εκφράζει και αυτή κάτι συγκεκριμένο κάθε φορά, το οποίο όμως μόνο να το εικάσει μπορεί ο ακροατής και να το προσεγγίσει (δι)αισθητικά –ακόμα και τη λεγόμενη «προγραμματική» μουσική, τη μουσική που δηλώνει η ίδια το θέμα της, όπως η Θάλασσα του Ντεμπυσσύ, οι Εικόνες από μια έκθεση του Μουσόργκσκι κ.ά.

Ενώ, ακόμα παραπέρα, υπάρχουν και μας αρέσουν τραγούδια εξαιρετικά αλλά με φαιδρούς στίχους, τραγούδια με υπέροχο κουπλέ και καταστροφικό ρεφρέν, όπερες με αφελή λιμπρέτα, συμφωνίες με άνισα μέρη ή όπου το σκέρτσο, όσο κι αν αποτελεί σύμβαση του είδους, πέφτει συχνά ταφόπλακα πάνω στο αντάτζιο.

Το θέμα είναι ότι σε όλες τις τέχνες, απέναντι σε όλα τα έργα τέχνης, η πρόσβασή μας ούτε άμεση είναι πάντοτε ούτε εύκολη, ακόμα κι όταν κατέχουμε ερμηνευτικά κλειδιά από τον ίδιο τον δημιουργό, ή από κριτικές αναλύσεις –που πάλι ωστόσο θα σταθούν σε μία από τις πιθανότατα πολλές αναγνώσεις του έργου. Η «εγκυκλοπαιδική», ας την πω έτσι, γνώση δεν είναι αναγκαίος όρος για την πραγματική απόλαυση και τη συγκίνηση που μπορεί να μας προσφέρει ένα μεγάλο έργο, ένας μεγάλος δημιουργός.

Γιατί ένας μεγάλος δημιουργός δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο, τον δικό του κόσμο –όταν δεν αναδημιουργεί τον υπάρχοντα (επίτευγμα, θα έλεγα, ισάξιο, όπου μόνο οι προθέσεις του δημιουργού αλλάζουν). Και σ’ έναν ολόκληρο, εντελή κόσμο δεν είναι πάντα εύκολο ή καν δυνατόν να ξεκλειδώσουμε τη λογική που τον συνέχει, το νόημα και προπαντός τη λειτουργία κάθε επιμέρους στοιχείου, την ισορροπία λοιπόν όλων των επιμέρους στοιχείων, όσων μας μαγεύουν κι όσων μας αφήνουν αμήχανους ή και μας απωθούν, είτε γιατί δεν τα κατανοούμε, είτε γιατί συγκρούονται με την εκάστοτε κυρίαρχη αισθητική και την κουλτούρα διαφορετικών λαών, ολόκληρων εποχών κ.ο.κ. Νά, έτσι όπως δεν ξέρουμε λ.χ. τι θέλει πλάι στην κοινά αναγνωρισμένη ομορφιά του τριαντάφυλλου το γαϊδουράγκαθο, πλάι στο κουταβάκι η κατσαρίδα κ.ο.κ.

Έτσι, είναι εντέλει μάταιο και άγονο, για να μην πω άτοπο, να επιδιώκουμε σ’ ένα μεγάλο έργο τέχνης να ανακρίνουμε κάθε του στοιχείο, να το βάλουμε σώνει και καλά να ομολογήσει ποιος ο σκοπός του κι οι προθέσεις του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, αφορμή γι’ αυτές εδώ τις σκέψεις για την πρόσληψη της τέχνης, και πέρα από κάθε είδους κριτική προσέγγιση, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου λοιπόν, όπως κάθε γνήσιος δημιουργός, με κάθε του μεμονωμένο έργο καταρχήν, κι έπειτα με το σύνολο του έργου του, αναδημιουργεί τον κόσμο ή δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, έναν κόσμο πάντως εντελή, άλλοτε με την προφανή γοητεία του, άλλοτε με εικόνες δυσπροσπέλαστες, κι όμως αναγκαίες στο σχέδιο του Δημιουργού –με κεφαλαίο τώρα.

Γενικότερα πια, αν δεν θέλουμε να χάνουμε την ουσία, την απόλαυση και τη συγκίνηση μπροστά στο θαύμα της δημιουργίας, αρκεί μια στοχαστική πάντως ματιά στον ήδη κόσμο μας. Τον αλλού ωραίο κι αλλού άσκημο. Τον καταληπτό και τον ακατάληπτο. Τον μικρό και μέγα, μια και μνημονεύσαμε Οδυσσέα Ελύτη.

buzz it!

17/6/17

Βασανιστήρια φιλοτέχνων

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Ιουν. 2017)


Ρόμπερτ Γουίλσον - Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στο Φεστιβάλ Αθηνών
Κάποτε τον χειμώνα είχαμε αυτονόητα τις χειμερινές αίθουσες και το καλοκαίρι τις θερινές: έκλειναν το καλοκαίρι οι χειμερινές κι άνοιγαν οι θερινές, ιδίως τα σινεμά, γιατί από θέατρα, πέρα από τις επιθεωρήσεις, μόνο το φεστιβάλ υπήρχε, το Ηρώδειο δηλαδή, όπου περιμέναμε κάνα ξένο θέατρο ή ορχήστρα.

Ήρθε έπειτα το Μέγαρο, που μ’ όλα τα στραβά του, πλούτισε αναντίρρητα την πολιτιστική ζωή μας. Και το Μέγαρο φυσικά έκλεινε το καλοκαίρι, και ήμασταν πάλι με τα θερινά τα σινεμά και το Ηρώδειο. Δεν ήταν πολλά, δεν ήταν όμως και λίγα, αν βάλεις πως αρχίζαν και τα μπάνια και κυρίως τα τραπεζάκια έξω, η χαλάρωση λίγο πριν από τις διακοπές.

Ώσπου ήρθε ο Λούκος, και μας έβαλε να τρέχουμε, με την ψυχή στο στόμα, να προλάβουμε τα μύρια όσα δεν είχαμε ποτέ φανταστεί πως θα τα ’χαμε ξαφνικά μπρος στα πόδια μας, άσε που πολλά, αν όχι τα περισσότερα, δεν τα ’χαμε καν ακουστά. Τέρμα η χαλάρωση, έπρεπε τώρα να σπεύσουμε να μάθουμε, να πληροφορηθούμε, κι έπειτα να διαλέξουμε, να συνδυάσουμε, τέλος να βρούμε εισιτήρια –εννοείται και χρόνο, και επίσης εννοείται και χρήματα.

Στην τσίτα λοιπόν, καλοκαιριάτικα. Και καλοκαιριάτικα ο Λούκος μάς έκλεισε πρώτη φορά μέσα, μας έμαθε να μπαίνουμε σε κλειστούς χώρους. Αρχικά ήταν η περίφημη πια Πειραιώς 260, με τα παλιά βιομηχανικά κτίρια, σύντομα όμως άρχισαν να φιλοξενούνται εκδηλώσεις στο Μέγαρο και σε άλλα χειμωνιάτικα θέατρα. Μας ξένισε πολύ αυτό, έμοιαζε σόλοικο, αλλά και δυσάρεστο, να ’μαστε κατακαλόκαιρο μ’ ένα πουλόβερ στο χέρι, για να αντιμετωπίσουμε τα ύπουλα κλιματιστικά· ώσπου κάποτε συμφιλιωθήκαμε –με τον εγκλεισμό· με το πουλόβερ, εγώ τουλάχιστον, όχι.

Έμενε κάτι ακόμα, πολύ βασικό, έστω πάλι για μένα, και αφού παραβλέψουμε προς στιγμήν το θέμα του χρόνου και το οικονομικό: οι συνεχόμενες εκδηλώσεις, δύο και τρεις στη σειρά. Προσωπικά μου είναι δύσκολο, ούτε και θέλω, να αφομοιώσω διαφορετικά πράγματα σε ελάχιστο χρόνο. Αλλά περισσότερο δεν θέλω να δω μια ωραία παράσταση, θέατρο ή χορό, ή να ακούσω μια ωραία συναυλία, και να πρέπει να χωνέψω μέσα σε μια μέρα όλη την απόλαυση, για να πάω την επομένη και να δω ή να ακούσω, στην καλύτερη περίπτωση, κάτι εξίσου καλό, στη χειρότερη κάτι κακό, που θα μου καταστρέψει τη μαγεία της προηγούμενης βραδιάς.

Ώσπου ήρθε και η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, την εποχή πάντως που είχε αρχίσει η παρακμή του Μεγάρου, με εξαιρετικές μετακλήσεις και εκδηλώσεις κι αυτή· βάλτε τώρα και τα εκατοντάδες γηγενή θέατρα, ο υπερσιτισμός είναι σταθερή συνθήκη, χειμώνα καλοκαίρι. Και ήρθε τώρα και το πολλά υποσχόμενο Ίδρυμα Νιάρχου, όπου η υπερπροσφορά τείνει να γίνει βραχνάς για τον φιλότεχνο, για να μην πω και σκέτα τον φίλο, αφού στις αναρίθμητες εκδηλώσεις, πέρα από το καθαυτό ενδιαφέρον, όλο και κάποιος φίλος θα συμμετέχει. Πού να πρωτοπάς και πότε, χώρια το πώς.

Στο Ίδρυμα Νιάρχου λοιπόν, όπου πήγα και εθαύμασα, την Καθαρή Δευτέρα, κτίρια, περιβάλλοντα χώρο και προπάντων λαϊκή προσέλευση, όσο κι αν προσωπικά δεν μου αρέσει το φράγμα που διακόπτει τη φυσική κλίση του λεκανοπεδίου και της πόλης προς τη θάλασσα, πλήθος εκδηλώσεις έρχονται να εμπλουτίσουν ακόμα περισσότερο την καλλιτεχνική ζωή του τόπου· να εμπλουτίσουν αλλά και εκ των πραγμάτων να κοντράρουν π.χ. το φεστιβάλ, που, έπειτα από την άκομψη αποπομπή του Λούκου, συνεχίζεται από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, με απροσδόκητη επιτυχία, θα πω, κι όχι επειδή είναι φίλος μου.

Πλάι σ’ ένα πληθωρικό, ιδίως φέτος, φεστιβάλ, όπου προσωπικά διάλεξα με το σταγονόμετρο λιγότερες κι απ’ τις μισές εκδηλώσεις που θα ’θελα να παρακολουθήσω, το Ίδρυμα Νιάρχου μας καλεί καθημερινά, επί μία ολόκληρη βδομάδα, την ερχόμενη, σε μια σειρά εκδηλώσεων λόγου, τη μια πιο ενδιαφέρουσα απ’ την άλλη, με πρώτη μία για το δημοτικό τραγούδι, όπου κι ο φίλος μου ο Μπουκάλας –όμως καλοκαιριάτικα, σε κλιματιζόμενες αίθουσες, ώρα 6.30 το απόγεμα. Μου φαίνεται αδιανόητο, κάτι σαν στοίχημα να γίνουμε π.χ. Παρίσι, όπου, ε, ψιλοβρέχει, πάμε σε καμιά εκδήλωση να περάσει κι η ώρα… Χώρια το πού απευθύνεται, σε αργόσχολους ή τι;

Και σχεδόν παράλληλα εξαιρετικές μουσικές εκδηλώσεις, δύο με έργα Γιάννη Χρήστου, άλλη με όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, για να σταθώ σε ό,τι με ενδιαφέρει αμεσότερα.[1] Του Κουμεντάκη μάλιστα είναι δωρεάν, με δελτία προτεραιότητας που μοιράζονται μία ώρα πριν. Κι επειδή η συγκεκριμένη εκδήλωση είναι στις 7 και τις 11 μ.μ., κάποιος πρέπει να στηθεί απ’ τις 6, το αργότερο, σχεδόν μεσημέρι, καλοκαιριάτικα.

Μοιάζει με άτυπο ανταγωνισμό ή με αγώνα κυριαρχίας, όταν το καλοκαίρι θα ’πρεπε πιστεύω να αφήνεται κυρίως στο φεστιβάλ, με τις ξένες παραγωγές, που δεν θα ’χει κανείς άλλη ευκαιρία να παρακολουθήσει, αντίθετα με τις εξαιρετικές, ξαναλέω, εκδηλώσεις του Ιδρύματος Νιάρχου, που εντέλει αδικούνται, καλοκαιριάτικα, επίσης ξαναλέω, μέσα στον συνωστισμό.

Αλήθεια, κρίμα.



[1] Αναφέρομαι ενδεικτικά στον κύκλο εκδηλώσεων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Λυρικής Σκηνής, μικρό μόνο μέρος του Summer Nostos Festival που οργανώνεται από το Ίδρυμα Νιάρχου, με «πάνω από 400 Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες και συντελεστές [που] συνεργάζονται δημιουργικά και προσφέρουν περισσότερες από 75 εκδηλώσεις…»

buzz it!